Ιράν και ΗΠΑ: Μια σύγκρουση που δεν λύνεται, αλλά παίζεται στον χρόνο

Η σημερινή κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν είναι απλώς άλλη μία γεωπολιτική αντιπαράθεση· είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η ανισορροπία ισχύος, οι διαφορετικές στρατηγικές αντιλήψεις και η ιστορική δυσπιστία μπορούν να παγιδεύσουν δύο χώρες σε έναν φαύλο κύκλο σύγκρουσης. Καθώς η διαπραγμάτευση δεν έχει ακόμη αρχίσει και η εκεχειρία πήρε “παράταση”  ο καθένας αντιλαμβάνεται πως το βασικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι πως το Ιράν δεν βλέπει κανέναν λόγο να συμβιβαστεί — και αυτό αλλάζει πλήρως τους όρους του παιχνιδιού.

Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, η στρατηγική βασίζεται σε μια κλασική λογική πίεσης: οικονομικές κυρώσεις, στρατιωτική ισχύς και διπλωματική απομόνωση, με στόχο να αναγκαστεί η Τεχεράνη να υποχωρήσει. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, αυτή η προσέγγιση φαίνεται να αποτυγχάνει. Αντί να κάμψει το Ιράν, έχει συμβάλει στο να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση και την ανθεκτικότητά του.

Το Ιράν, αντίθετα, φαίνεται να λειτουργεί με μια εντελώς διαφορετική λογική. Δεν επιδιώκει έναν άμεσο συμβιβασμό, αλλά τη διαχείριση της σύγκρουσης με τρόπο που να διατηρεί ή και να αυξάνει τη στρατηγική του επιρροή. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι μπορεί να αντέξει την πίεση — είτε αυτή προέρχεται από κυρώσεις είτε από στρατιωτικές απειλές — και ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της.

Ένας βασικός λόγος για αυτή τη στάση είναι τα ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά που διαθέτει το Ιράν. Αυτά περιλαμβάνουν το πυρηνικό του πρόγραμμα, το οπλοστάσιο πυραύλων και τη γεωστρατηγική του θέση, ιδιαίτερα τη δυνατότητα να επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ — έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως. Αυτά τα στοιχεία δεν είναι απλώς στρατιωτικά μέσα, αλλά εργαλεία πολιτικής ισχύος που καθιστούν το Ιράν πιο ανθεκτικό σε εξωτερικές πιέσεις.

Αντίθετα, οι ΗΠΑ φαίνεται να αντιμετωπίζουν εσωτερικά προβλήματα στρατηγικής συνοχής. Η αμερικανική αντιπροσωπεία στις πρώτες τουλάχιστον διαπραγματεύσεις δεν είχε σαφείς στόχους ή την απαραίτητη εξουσιοδότηση για να λάβει αποφάσεις, γεγονός που υπονομεύει την αξιοπιστία της. Η παραδοχή του αντιπροέδρου Τζ. Ντ. Βανς ότι η αμερικανική ομάδα έπρεπε να συμβουλευτεί τον Τραμπ πάνω από δώδεκα φορές κατά τη διάρκεια των ολοήμερων συνομιλιών φαίνεται να υποστηρίζει αυτή την άποψη, ενώ η ιρανική πλευρά ισχυρίζεται ότι είχε πλήρη διαπραγματευτική εξουσία. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: ενώ η Ουάσιγκτον επιδιώκει μεγάλες παραχωρήσεις, δεν φαίνεται να είναι σε θέση να προσφέρει ένα συνεκτικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης.

Η διαφορά αυτή στις προσεγγίσεις εξηγεί γιατί οι συνομιλίες όπως αυτές της προηγούμενης εβδομάδας συχνά καταλήγουν σε αδιέξοδο. Το Ιράν δεν αισθάνεται πίεση να κάνει παραχωρήσεις, ενώ οι ΗΠΑ δεν μπορούν εύκολα να αποδεχθούν μια συμφωνία που δεν θα ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις τους. Μετά την αποτυχία του πρώτου γύρου συνομιλιών στην Ισλαμαμπάντ να καταλήξει σε συμφωνία , ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθάρισε ότι δεν επιδιώκει συμβιβασμό. «Δεν θέλω 90%, δεν θέλω 95%», είπε . «Τα θέλω όλα». Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση όπου καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να κάνει το πρώτο βήμα.

Επιπλέον, η Τεχεράνη φαίνεται να υπολογίζει και τις ευρύτερες συνέπειες της σύγκρουσης. Η πιθανότητα διατάραξης της παγκόσμιας οικονομίας — ιδιαίτερα μέσω της ενέργειας — λειτουργεί ως μοχλός πίεσης προς τη Δύση. Το Ιράν εκτιμά ότι οι διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης κρίσης θα ωθήσουν τελικά τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους σε πιο ρεαλιστικές θέσεις.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η διαφορετική αντίληψη του «χρόνου». Για τις ΗΠΑ, η ανάγκη για άμεσα αποτελέσματα — είτε για πολιτικούς είτε για στρατηγικούς λόγους — είναι έντονη. Αντίθετα, το Ιράν φαίνεται διατεθειμένο να περιμένει, θεωρώντας ότι η μακροχρόνια φθορά θα αποδυναμώσει την αμερικανική θέση. Αυτή η ασυμμετρία δημιουργεί ένα διαπραγματευτικό πλεονέκτημα για την Τεχεράνη.

Με τα δεδομένα αυτά όλοι αντιλαμβάνονται ότι χωρίς μια ουσιαστική αλλαγή στρατηγικής από την πλευρά της Ουάσιγκτον, η πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας παραμένει περιορισμένη. Η επιμονή σε μια πολιτική μέγιστης πίεσης δεν φαίνεται να οδηγεί σε αποτελέσματα, ενώ ενδέχεται να ενισχύει περαιτέρω τη σκληρή στάση του Ιράν.

Η κρίση αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο δίδαγμα για τη διεθνή πολιτική: η ισχύς δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από κατανόηση του αντιπάλου. Στην περίπτωση των ΗΠΑ και του Ιράν, η έλλειψη αυτής της κατανόησης φαίνεται να είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ειρήνη.

Το Ιράν δεν προσπαθεί απαραίτητα να λύσει τη σύγκρουση, αλλά να τη διαχειρίζεται έτσι ώστε να τη βγάζει σε βάθος χρόνου κερδισμένο. Πιστεύει ότι όσο περνά ο χρόνος, η θέση του θα δυναμώνει, γιατί μια μεγάλη κρίση στην ενέργεια θα επηρεάσει όλο τον κόσμο — και κανείς δεν θέλει να πληρώσει αυτό το κόστος.

Παράλληλα, ο βασικός του στόχος είναι να βγει από τη διεθνή απομόνωση. Μέσα από τη σύγκρουση προσπαθεί να δείξει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι ούτε η περιοχή του Κόλπου ούτε η παγκόσμια οικονομία μπορούν να είναι σταθερές χωρίς τη συμμετοχή και τη σταθερότητα του ίδιου του Ιράν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Παρατείνει ο Τραμπ την εκεχειρία, μέχρι το Ιράν να καταθέσει την πρότασή του

Ενεργειακή κρίση: Έκτακτα μέτρα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το δύσκολο καλοκαίρι της Ευρώπης



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ