Η απολογία του γκαλερίστα Τσαγκαράκη, ο άγνωστος που του προμήθευσε το Ευαγγέλιο του 1745 και η περιουσία από την Αίγυπτο

Το eReportaz παρουσιάζει όλα όσα είπε ο γνωστός γκαλερίστας Γιώργος Τσαγκαράκης στην πολύωρη απολογία του, σχετικά με το πώς περιήλθαν στην κατοχή του τόσο το Ευαγγέλιο του 1745 όσο και πίνακες οι οποίοι απεδείχθησαν πλαστοί.

Ελένη Καρανικόλα – Κοντορούση 

Τις προηγούμενες ημέρες, αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και εγγύηση 50.000 ευρώ, ενώ όλοι οι τραπεζικοί του λογαριασμοί έχουν δεσμευτεί.

Ενώπιον των ανακριτικών αρχών ανέφερε πως είναι «εκτιμητής πολύτιμων κοσμημάτων, με πτυχίο διαμαντολογίας και με βάση αυτό μπορώ να προβαίνω σε εκτιμήσεις σχετικά με τις ιδιότητες, τα χαρακτηριστικά και την αξία κοσμημάτων. Ο τρόπος με τον οποίο τα αντικείμενα έρχονται στην κατοχή μας είναι είτε μέσω αγοραπωλησίας, κυρίως από το εξωτερικό, εκδίδοντας τιμολόγια, είτε από ιδιωτικές συλλογές».

Το επίμαχο ευαγγέλιο

Ο γκαλεαριστας κλήθηκε να δώσει απαντησεος για το πώς το επίμαχο Ευαγγέλιο ήρθε στην κατοχή του. Αυτό, όπως ισχυρίστηκε έγινε «μέσω ενός ιδιώτη, ο οποίος, όπως έμαθα είναι διευθυντής γνωστής εταιρείας, ο οποίος απευθύνθηκε σε εμάς προκειμένου να μας παρουσιάσει κάποια αντικείμενα, μαζί και το ευαγγέλιο, που διαθέτει προς δημοπράτηση. Μάλιστα, έκανα και ραντεβού μαζί του και τον γνώρισα προσωπικά και μου ανέφερε ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα τα έχει στην κατοχή του πάρα πολλά χρόνια προερχόμενα από τους γονείς του.

Για το Ευαγγέλιο δεν είχα σχετικές γνώσεις, προέβην σε μια έρευνα στο διαδίκτυο προκειμένου να έχω συγκριτικά μεγέθη σχετικά με την τιμή πώλησης αντίστοιχων αντικειμένων. Όμως επειδή δεν βρήκα κάτι στην αναζήτηση μου, συμφωνήσαμε με τον πωλητή να θέσουμε ως τιμή ασφαλείας το ποσό των 500 ευρώ.

Την τιμή αυτή την ορίσαμε διότι, κατόπιν έρευνας που κάναμε στο διαδίκτυο, διαπιστώσαμε ότι εκείνη την εποχή που χρονολογείται το ευαγγέλιο (1745), όλα τα ευαγγέλια της ορθοδοξίας εκτυπώνονταν στα ελληνικά στην Βενετία. Επομένως, θεώρησα ότι δεν είναι ένα μοναδικό και σπάνιο κομμάτι, καθώς εκείνη την περίοδο είχαν τυπωθεί πάρα πολλά αντίστοιχα τέτοια (αποτελεί εκτύπωση και όχι χειρόγραφο)» ανέφερε μεταξύ άλλων.

Ο γνωστός γκαλερίστας ανέφερε ακόμα το πώς ξεκίνησε να επιδεικνύει το επίμαχο ευαγγέλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

«Ανεβάσαμε το αντικείμενο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της εταιρίας όπου υπήρχε μεγάλη επισκεψιμότητα. Όταν διάβασα τα σχόλια, άρχισα να προβληματίζομαι, αναρωτώμενος αν πράγματι αυτό το αντικείμενο χρειάζεται να συνοδεύεται κάποιου είδους άδεια και έτσι άμεσα ήρθα σε επικοινωνία αρχικά με την Εφορία Αρχαιοτήτων στον Πειραιά, η οποία με παρέπεμψε να απευθυνθώ στην αρμόδια Εφορία Αρχαιοτήτων Αθηνών, εκφράζοντάς την επιθυμία να μεταβώ προκειμένου να δηλώσω το αντικείμενο το οποίο μου είπε ότι έπρεπε να δηλωθεί.

Ωστόσο, δεν πρόλαβα να πάω καθότι συνελήφθην. Το επίμαχο Ευαγγέλιο φέρεται ότι έχει κατασκευασθεί στην πόλη της Βενετίας της, τότε – ως εισαγόμενο μνημείο – δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου για το οποίο κατηγορούμαι. Τα ίδια δε ισχύουν και για τις τέσσερεις θρησκευτικές εικόνες, για τις οποίες μάλιστα έχω βάσιμες επιφυλάξεις, για το αν χρονολογούνται πριν το έτος 1830. Όσο αφορά την εικόνα της Παναγίας, που υπογράφεται από τον Ιωάννη Ξανθάκη, πρόκειται περί πρόσφατης εικονογραφίας».

Ο ίδιος εξήγησε ακόμα και πώς βρέθηκαν στην κατοχή του τα έργα τα οποία τον έβαλαν σε μπελάδες με τη δικαιοσύνη.

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, σε μία εύπορη οικογένεια και οι γονείς μου στο πατρικό μου σπίτι είχαν πάρα πολλά αντικείμενα συλλεκτικής αξίας, καθώς και πληθώρα πινάκων ζωγραφικής, διότι ήταν συλλέκτες. Όταν ήρθα στην Ελλάδα τα αντικείμενα τα αποθήκευσα στην αποθήκη στο Ελληνικό. Σε αυτή την αποθήκη εκτός από αυτά τα αντικείμενα, έχω και άλλα αντικείμενα προερχόμενα από καταστήματα μου τα οποία έχουν κλείσει εδώ και πολλά χρόνια.

Σχετικά με τα φερόμενα ως βυζαντινής περιόδου αντικείμενα, τα είχαν αποκτήσει οι γονείς μου στο μακρινό παρελθόν και τα οποία φυλάσσονταν στην αποθήκη, χωρίς καμία πρόθεση να τα εμπορευθώ ή να τα αξιοποιήσω καθ’ οιονδήποτε τρόπο.

Τα θεωρούσα — και είναι – ευτελούς αξίας και αγνοούσα τη χρονολογία κατασκευής τους, καθώς και ότι θα μπορούσαν να υπάγονται στις περί αρχαιοτήτων νομικές διατάξεις.

Οι 147 πίνακες, που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν αποτελούν προσωπική δική μου συλλογή και προέρχονται από κληροδότημα των εκλιπόντων πλέον γονέων μου και δεν διατέθηκαν ποτέ προς πώληση και δεν τους έχω επιδείξει ούτε στο κοινό ούτε σε κανέναν άλλον.

Κάποιοι, πιθανότατα προέρχονται και από καταστήματα μου τα οποία έχουν κλείσει, των οποίων οι ιδιοκτήτες παρότι κλήθηκαν να έρθουν να τους παραλάβουν, καθότι κρίθηκε από εμάς ότι ήταν αμφιβόλου γνησιότητας, ουδέποτε εμφανίστηκαν.

Οι υπόλοιποι πίνακες βρέθηκαν στην κατοχή μου δυνάμει συμβάσεων παρακαταθήκης με τους ιδιοκτήτες αυτών, οι οποίοι άπαντες μας διαβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για γνήσια έργα τέχνης».

Μάρτυρας – κλειδί

Μάρτυρας κλειδί που κατέθεσε κατά του γκαλερίστα είναι η προϊσταμένη της Διεύθυνσης, Συλλόγων, Καλλιτεχνικού και Μουσειολογικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης, η οποία εκτίμησε πως πληθώρα πινάκων είναι πλαστοί.

«Την πεποίθηση περί της αυθεντικότητας των εν λόγω έργων, διατηρώ μέχρι και σήμερα, αμφισβητώντας τα όσα καταθέτει η μάρτυρας Ε. Α. προβαίνοντας σε μια πρόχειρη και επιπόλαιη επισκόπηση των έργων, και μάλιστα μακροσκοπική. Χαρακτηριστικό είναι, μάλιστα, ότι η εν λόγω μάρτυρας σπεύδει να χαρακτηρίσει ως απομιμήσεις τα έργα, που έθετα σε δημοπρασία μέσω της τηλεοπτικής εκπομπής μου, απλώς και μόνον παρατηρώντας τα από την τηλεόραση!

Η μάρτυρας, εξάλλου, τυγχάνει προϊσταμένη της Διεύθυνσης, Συλλόγων, Καλλιτεχνικού και Μουσειολογικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης, δηλαδή συνεργάτιδα του βασικού καταγγέλλοντος Γεωργίου Οικονομόπουλου, νομικού συμβούλου της Εθνικής Πινακοθήκης.

Όταν η υπάλληλος της Εθνικής Πινακοθήκης ήρθε στην αποθήκη, προκειμένου να αξιολογήσει τους πίνακες, αποφάνθηκε. επιπόλαια χωρίς να κατεβάσει ούτε έναν πίνακα από τα ράφια και απουσία φωτισμού, καθότι η αποθήκη δεν ηλεκτροδοτείται, ότι όλοι οι πίνακες είναι πλαστοί αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι δεν χρειάζεται να τους κατεβάσουμε».

Ο Γιώργος Τσαγκαρακης αρνειται τις κατηγορίες, επισημαίνοντας πως ουδέποτε θα διακύβευε τη φήμη του και την μακρόχρονη πορεία του ως επιχειρηματίας, επισημαίνοντας πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει επίσημος φορέας που να μπορεί να απευθυνθεί κάποιος ώστε να πιστοποιήσει τη γνησιότητα πινάκων ζωγραφικής και άλλων έργων τέχνης, παρά μόνο ιδιώτες πραγματογνώμονες.

Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στην εφημερίδα «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» που κυκλοφορεί την Κυριακή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Τσαγκαράκης: Οι τρεις καταγγελίες στις αρχές για πλαστούς πίνακες και η επιβεβαίωση από χήρα πασίγνωστου ζωγράφου



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ