Η συμφωνία της 17ης Μαΐου 1983 θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις πιο αποτυχημένες απόπειρες επιβολής «ειρήνης» στη Μέση Ανατολή. Τότε, μετά την ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο και υπό την ισχυρή πίεση της Ουάσιγκτον, η κυβέρνηση του Αμίν Τζεμαγιέλ υπέγραψε συμφωνία ασφαλείας με το Ισραήλ. Η συμφωνία προέβλεπε αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων και δημιουργία ενός νέου πλαισίου σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, όμως μεγάλο μέρος του λιβανικού πολιτικού κόσμου την αντιμετώπισε ως συγκαλυμμένη μορφή υποταγής στοΤελ Αβίβ. Μέσα σε λίγους μήνες κατέρρευσε, κυρίως λόγω της αντίδρασης της Συρίας και των φιλοϊρανικών οργανώσεων.
Σήμερα, περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται — αλλά με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Από τον Απρίλιο του 2026, οι ΗΠΑ έχουν ξεκινήσει άμεσες διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε Ισραήλ και Λίβανο στην Ουάσιγκτον, τις πρώτες τέτοιου επιπέδου από τη δεκαετία του 1980.
Οι συνομιλίες ξεκίνησαν μετά την κλιμάκωση του πολέμου Ισραήλ–Χεζμπολάχ και την αμερικανική πρωτοβουλία για δεκαήμερη εκεχειρία τον Απρίλιο. Η εκεχειρία στη συνέχεια επεκτάθηκε επανειλημμένα, με νέο κύκλο συνομιλιών στις 14–15 Μαΐου στην Ουάσιγκτον.
Πίσω από τη δημόσια γλώσσα περί «σταθερότητας» και «ασφάλειας συνόρων», οι πραγματικοί στόχοι των συνομιλιών είναι πολύ βαθύτεροι. Το Ισραήλ απαιτεί ουσιαστικά τρία πράγματα: πλήρη αποστρατιωτικοποίηση της νότιας λιβανικής ζώνης, αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και σταδιακή μετάβαση σε πολιτική εξομάλυνση σχέσεων.
Η Βηρυτός, από την άλλη, προσπαθεί να αποφύγει την εικόνα μιας νέας «συμφωνίας υποταγής». Ο πρόεδρος Ζοζέφ Αούν και ο πρωθυπουργός Ναουάφ Σαλάμ δηλώνουν πως οι συνομιλίες αφορούν αποκλειστικά εκεχειρία, αποχώρηση ισραηλινών στρατευμάτων από τον νότο και εφαρμογή της απόφασης 1701 του ΟΗΕ. Παράλληλα όμως, η ίδια η λιβανική κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε κινήσεις που πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητες: τον Μάρτιο χαρακτήρισε επίσημα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Χεζμπολάχ «εκτός νόμου» και ζήτησε την παράδοση του οπλισμού της στο κράτος.
Αυτό ακριβώς κάνει πολλούς αναλυτές να μιλούν για μια «νέα 17η Μαΐου». Όπως το 1983, έτσι και σήμερα, οι ΗΠΑ επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική και οικονομική αδυναμία του Λιβάνου ώστε να επιβάλουν μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Η Ουάσιγκτον πιέζει ανοιχτά για περιορισμό της ιρανικής επιρροής και διάλυση του στρατιωτικού μηχανισμού της Χεζμπολάχ. Οι πρόσφατες αμερικανικές κυρώσεις εναντίον Λιβανέζων αξιωματούχων και στελεχών που θεωρούνται κοντά στη Χεζμπολάχ εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική πίεσης.
Η Χεζμπολάχ απορρίπτει πλήρως τις συνομιλίες, χαρακτηρίζοντάς τες προσπάθεια επιβολής κανονικοποίησης με το Ισραήλ. Δεν συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις και ξεκαθαρίζει ότι οποιαδήποτε συμφωνία που θα περιορίζει το «δικαίωμα αντίστασης» δεν θα γίνει αποδεκτή.
Το πρόβλημα για τη Βηρυτό είναι ότι βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε τρεις τεράστιες πιέσεις: την οικονομική κατάρρευση, τη συνεχιζόμενη ισραηλινή στρατιωτική πίεση και τη διεθνή απαίτηση για αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Η λιβανική οικονομία εκτιμάται ότι θα συρρικνωθεί τουλάχιστον κατά 7% μέσα στο 2026 λόγω του πολέμου, ενώ πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί.
Γι’ αυτό και το βασικό ερώτημα σήμερα δεν είναι αν θα υπάρξει συμφωνία. Είναι αν ο Λίβανος μπορεί να αντέξει πολιτικά και κοινωνικά μια νέα αναδιάταξη ισχύος χωρίς να ξανακυλήσει σε εσωτερική αποσταθεροποίηση — όπως ακριβώς συνέβη μετά το 1983.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ισραήλ–Λίβανος: Παράταση 45 ημερών στην κατάπαυση πυρός μετά από συμφωνία ΗΠΑ
Ισραηλινός στρατός: Νέες εντολές εκκένωσης στο νότιο Λίβανο εν μέσω επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ
PLUS


