Πότε η ψυχική κακοποίηση του παιδιού αποτελεί συνάμα και ποινικά αξιολογήσιμη συμπεριφορά του αποξενωτή γονέα;
Η γονική αποξένωση δεν αποτελεί ουδέτερη κατάσταση, ούτε ένα απλό γεγονός απομάκρυνσης ενός παιδιού από έναν γονέα. Συνιστά το αποτέλεσμα συγκεκριμένων και επαναλαμβανόμενων πρακτικών χειραγώγησης αυτού, υποβολής και ψυχικής πίεσης, μέσω των οποίων το παιδί οδηγείται σταδιακά και ακούσια στη διακοπή ή στην απόρριψη της σχέσης του με τον έναν γονέα. Η απομάκρυνση αυτή δεν είναι αυθόρμητη επιλογή του παιδιού, αλλά συνέπεια των ενεργειών και σκοπούμενων συμπεριφορών των ενηλίκων.
Ακριβώς γι’ αυτό, το ενδιαφέρον δεν πρέπει να εστιάζει στο γεγονός ότι το παιδί δεν επικοινωνεί με τον γονέα, αλλά στις συμπεριφορές που προηγήθηκαν και στις επιπτώσεις που αυτές είχαν στην ψυχική του λειτουργία. Το ποινικό δίκαιο δεν παρεμβαίνει για να τιμωρήσει καταστάσεις ή αποτελέσματα, αλλά για να ελέγξει πράξεις και συμπεριφορές που προκαλούν αυτήν την ψυχική βλάβη στα ανήλικα και αυτές οι πράξεις και συμπεριφορές ελέγχονται από τον Ποινικό Κώδικα.
Το άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα, και ειδικά η παράγραφος 4, αναφέρει ότι: «Όποιος προκαλεί σε ανήλικο, με μεθοδευμένη συμπεριφορά, έντονο ψυχικό πόνο ικανό να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με παρατεταμένη απομόνωση, τιμωρείται με κάθειρξη», δηλαδή, η διάταξη αυτή δεν εστιάζει σε ονομασίες ή ερμηνευτικούς όρους και δεν καθορίζει επακριβώς «τι συνιστά μεθοδευμένη συμπεριφορά» αλλά καθιστά ποινικά αξιολογήσιμες συγκεκριμένες συμπεριφορές που αιτιωδώς προκαλούν βαρύτατες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία του παιδιού. Η «μεθοδευμένη συμπεριφορά» συνιστά και ποινικά κολάσιμη πράξη, η ψυχική βλάβη του παιδιού αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου, ήτοι, είναι το αποτέλεσμα μιας προγενεστέρας ποινικά άδικης και τιμωρούμενης πράξης.
Επομένως, η σύνδεση της γονικής αποξένωσης με το άρθρο 312 του ΠΚ δεν μπορεί να γίνει αυτόματα με βάση τη λέξη «αποξένωση», αλλά μόνο όταν εξετάζονται οι αποξενωτικές πρακτικές που προηγήθηκαν του αποτελέσματος της αποξένωσης, ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι πρακτικές ασκήθηκαν και η πραγματική τους επίδραση στο παιδί.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να θεωρείται κριτήριο απουσίας σοβαρού προβλήματος το αν ένα παιδί συνεχίζει να πηγαίνει σχολείο, να κοιμάται ή να εμφανίζεται λειτουργικό στην καθημερινότητά του. Η εμπειρία και η επιστημονική γνώση δείχνουν ότι πολλά παιδιά που υφίστανται χειραγώγηση, συστηματική παρεμπόδιση επαφής και διάλυση του δεσμού με τον έναν γονέα, διατηρούν εξωτερικά μια εικόνα «κανονικότητας», ενώ εσωτερικά βιώνουν έντονο άγχος, φόβο, σύγχυση, ενοχή και συναισθηματική απορρύθμιση. Όλα αυτά, συνιστούν άνευ αμφιβολίας την γενική έννοια του όρου «ψυχική κακοποίηση» του παιδιού.
Για τον λόγο αυτό, το κριτήριο που καθορίζει αν μια υπόθεση αντιμετωπίζεται με μη ποινικά θεσμικά μέσα ή απαιτεί ποινική διερεύνηση, δεν είναι ούτε τα επιφανειακά σημάδια «καλής λειτουργίας», ούτε η απλή διαπίστωση πρόσκαιρης παρεμπόδισης της επικοινωνίας, αλλά η διάρκεια, η μεθοδικότητα και, κυρίως, ο ψυχικός αντίκτυπος που αυτές οι συμπεριφορές έχουν εν τέλει στο παιδί. Η συστηματική παρεμπόδιση επικοινωνίας, η καλλιέργεια φόβου ή απόρριψης και η σταδιακή διάβρωση του δεσμού, δεν είναι ουδέτερες καταστάσεις. Είναι πρακτικές που επιβαρύνουν την ψυχική υγεία του παιδιού, ανεξάρτητα από το αν αυτό συνεχίζει να ανταποκρίνεται στις εξωτερικές του υποχρεώσεις και εμφαίνεται λειτουργικό στην καθημερινότητα του.
Στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί, ότι, η παρεμπόδιση επικοινωνίας αποτελεί το πρώτο σήμα κινδύνου της γονικής αποξένωσης. Ο κίνδυνος ψυχικής επιβάρυνσης του παιδιού ξεκινά από την πρώτη στιγμή, γι’ αυτό και η θεσμική αντίδραση οφείλει να είναι άμεση και προληπτική, ακόμη και όταν η ποινική κύρωση δεν ενεργοποιείται εξαρχής.
Όταν, για παράδειγμα, το παιδί μαθαίνει ότι «αν εκφράσει επιθυμία να δει τον στοχευμένο γονέα», θα προκαλέσει «συναισθηματική κατάρρευση, θυμό ή απόσυρση στον γονέα με τον οποίο ζει». Όταν αρχίζει να «φοβάται» όχι τον στοχευμένο γονέα, αλλά τις συνέπειες της ίδιας του της ανάγκης για σχέση. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ψυχικός πόνος δεν είναι στιγμιαίος. Εγκαθίσταται, επαναλαμβάνεται και βαθαίνει, δημιουργώντας συνθήκες χρόνιας εσωτερικής πίεσης, αυτή είναι η ψυχική βλάβη του παιδιού.
Ακόμη πιο καθαρό είναι το παράδειγμα της καλλιέργειας φόβου. Το παιδί ακούει ξανά και ξανά ότι ο στοχευμένος γονέας είναι «επικίνδυνος ή κακός», χωρίς πραγματικά γεγονότα. Δεν αρνείται απλώς την επαφή. Πανικοβάλλεται στην ιδέα της. Παρουσιάζει σωματικά συμπτώματα, όπως στομαχόπονους, ναυτία ή διαταραχές ύπνου. Ο φόβος δεν υποχωρεί με τον χρόνο, αλλά εντείνεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μιλάμε για μια φυσιολογική συναισθηματική αντίδραση. Μιλάμε για έντονο και διαρκή ψυχικό πόνο, ικανό να θέσει σε κίνδυνο την ψυχική υγεία του παιδιού. Αυτές οι αποξενωτικές πρακτικές που παράγουν τέτοιο ψυχικό πόνο και διαταράσσουν τη συναισθηματική ασφάλεια και την αναπτυξιακή πορεία του παιδιού συνιστούν μορφή ψυχικής κακοποίησης ανηλίκου, ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιείται ή όχι ο όρος «γονική αποξένωση». Ο όρος «γονική αποξένωση» προσομοιάζει αδόκητος έως παραπλανητικός όταν παραβλέπεται η ψυχική βλάβη ενός ανηλίκου, η ψυχική βλάβη είναι το τετελεσμένο αδίκημα σε βάρος του ανηλίκου.
Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με τα σύγχρονα θεωρητικά μοντέλα της αναπτυξιακής ψυχοτραυματολογίας. Το μοντέλο του αναπτυξιακού τραύματος περιγράφει πώς η παρατεταμένη έκθεση ενός παιδιού σε συναισθηματική απειλή, φόβο ή χειρισμό εντός σχέσεων προσκόλλησης διαταράσσει βασικές αναπτυξιακές λειτουργίες, όπως η ρύθμιση του συναισθήματος και η αίσθηση ασφάλειας. Παράλληλα, το μοντέλο της χρόνιας ενεργοποίησης του συστήματος στρες εξηγεί πώς η συνεχής ψυχική πίεση, ακόμη και χωρίς σωματική βία, οδηγεί σε μόνιμη υπερδιέγερση, σωματοποιήσεις και λειτουργική έκπτωση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ψυχικός πόνος δεν αποτελεί απλή συναισθηματική αντίδραση, αλλά ένδειξη επιβάρυνσης με δυνητικά σοβαρές συνέπειες για την ψυχική υγεία του παιδιού. Η ένταση και η επίδραση αυτής της επιβάρυνσης επηρεάζονται και από την αναπτυξιακή ευαλωτότητα της ηλικίας, όχι ως έλλειμμα του παιδιού, αλλά ως αντικειμενικό παράγοντα κινδύνου που καθιστά την ψυχική του οργάνωση περισσότερο εκτεθειμένη σε παρατεταμένη συναισθηματική πίεση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ψυχική απομόνωση. Το παιδί δεν χρειάζεται να είναι μόνο σωματικά αποκομμένο. Αρκεί να αποκόπτεται συναισθηματικά από βασικούς δεσμούς και πηγές ασφάλειας. Όταν ελέγχεται το αφήγημα του, όταν αποκλείονται πρόσωπα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προστατευτικά, όταν το παιδί ζει μέσα σε έναν κλειστό συναισθηματικό κύκλο φόβου και εξάρτησης, τότε η απομόνωση είναι ψυχική. Αυτή η μορφή απομόνωσης είναι λειτουργικά ισοδύναμη με την παρατεταμένη απομόνωση που αναφέρει η διάταξη του άρθρου 312 του ΠΚ. Οι έννοιες αυτές αποτελούν κατά κάποιον τρόπο «αόριστες νομικές έννοιες», πλην όμως, η ηθελημένη αυτή επιλογή του νομοθέτη έγινε προφανώς για να καταλείπεται διακριτική ευχέρεια στους δικαστές που καλούνται να προβούν στην ποινική αξιολόγηση κάθε διερευνώμενης περίπτωσης περί «ψυχικής βλάβης» του ανηλίκου.
Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μια κρίσιμη αποσαφήνιση. Το άρθρο 312 παρ. 4 του Π.Κ. δεν απαιτεί να έχει ήδη επέλθει σοβαρή ψυχική βλάβη. Η αξιολόγηση γίνεται ex ante, δηλαδή με βάση τον κίνδυνο. Αυτό που εξετάζεται είναι αν ο ψυχικός πόνος που βιώνει το παιδί, με την ένταση και τη διάρκειά του, είναι τέτοιος ώστε, αν συνεχιστεί, να μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή ψυχική βλάβη. Το ποινικό δίκαιο παρεμβαίνει για να αποτρέψει τη βλάβη, όχι για να διαπιστώσει εκ των υστέρων την καταστροφή. Άλλωστε, συνιστά ποινικά αξιολογήσιμη συμπεριφορά και η απόπειρα τέλεσης της πράξης που ορίζει το άρθρο 312 παρ. 4 του Π.Κ. Και η απόπειρα τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα, έστω με μειωμένη ποινή σε σχέση με την τετελεσμένη πράξη.
Σε αυτό το σημείο, η προστασία του παιδιού καθίσταται ευθύνη του Κράτους και των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες για την προστασία του παιδιού.
Ο ψυχικός πόνος του παιδιού δεν αποδεικνύεται με δηλώσεις, εντυπώσεις ή αφηγήσεις τρίτων. Δεν τον πιστοποιεί επιστημονικά ο γονέας, ούτε ο δικηγόρος, ούτε ο εισαγγελέας, ούτε ο δικαστικός λειτουργός. Διαπιστώνεται επιστημονικά, από ειδικό παιδοψυχίατρο, μέσω πραγματογνωμοσύνης, όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η ψυχική κατάσταση του παιδιού έχει επηρεαστεί ουσιαστικά. Η αξιολόγηση αυτή ευθυγραμμίζεται με τις περιγραφικές κατηγορίες δυσφορίας στη γονική σχέση, όπως αποτυπώνονται στο DSM-5 μέσω των V-codes και στο ICD-11 μέσω των Z-codes, οι οποίες δεν συνιστούν ψυχιατρική διάγνωση αλλά αναγνωρίζουν κλινικά σημαντική ψυχική επιβάρυνση που σχετίζεται με το οικογενειακό περιβάλλον. Ούτε οι παιδοψυχολόγοι είναι σε θέση να αποφανθούν περί της «ψυχικής βλάβης» του ανηλίκου αφού η ψυχική βλάβη απαιτεί εδικές επιστημονικές ιατρικής φύσεως γνώσεις και δη της παιδοψυχιατρικής. Ο δε παιδοψυχολόγος δύναται να διατυπώσει γνώμη για τα «εξωτερικά και εσωτερικά γνωρίσματα» μιας ενδεχόμενης ψυχικής βλάβης του ανηλίκου αλλά όχι να διαπιστώσει εάν πράγματι έχει συντελεστεί η ψυχική βλάβη και ποια είναι η έκταση της ψυχικής βλάβης αυτής.
Ο ρόλος του δικαστικού λειτουργού δεν είναι να διαγνώσει ψυχική κατάσταση, διαταραχή ή βαθμό ψυχικής βλάβης, άλλωστε, ούτε ο δικαστικός λεπτουργός έχει γνώσεις περί της παιδοψυχιατρικής επιστήμης. Είναι να κρίνει αν τα καταγγελλόμενα περιστατικά είναι αληθή και αν μπορούν, σε νομικό επίπεδο, να συνιστούν ενδεχομένως μεθοδευμένη πρόκληση έντονου και διαρκούς ψυχικού πόνου. Όταν υπάρχουν ενδείξεις φόβου, απορρύθμισης, σωματοποιήσεων, λειτουργικής έκπτωσης και σταθερού μοτίβου συμπεριφοράς, τότε οφείλει να ζητήσει παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Όχι για να αποδώσει ενοχή, αλλά για να προστατεύσει το παιδί και να διαχωρίσει καθαρά το ποινικό από το αστικό πεδίο. Από τη σκοπιά της ψυχοθεραπεύτριας, διατυπώνω την άποψη ότι η επιβολή ποινικής κύρωσης καθίσταται θεμιτό ενδεχόμενο όταν η επιστημονική διερεύνηση επιβεβαιώσει ότι ο ψυχικός πόνος του παιδιού έχει τέτοια ένταση και διάρκεια ώστε να αποτελεί και ήδη συντελεσθείσα ή επερχόμενη σοβαρή ψυχική βλάβη αυτού και όταν τεκμηριώνεται αιτιώδης σύνδεσμος με συγκεκριμένες μεθοδευμένες αποξενωτικές συμπεριφορές. Εδώ έγκειται και η σπουδαιότητα της προληπτικής λειτουργίας των ουσιαστικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα. Εξυπακούεται ότι, η τελική ποινική κρίση ανήκει αποκλειστικά στον δικαστικό λειτουργό.
Σε ένα πλαίσιο που προτάσσει την προστασία του παιδιού, η ποινική παρέμβαση δεν προηγείται της διερεύνησης, ούτε αντικαθιστά τα πρώτα μέσα προστασίας. Δεν ενεργοποιείται με την πρώτη δυσκολία ή σύγκρουση, αλλά έρχεται στο προσκήνιο όταν έχει αποδειχθεί ότι τα ηπιότερα πλαίσια παρέμβασης δεν επαρκούν και ότι το παιδί ήδη υφίσταται σοβαρή ψυχική επιβάρυνση.
Σε αυτό το στάδιο, η ποινική παρέμβαση λειτουργεί ως καθοριστικό όριο, με σκοπό να ανακοπεί η συνέχιση της βλάβης και να τεθεί σαφές πλαίσιο ευθύνης, όταν οι αποξενωτικές συμπεριφορές έχουν οδηγήσει το παιδί ήδη σε ψυχοσυναισθηματική διαταραχή. Η παρέμβαση αυτή δεν αποσκοπεί στην τιμωρία για λόγους παραδειγματισμού, αλλά στην άμεση προστασία της ψυχικής ακεραιότητας του ανηλίκου, χωρίς να μετατρέπεται η ίδια η διαδικασία σε έναν ακόμη επιβαρυντικό παράγοντα για το παιδί.
Η απουσία άμεσης ποινικής δίωξης δεν ισοδυναμεί με αδράνεια. Η πρόληψη δεν χτίζεται με γενικό φόβο τιμωρίας, αλλά με έγκαιρη και βέβαιη συνέπεια, δηλαδή με ταχεία παρέμβαση, άμεσο έλεγχο πραγματικών περιστατικών, προστασία των δεσμών του παιδιού και ουσιαστικό περιορισμό των τετελεσμένων που γεννά ο χρόνος. Όταν το σύστημα αργεί, η αποξενωτική πρακτική προλαβαίνει. Όταν το σύστημα προλαβαίνει, η πρακτική αποδυναμώνεται.
Επιπλέον, η ευθύνη δεν αφορά μόνο τον κακόβουλο γονέα. Η συμβολή τρίτων εξετάζεται μόνο μέσα στα αυστηρά όρια της ποινικής ευθύνης, δηλαδή όταν υπάρχει συγκεκριμένη ιδιότητα, συγκεκριμένο καθήκον, συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη και σαφής αιτιώδης σύνδεσμος με τη βλάβη του παιδιού. Οι ειδικοί ψυχικής υγείας δεν στοχοποιούνται ως κατηγορία, αλλά ελέγχονται όταν προκύπτουν συγκεκριμένες, αποδεδειγμένα ψευδείς ή κακόβουλες ενέργειες, με τα κατάλληλα ποινικά και πειθαρχικά εργαλεία λογοδοσίας. Με απλά λόγια, η πρόληψη δεν είναι να τιμωρούμε γενικά και αόριστα, αλλά να προστατεύουμε έγκαιρα το παιδί και να μην επιτρέπουμε σε κανέναν, γονέα ή τρίτο, να κατασκευάζει πραγματικότητες που το βλάπτουν.
Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να αναδείξει, μέσα από το πρίσμα της ψυχοθεραπευτικής εμπειρίας, τον τρόπο με τον οποίο η αποξενωτική πρακτική εγγράφεται στον ψυχισμό του παιδιού και πώς η απουσία έγκαιρου ορίου μπορεί να οδηγήσει σε σταδιακή ψυχική επιβάρυνση. Στην κλινική εμπειρία, ο χρόνος δεν λειτουργεί ουδέτερα. Κάθε επαναλαμβανόμενη παρεμπόδιση επικοινωνίας, κάθε ακύρωση επαφής, κάθε μήνυμα φόβου ή απόρριψης δεν περνά απλώς, αλλά εγγράφεται σταδιακά ως εσωτερική πραγματικότητα για το παιδί.
Όταν οι αποξενωτικές συμπεριφορές συνεχίζονται χωρίς έγκαιρη και ξεκάθαρη θεσμική αντίδραση, ο ψυχικός πόνος δεν εκτονώνεται. Συσσωρεύεται. Το παιδί μαθαίνει να αμφισβητεί τις ανάγκες του, να αποκόπτει συναισθήματα, να προσαρμόζεται σε ένα περιβάλλον όπου η σχέση με τον στοχευμένο γονέα βιώνεται ως απειλή. Σε αυτό το σημείο, η παρέμβαση δεν αφορά πλέον μια διαφωνία μεταξύ ενηλίκων, αλλά την προστασία ενός ψυχισμού που διαμορφώνεται μέσα σε συνθήκες πίεσης και σύγχυσης.
Η απουσία άμεσης ποινικής κύρωσης δεν σημαίνει ότι η βλάβη δεν συντελείται. Σημαίνει ότι η ευθύνη μετατοπίζεται στην έγκαιρη, προληπτική και αποφασιστική θεσμική αντίδραση, πριν η αποξένωση παγιωθεί και ο ψυχικός τραυματισμός γίνει μέρος της αναπτυξιακής πορείας του παιδιού. Όταν το σύστημα παρεμβαίνει νωρίς, δημιουργεί όριο. Όταν καθυστερεί, το παιδί καλείται να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα που δεν επέλεξε.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τη γονική αποξένωση δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν θα επιβληθεί ποινή σε κάθε περίπτωση, αλλά στο αν το κράτος διαθέτει τα εργαλεία να αναγνωρίζει εγκαίρως την αποξενωτική πρακτική ως μορφή ψυχικής κακοποίησης και να παρεμβαίνει πριν οι συνέπειες γίνουν μη αναστρέψιμες.
Τέλος ως οικογενειακή συστημική θεραπεύτρια συντάσσομαι με τη θέση ότι, η ποινική αναγνώριση των αποξενωτικών πρακτικών δεν αποτελεί τον μοναδικό κι ούτε αναγκαστικό μέσο προστασίας ώστε το παιδί να μη μένει εκτεθειμένο σε μια βλάβη που εξελίσσεται σιωπηρά, ενίοτε όμως, η ποινική αναγνώριση των αποξενωτικών πρακτικών αποτελεί τον αναγκαίο μέσο προστασίας του ανηλίκου πριν η ψυχική βλάβη του ανηλίκου καταστεί μη αναστρέψιμη.
Ευγενία Νικ. Παπαδοπούλου
Ψυχοθεραπεύτρια
Οικογενειακή Συστημική θεραπεύτρια.
PLUS


