Αρνούνται τα πάντα οι κατηγορούμενοι – Τι είπαν οι αυτόπτες μάρτυρες
Της ΤΖΕΝΗΣ ΜΑΡΚΟΥ
Δύο αδέλφια που κατηγορούνται -μεταξύ άλλων- και που δείχνουν ως υπαίτιο της συμπλοκής συγγενικό πρόσωπο του θύματος. Τρεις συγγενείς του 30χρονου Κώστα Μπασιλάρη που μιλούν για αιφνιδιαστική επίθεση, αλλά δεν είδαν ποιος τον χτύπησε. Μια σερβιτόρα που μιλάει για άνθρωπο που «έψαχνε μαχαίρι» μέσα στο μαγαζί και η πρώην σύζυγος του ιδιοκτήτη που περιγράφει σκηνές χάους, αίματα και καθαρισμό του χώρου πριν ολοκληρωθεί η αστυνομική έρευνα. Το παζλ του θανάτου του 30χρονου στην Πάτρα συντίθεται από αντικρουόμενες καταθέσεις, σιωπές και κρίσιμα κενά. Όλοι ήταν εκεί. Κανείς δεν είδε ποια πρόσωπα χτυπούσαν τον άτυχο Κώστα. Η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» φέρνει στο φως καταθέσεις-κλειδιά που καταγράφουν καρέ καρέ όσα προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν τον θανατηφόρο ξυλοδαρμό.
Αρνούνται τις κατηγορίες
Ο 36χρονος κατηγορούμενος κατέθεσε ότι δεν είχε καμία εμπλοκή στον θάνατο του Κώστα Μπασιλάρη και ότι την κρίσιμη στιγμή δεν βρισκόταν στο σημείο όπου εντοπίστηκε ο 30χρονος αναίσθητος. Στην κατάθεσή του τόνισε: «Αρνούμαι την κατηγορία η οποία μου αποδίδεται. Δεν έχω καμία σχέση με τον θάνατο του Κώστα Μπασιλάρη. Την ώρα που δέχθηκε τα θανατηφόρα χτυπήματα, τόσο εγώ όσο και ο αδελφός μου βρισκόμασταν στο πίσω μέρος του καταστήματος». Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν είδε τα χτυπήματα και ότι αντιλήφθηκε τον 30χρονο πεσμένο στο πάτωμα εκ των υστέρων.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι το επεισόδιο ξεκίνησε μετά από ενέργεια συγγενικού προσώπου του θύματος. Περιέγραψε ότι είχε προηγηθεί φιλική προσέγγιση, η οποία εξελίχθηκε σε ένταση, υποστηρίζοντας ότι «αντιλήφθηκα τον ξάδελφο του θύματος να βάζει το δεξί του χέρι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού, να βγάζει ένα μαχαίρι και να προσπαθεί επανειλημμένα, με ύπουλες κινήσεις από κάτω προς τα πάνω, να χτυπήσει εμένα και τον αδελφό μου». Στην ίδια κατάθεση σημείωσε ότι φώναξε τη λέξη «μαχαίρι» και τραβήχτηκε προς τα πίσω για να αποφύγει τα χτυπήματα, επιδεικνύοντας τραύματα στην κοιλιακή χώρα και στον θώρακα. Ο 36χρονος υποστήριξε επίσης ότι ο συγγενής του θύματος είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση. Στην κατάθεσή του τόνισε: «Είναι προφανές ότι είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση, εναντίον μου και εναντίον του αδελφού μου». Πρόσθεσε ότι το επεισόδιο γενικεύθηκε έπειτα από αυτή την απόπειρα και πως ακολούθησε συμπλοκή ανάμεσα στις δύο παρέες.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο 39χρονος αδελφός του. Στην κατάθεσή του ανέφερε: «Δεν έχω καμία σχέση με τον θάνατο του Κωνσταντίνου. Δεν έχω καταφέρει κανένα θανατηφόρο χτύπημα, ούτε καν είδα τα θανατηφόρα χτυπήματα». Τόνισε ότι βρισκόταν σε απόσταση αρκετών μέτρων από την είσοδο του καταστήματος και ότι είδε τον 30χρονο πεσμένο στο έδαφος μόνο αφού το επεισόδιο είχε ολοκληρωθεί.
Ο 39χρονος πρόσθεσε ότι δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξη μαχαιριού μέχρι να ακούσει τον αδελφό του να φωνάζει τη λέξη «μαχαίρι». Στη συνέχεια περιέγραψε ότι άκουσε τον συγγενή του θύματος να φωνάζει «μ… θα σας γ… θα σας σκοτώσω». Παράλληλα, στην κατάθεση που έδωσε στις 6 Ιανουαρίου στις Αρχές σημείωσε: «Ο αδελφός μου τον χτύπησε με γροθιές και θεωρώ ότι αν δεν με είχε προειδοποιήσει και δεν τον είχε χτυπήσει, θα με είχε σκοτώσει».
Οι συγγενείς
Στον αντίποδα, οι συγγενείς του Κώστα Μπασιλάρη παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα για το πώς ξεκίνησε το επεισόδιο. Ο 27χρονος ξάδελφος του θύματος ανέφερε ότι μόλις μπήκαν στο κατάστημα κάθισαν όλοι μαζί σε τραπέζι που βρισκόταν δεξιά του χώρου, απέναντι από το μπαρ, ενώ άλλος ξάδελφος είπε αριστερά του χώρου. Αντίθετα, ο κουνιάδος του 30χρονου κατέθεσε ότι η παρέα κάθισε σε πάσο που βρισκόταν στο βάθος του καταστήματος και αριστερά.
Για την έναρξη της έντασης ο 27χρονος ξάδελφος κατέθεσε ότι πλησίασε την άλλη παρέα για να χαιρετήσει και ότι «ο 39χρονος μου είπε να τραβήξω το χέρι μου και να μην τον ακουμπάω». Την ίδια ώρα στην κατάθεσή του πρόσθεσε ότι επέστρεψε στο τραπέζι του χωρίς να συνεχιστεί εκείνη τη στιγμή η ένταση. Ο κουνιάδος του θύματος, όμως, κατέθεσε ότι η επίθεση ξεκίνησε αιφνιδιαστικά. Σημείωσε: «Ο 39χρονος απευθυνόμενος προς όλους μας με έντονο, αγριεμένο ύφος μας είπε “τι έγινε, ρε μάγκες, γιατί χορεύετε εδώ;”. Πριν προλάβουμε να απαντήσουμε κάτι, άρχισαν να μας επιτίθενται».
Παρά τις διαφορετικές περιγραφές για την αρχή του επεισοδίου, όλες οι μαρτυρίες της παρέας του 30χρονου συγκλίνουν σε ένα σημείο. Κανένας από τους συγγενείς του δεν κατέθεσε ότι είδε ποιος χτύπησε τον Κώστα. Στις καταθέσεις τους αναφέρουν ότι «επικράτησε χάος μέσα στο κατάστημα και ότι δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε ποιος τσακωνόταν με ποιον». Κοινός τόπος όλων είναι ότι είδαν τον 30χρονο αναίσθητο δίπλα στην πόρτα του καταστήματος, χωρίς να μπορούν να περιγράψουν τι ακριβώς συνέβη στα κρίσιμα δευτερόλεπτα πριν από την κατάρρευσή του.
Το κενό αυτό, που αφορά τον χρόνο και τον χώρο όπου ο 30χρονος δέχθηκε τα χτυπήματα που αποδείχθηκαν μοιραία, παραμένει μέχρι στιγμής αναπάντητο. Οι καταθέσεις των δύο αδελφών μεταθέτουν την ευθύνη σε συγγενικό πρόσωπο του θύματος. Οι συγγενείς του Κώστα περιγράφουν επίθεση από την άλλη παρέα, χωρίς να κατονομάζουν τον δράστη. Το μοναδικό στοιχείο που αναμένεται να φωτίσει τα κρίσιμα δευτερόλεπτα είναι το βιντεοληπτικό υλικό από τις κάμερες του καταστήματος, το οποίο πλέον θεωρείται καθοριστικό για την εξέλιξη της έρευνας.
Οι αυτόπτες μάρτυρες
Οι καταθέσεις των προσώπων που βρίσκονταν μέσα στο νυχτερινό κατάστημα πριν και μετά τη συμπλοκή ανοίγουν νέο κύκλο ερωτημάτων για το τι ακριβώς συνέβη στον χώρο, ποιοι κινήθηκαν απειλητικά, ποιος αναζητούσε μαχαίρι και τι έγινε αμέσως μετά τον θανατηφόρο ξυλοδαρμό του Κώστα Μπασιλάρη. Η «Μ» φέρνει στο φως για πρώτη φορά τις καταθέσεις της πρώην συζύγου του ιδιοκτήτη και του ίδιου του ιδιοκτήτη, αλλά και της σερβιτόρας.
Η πρώτη εργαζόμενη του καταστήματος κατέθεσε ότι περίπου στις 04.15 μπήκαν στο μαγαζί τέσσερις άνδρες Ρομά και κάθισαν σε τραπέζι δίπλα στην πόρτα της τουαλέτας. Σημείωσε ότι από την πρώτη στιγμή ήταν μεθυσμένοι και επιθετικοί. Στην κατάθεσή της ανέφερε: «Με το που μπήκαν στο κατάστημα και πήγα να τους πάρω παραγγελία, ζήτησαν να τους βάλω ποτό χτυπώντας απειλητικά τα χέρια τους στο τραπέζι». Πρόσθεσε ότι ένας από αυτούς «έρχεται μερικές φορές στο μαγαζί και τις περισσότερες από αυτές δημιουργεί προβλήματα, καθώς είναι αρκετά επιθετικός».
Η ίδια ανέφερε ότι αυτή η παρέα άρχισε να ειρωνεύεται και να προκαλεί άλλους πελάτες. Συγκεκριμένα σημείωσε: «Πήγαιναν και χόρευαν κοροϊδευτικά μπροστά στην άλλη παρέα, κάνοντας συνεχώς χειρονομίες».
Περιέγραψε ακόμη ότι «ένας από αυτούς πλησίασε έναν εκ των ανδρών της άλλης παρέας και τον έπιασε απότομα από το πρόσωπο», γεγονός που οδήγησε σε άμεση αντίδραση και έναρξη συμπλοκής. Όπως κατέθεσε, «άρχισαν να τσακώνονται με μπουνιές και κλωτσιές και επικράτησε χάος». Στο πιο κρίσιμο σημείο της κατάθεσης, η εργαζόμενη ανέφερε: «Αντίκρισα τον Κ. Μ. να φωνάζει ότι θέλει να βρει μαχαίρι». Πρόσθεσε ότι δίπλα του υπήρχε μαχαίρι, το οποίο πήρε η ίδια και το μετέφερε στην κουζίνα «για να μην το βρει και κρύφτηκα εκεί».
Η δεύτερη γυναίκα που κατέθεσε είναι η πρώην σύζυγος του ιδιοκτήτη του καταστήματος. Πρόκειται για πρόσωπο που γνωρίζει τον χώρο και τους θαμώνες και βρέθηκε στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης λίγο μετά τις 04.30. Στην κατάθεσή της ανέφερε ότι η ίδια παρέα Ρομά καθόταν κοντά στην πόρτα της τουαλέτας και ζήτησε επιτακτικά να παραγγείλει. Σημείωσε: «Με εμφανώς επιτακτικό ύφος μου ζήτησαν να τους δώσω ένα μπουκάλι». Όταν τους ζήτησε να μετακινήσουν ελαφρώς το τραπέζι τους, ένας από αυτούς της απάντησε: «Όποιος θέλει να το μετακινήσει, να έρθει εδώ να μου το πει. Εμένα με λένε Μαρ… Θα κάνεις ό,τι σου λέω εγώ». Η ίδια ανέφερε ότι η συμπεριφορά της συγκεκριμένης παρέας ήταν απειλητική και προκλητική. Περιέγραψε ότι ένας από αυτούς «πήγε προς την άλλη παρέα ανδρών και τους μιλούσε επιθετικά, κινούμενος απειλητικά προς τη μεριά τους» και ότι στη συνέχεια «έσπρωξε έναν από τους άλλους άνδρες». Αμέσως μετά, όπως κατέθεσε, ξεκίνησε η συμπλοκή. Στην ίδια κατάθεση πρόσθεσε: «Άκουσα έναν από την παρέα των Ρομά να λέει ότι θέλει να βρει μαχαίρι». Ανέφερε ότι φοβήθηκε, αποχώρησε από το κατάστημα και ζήτησε να κληθεί η Αστυνομία. Όταν επέστρεψε, σημείωσε ότι είδε «τρεις άνδρες από την παρέα Ρομά αιμόφυρτους, με τον έναν εξ αυτών σε ημιλιπόθυμη κατάσταση στο πάτωμα». Στη συνέχεια η πρώην σύζυγος του ιδιοκτήτη ανέφερε τι συνέβη αμέσως μετά το τέλος της συμπλοκής. Σημείωσε: «Μετά το τέλος του τσακωμού επικρατούσε σύγχυση στο μαγαζί και ιδιαίτερα στον εξωτερικό χώρο αυτού».
Πρόσθεσε ότι κάποιος από το διπλανό μαγαζί της έδωσε κινητό τηλέφωνο και της είπε «ο Γιάννης», πάρ’ τον να του μιλήσεις. Όπως κατέθεσε, επρόκειτο για τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, στον οποίο είπε: «Έλα κάτω τώρα γιατί έχει γίνει χαμός στο μαγαζί».
Σύμφωνα με την ίδια κατάθεση, ο ιδιοκτήτης έφτασε περίπου μισή ώρα αργότερα. Σημείωσε ότι εντός του καταστήματος υπήρχαν «σπασμένα ποτήρια, καρέκλες και ένα τραπέζι στο πάτωμα». Ανέφερε ακόμη ότι «σταγόνες αίματος υπήρχαν στην πόρτα του μπάνιου» και ότι τότε είδε τον DJ του καταστήματος «να καθαρίζει το πάτωμα και τα γυαλιά με σφουγγαρίστρα» και πρόσθεσε: «Εγώ δεν πείραξα τίποτα στον χώρο, μόνο με ένα βετέξ καθάρισα ένα τραπέζι που είχε αίματα και λίγο τον τοίχο της πόρτας που είχε σταγόνες από αίματα».
Κομβικό στοιχείο προκύπτει και από την κατάθεση του ιδιοκτήτη, που φέρνει στο φως για πρώτη φορά η «Μ». Κατέθεσε ότι περίπου στις 04.00 τον κάλεσε η πρώην σύζυγός του και τον ενημέρωσε ότι «γίνεται φασαρία στο μαγαζί και να πάω γρήγορα από εκεί». Ανέφερε ότι όταν έφτασε, το κατάστημα ήταν ήδη κλειδωμένο και έξω βρίσκονταν αστυνομικοί. Ο ιδιοκτήτης σημείωσε ότι το μαγαζί διαθέτει κάμερες ασφαλείας που «όπως διαπίστωσα από την αναζήτηση που πραγματοποίησα μαζί με αστυνομικούς σήμερα, δεν υπάρχει καταγραφικό». Πρόσθεσε ότι πριν από περίπου τρεις μήνες, κατά τη διάρκεια ανακαίνισης, «το καταγραφικό βρισκόταν κανονικά στη θέση του και ήταν λειτουργικό».
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Τα θύματα του ξυλοδαρμού στο μπαρ της Πάτρας μιλούν για πρώτη φορά – «Από θαύμα επιζήσαμε»
PLUS


