Η πτώση του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία προκάλεσε ανακούφιση σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και ενθουσιασμό σε όσους βιάστηκαν να δουν σε αυτήν μια συνολική ήττα της ακροδεξιάς. Είναι όμως λάθος να διαβαστεί έτσι. Η εκλογική του ήττα δεν σηματοδοτεί το τέλος ενός πολιτικού κύματος· αντίθετα, αποκαλύπτει τα όριά του — και ταυτόχρονα τις αντοχές του.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Για χρόνια, ο Όρμπαν λειτούργησε ως πρότυπο για μια ολόκληρη γενιά πολιτικών που επιχείρησαν να επαναπροσδιορίσουν τη δημοκρατία ως κάτι πιο «ελεγχόμενο», πιο εθνικά περιχαρακωμένο, πιο καχύποπτο απέναντι στους θεσμούς. Δεν ήταν απλώς ένας ακόμη ηγέτης της δεξιάς. Ήταν το success story ενός μοντέλου που υποσχόταν ισχύ χωρίς λογοδοσία και ταυτότητα χωρίς αμφιβολία. Και γι’ αυτό έγινε αγαπημένος κύκλων γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ και το διεθνές δίκτυο που προσπαθεί να εξάγει τον «τραμπισμό» στην Ευρώπη.
Το γεγονός ότι αυτό το μοντέλο ηττήθηκε εκλογικά δεν σημαίνει ότι κατέρρευσε. Σημαίνει ότι έφτασε σε ένα όριο: το σημείο όπου η ρητορική δεν αρκεί πια για να καλύψει τη φθορά της εξουσίας. Διαφθορά, οικονομική πίεση, διοικητική αναποτελεσματικότητα — όλα όσα συχνά συνοδεύουν μακροχρόνιες κυβερνήσεις — τελικά επανήλθαν στο προσκήνιο. Όσο ισχυρός κι αν είναι ο έλεγχος των θεσμών, δεν μπορεί επ’ άπειρον να υποκαθιστά την πραγματικότητα.
Κι όμως, όσοι πανηγυρίζουν σήμερα, κάνουν το ίδιο λάθος που έκαναν και το 2020 μετά την ήττα του Τραμπ: μπερδεύουν την απομάκρυνση ενός προσώπου με την εξάλειψη του φαινομένου. Η δυσαρέσκεια που γέννησε τον Όρμπαν — και τους πολιτικούς που τον μιμήθηκαν — δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, παραμένει βαθιά ριζωμένη σε κοινωνίες που νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται, ότι δεν ωφελούνται από την ανάπτυξη, ότι χάνουν τον έλεγχο της ζωής τους.
Ο Πέτερ Μαγιάρ, που ανέτρεψε τον Όρμπαν, είναι από μόνος του μια ένδειξη αυτής της πολυπλοκότητας. Δεν προέρχεται από κάποια «καθαρή» αντιπολιτευτική παράδοση, αλλά από το ίδιο πολιτικό περιβάλλον που τώρα καλείται να αντικαταστήσει. Η επιτυχία του δεν είναι μόνο νίκη της δημοκρατίας — είναι και σύμπτωμα της κρίσης του παλιού συστήματος. Συγκέντρωσε ετερόκλητες δυνάμεις, από φιλελεύθερους μέχρι απογοητευμένους συντηρητικούς, όχι επειδή συμφωνούν σε όλα, αλλά επειδή ήθελαν να φύγει το προηγούμενο καθεστώς.
Η μεγάλη νίκη της Ουγγαρίας, με άλλα λόγια, μοιάζει πολύ με τη μονόπλευρη νίκη του Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές του 2020, που έλαβαν χώρα εν μέσω πανδημίας. Είναι σχεδόν αδύνατο να θυμηθούμε τώρα πόσο ένιωθαν εκατομμύρια Αμερικανοί – και πολλά ακόμη εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο – σαν μια στιγμή λύτρωσης και απελευθέρωσης, και σαν το σίγουρο τέλος του εφιάλτη του Τραμπ. Όσο δραστικά διαφορετικές κι αν είναι η Ουγγαρία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, το κεντρικό δίλημμα παραμένει το ίδιο: Η συγκρότηση ενός συνασπισμού υπέρ της δημοκρατίας για την ανατροπή ενός αντιδραστικού καθεστώτος είναι ένα πράγμα. Η διαχείριση της δημοκρατικής διακυβέρνησης με τρόπο που αποδυναμώνει ή νικάει τις βαθιά εδραιωμένες αντιδραστικές δυνάμεις εντός της δυτικής κοινωνίας είναι εντελώς διαφορετικό.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς έπεσε ο Όρμπαν. Είναι τι θα συμβεί μετά. Γιατί η ιστορία δείχνει ότι η «αντι-» πολιτική — αντι-αυταρχική, αντι-λαϊκιστική, αντι-Όρμπαν — δεν αρκεί για να κυβερνήσει. Χρειάζεται θετικό σχέδιο, και εκεί είναι που συχνά αρχίζουν τα προβλήματα. Αν η νέα ηγεσία περιοριστεί σε μια πιο «ευρωπαϊκή» εκδοχή της ίδιας οικονομικής πολιτικής που τροφοδότησε την ανισότητα και την αποξένωση, τότε το έδαφος για την επιστροφή παρόμοιων δυνάμεων θα παραμείνει.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αυταπάτη της ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ: η ιδέα ότι το πρόβλημα είναι κυρίως επικοινωνιακό ή ιδεολογικό. Ότι αν περιοριστεί η ρητορική της ακροδεξιάς, αν απομονωθούν τα πρόσωπα, αν «διορθωθεί» το αφήγημα, το φαινόμενο θα ξεθωριάσει. Δεν είναι έτσι. Το πρόβλημα είναι βαθιά υλικό και πολιτικό. Έχει να κάνει με το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει σε μια εποχή διαρκών αλλαγών.
Η αποτυχία του διεθνούς «τραμπισμού» να κρατήσει τον Όρμπαν στην εξουσία δείχνει και κάτι ακόμη: ότι τα πολιτικά μοντέλα δεν εξάγονται τόσο εύκολα όσο φαντάζονται οι υποστηρικτές τους. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν τις δικές τους ιδιαιτερότητες, τις δικές τους ισορροπίες και τις δικές τους αντιστάσεις. Η εικόνα μιας ενιαίας, συντονισμένης ακροδεξιάς διεθνούς είναι περισσότερο επικοινωνιακή κατασκευή παρά πραγματικότητα.
Αυτό όμως δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό. Αντίθετα, ίσως κάνει την κατάσταση πιο απρόβλεπτη. Γιατί αν το προηγούμενο κύμα έχει φτάσει στα όριά του, το επόμενο δεν είναι ακόμη ορατό. Μπορεί να είναι πιο κατακερματισμένο, πιο «αυθόρμητο», λιγότερο ελεγχόμενο από κόμματα και περισσότερο συνδεδεμένο με κοινωνικές εκρήξεις και κινητοποιήσεις χωρίς σαφή ιδεολογική ταυτότητα.
Η ήττα του Όρμπαν, τελικά, δεν είναι μια ιστορία νίκης. Είναι μια στιγμή αποκάλυψης. Δείχνει ότι η δημοκρατία μπορεί ακόμη να αντιδρά, αλλά και ότι δεν έχει λύσει τα προβλήματά της. Ότι τα αυταρχικά μοντέλα μπορούν να φθαρούν, αλλά και ότι οι συνθήκες που τα γεννούν παραμένουν ζωντανές.
Όποιος πιστεύει ότι η Ευρώπη «ξεμπέρδεψε» με αυτό το κεφάλαιο, απλώς δεν έχει καταλάβει πόσο βαθιά είναι η κρίση που το δημιούργησε.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ο Ρούμεν Ράντεφ φαίνεται ότι θα κερδίσει τις βουλευτικές εκλογές στη Βουλγαρία
PLUS


