Ξανά στο σκαμνί η σύζυγος του πρώην ενστόλου της Βουλής: ««Δεν ενήργησε ούτε ως μητέρα, αλλά ούτε και ως αστυνομικός»

  • Η «Μ» παρουσιάζει αποκλειστικά το σκεπτικό-καταπέλτη της εισαγγελικής έφεσης

  • Η εισαγγελική λειτουργός ζητάει η υπόθεση να κριθεί εκ νέου από μηδενική βάση

  • Η κατηγορουμένη είχε τη δυνατότητα να προστατεύσει τα παιδιά της και να απευθυνθεί στις αρμόδιες Αρχές, υποστηρίζει στο σκεπτικό της η εισαγγελική έφεση

Της Ελένης Καρανικόλα – Κοντορούση

Ξανά στο εδώλιο, σε μία από τις πιο σκοτεινές και σοκαριστικές υποθέσεις που απασχόλησαν τα τελευταία χρόνια τη χώρα,
ζητάει η εισαγγελέας να καθίσει η σύζυγος του πρώην αστυνομικού της Βουλής, επίσης αστυνομικός, ασκώντας
έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που την αθώωσε κατά πλειοψηφία. Μια υπόθεση που προκάλεσε αποτροπιασμό όχι
μόνο για όσα καταγγέλθηκαν, αλλά κυρίως γιατί, σύμφωνα με τη δικογραφία, εκτυλίχθηκαν εκεί όπου κάθε παιδί θα έπρεπε
να νιώθει ασφαλές: μέσα στο ίδιο το σπίτι του.

Το δικαστήριο είχε δεχθεί ότι η κατηγορουμένη ενήργησε υπό καθεστώς αδυναμίας αντίληψης του αδίκου των πράξεών της και υπό την πίεση ενός ασφυκτικού διλήμματος, ζώντας σε συνθήκες φόβου και τρόμου και συγκεκριμένα σύμφωνα με την απολογία της «ήταν ο φόβος της για τον κατηγορούμενο, επειδή είχε γνωστούς στην Αστυνομία, δούλευε στη νύχτα, είχε επαφές με πολιτικά πρόσωπα και την Greek Mafia». Ο εισαγγελικός λειτουργός, όμως, θεωρεί ότι η κρίση αυτή δεν μπορεί να σταθεί και ζητάει η υπόθεση να κριθεί εκ νέου από μηδενική βάση.

Η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» παρουσιάζει αποκλειστικά το σκεπτικό-καταπέλτη της εισαγγελικής έφεσης, που επιχειρεί να
ανατρέψει την αθωωτική απόφαση και φωτίζει με σκληρό τρόπο τον ρόλο που, κατά την εισαγγελική εκτίμηση, διαδραμάτισε η μητέρα των παιδιών, αναγνωρίζοντας πως όχι μόνο δεν έκανε κάτι για να το σταματήσει, αλλά συμμετείχε στις απεχθείς πράξεις βιασμού και κακοποίησης των ίδιων των παιδιών της.

Εργασιακό περιβάλλον

Η εισαγγελέας άλλωστε θεωρεί πως «το εργασιακό περιβάλλον που ζούσε (Αστυνομία), η μόρφωσή της (πανεπιστήμιο), η
υποστήριξη των γονέων της που ήταν αστυνομικοί, οι ψυχολόγοι και οι έμπειροι ανακριτικοί υπάλληλοι στο Τμήμα της Ενδοοικογενειακής Βίας που υπηρετούσε, οι αυστηροί κανόνες ηθικής στην Αστυνομία, η δυνατότητα εξ αυτού να γνωρίζει τα δικαιώματά της, να γνωρίζει -μέσω της δυνατότητας των συμβουλευτικών υπηρεσιών της Αστυνομίας- τον καλύτερο τρόπο για να οργανώσει την επ’ αυτοφώρω σύλληψή του συγκατηγορουμένου της, το γεγονός ότι και η ίδια ήταν αξιόπιστη αφού διατελούσε αστυνομικός», σχολιάζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι είχε όλα τα εχέγγυα για να αποτρέψει την κακοποίηση των παιδιών της.  Άνθρωποι που έχουν γνώση της δικογραφίας μιλούν για μια υπόθεση που ξεπερνά ακόμη και τα όρια της επαγγελματικής εμπειρίας τους, αλλά και κάθε όριο ανθρώπινης διαστροφής. Πολλές, μάλιστα, από τις λεπτομέρειες δεν μπορούν καν να μεταφερθούν αυτούσιες σε ένα δημοσιογραφικό κείμενο χωρίς να προσβάλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι ίδιοι οι γονείς των παιδιών. Πρόσωπα που είχαν καθήκον να τα προστατεύουν και να
διασφαλίζουν την ασφάλεια και την ψυχική ισορροπία τους. Αντ’ αυτού, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα ανήλικα φέρονται να βίωσαν επί σειρά ετών αδιανόητες μορφές σεξουαλικής και ψυχολογικής κακοποίησης μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον τους.

Βαρύτητα

Ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση προσδίδει το γεγονός ότι και οι δύο κατηγορούμενοι υπηρετούσαν στην Ελληνική Αστυνομία και έχουν πλέον αποταχθεί. Η μητέρα, η οποία αθωώθηκε κατά πλειοψηφία με ψήφους 5-2, υπηρετούσε μάλιστα σε τμήμα που χειριζόταν υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με την εισαγγελική επιχειρηματολογία, αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς συνδέεται άμεσα με το επίπεδο γνώσεων και την επαγγελματική εμπειρία που διέθετε η κατηγορουμένη σε ζητήματα προστασίας ευάλωτων θυμάτων. Παράλληλα, λειτουργεί σαν γέφυρα για την αξιολόγηση της στάσης που φέρεται να τήρησε απέναντι στις καταγγελλόμενες πράξεις και των επιλογών που είχε στη διάθεσή της κατά το επίμαχο διάστημα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εισαγγελική έφεση εστιάζει ιδιαίτερα στη στάση που φέρεται να τήρησε η κατηγορουμένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με την έκθεση εφέσεως που παρουσιάζει σήμερα η «Μ», η κατηγορουμένη είχε τη δυνατότητα να προστατεύσει τα παιδιά της και να απευθυνθεί στις αρμόδιες Αρχές. Κατά την εισαγγελέα, όχι μόνο γνώριζε τη σοβαρότητα των καταγγελλόμενων πράξεων, αλλά λόγω της ιδιότητάς της ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως τις συνέπειές τους στα ανήλικα θύματα. Υπό αυτό το πρίσμα, κατά την εισαγγελική κρίση, παρέλειψε να ενεργήσει παρά το ιδιαίτερο καθήκον προστασίας που είχε τόσο ως μητέρα όσο και ως αστυνομικός.

Στην έκθεση εφέσεως η εισαγγελικός λειτουργός εξηγεί αναλυτικά γιατί θεωρεί ότι το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 33 του Ποινικού Κώδικα περί μη καταλογισμού λόγω ανυπέρβλητου διλήμματος και γιατί, κατά την άποψή της, η υπόθεση πρέπει να επιστρέψει στο ακροατήριο.

«Εσφαλμένα εφαρμόστηκε το άρθρο 33»

Η εισαγγελέας ξεκινάει αμφισβητώντας ευθέως τη βασική νομική παραδοχή πάνω στην οποία στηρίχθηκε η αθωωτική κρίση αναφέροντας πως «το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 33 ΠΚ και δεν της
καταλόγισε τις ως άνω πράξεις, τις οποίες τέλεσε» και συνεχίζει: «Η παραδοχή ενός γενικού λόγου αποκλεισμού του
καταλογισμού θα οδηγούσε σε κατάλυση της έννομης τάξης, αφού κανένας δεν μπορεί να τοποθετεί τα όρια του αδίκου με βάση τις δικές του αυθαίρετες αξιολογήσεις, εν γνώσει και κατά περιφρόνηση της πυραμίδας των αξιών της κοινωνίας».

Η εισαγγελέας κρίνει πως δεν συντρέχει καμία προϋπόθεση του επίμαχου άρθρου ώστε να μην καταλογιστεί στη μητέρα η εγκληματική συμπεριφορά της, «διότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε αδυναμία της μέσα σε χρονικό διάστημα 8 ετών να συμμορφωθεί προς το δίκαιο, η οποία να οφείλεται σε ανυπέρβλητο για την ίδια δίλημμα εξαιτίας σύγκρουσης καθηκόντων, με δεδομένο ότι η ίδια είχε την ιδιότητα της αστυνομικού, υπηρετούσε στη ΓΑΔΑ στην ενδοοικογενειακή βία, ήταν κόρη αστυνομικών και η πολιτεία τής εμπιστεύθηκε τη διαφύλαξη των εννόμων αγαθών της κοινωνίας κι είχε μάλιστα κριθεί ικανή να φέρει όπλο και συνεπώς είχε τη δυνατότητα και ικανότητα να προβεί σε καταγγελία, καθώς η ένταση του φόβου που βίωσε από τη συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου της δεν ήταν συνεχής».

Η αναφορά στην ιδιότητά της ως αστυνομικού Κεντρική θέση στην έφεση καταλαμβάνει η επαγγελματική ιδιότητα της κατηγορουμένης. Η εισαγγελέας υπενθυμίζει ότι δεν επρόκειτο για έναν πολίτη που αγνοούσε τις διαδικασίες προστασίας θυμάτων, αλλά για μια εν ενεργεία αστυνομικό, η οποία γνώριζε πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί προστασίας ανηλίκων και θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Μάλιστα αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι υπηρετούσε σε τμήμα που χειριζόταν αντίστοιχες υποθέσεις. Κατά την κρίση της διέθετε τη γνώση, την εμπειρία και τις δυνατότητες να αναζητήσει βοήθεια και να ενεργοποιήσει εγκαίρως τις αρμόδιες Αρχές.

Οι έξι ευκαιρίες που, κατά την εισαγγελέα, δεν αξιοποιήθηκαν Στο σκεπτικό απαριθμούνται συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά
τις οποίες, σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, η κατηγορουμένη μπορούσε να ζητήσει βοήθεια ή να
προχωρήσει σε καταγγελία, και παρ’ όλ’ αυτά δεν το έπραξε. «Υπήρξαν τουλάχιστον έξι περιπτώσεις που είχε τη δυνατότητα
να δράσει είτε λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου, είτε λόγω της ύπαρξης υποστηρικτικού περιβάλλοντος και συγκεκριμένα: 1) κατά τη διαμονή της στην Κοζάνη, με τους γονείς της, το έτος 2016, που απευθύνθηκε σε δικηγόρο για την έκδοση διαζυγίου, 2) κατά τη νοσηλεία του συγκατηγορουμένου της με Η1Ν1 στην εντατική του νοσοκομείου 401, τον Ιανουάριο του 2016, που έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου, 3) κατά τη νοσηλεία της ίδιας στο Νοσοκομείο 401, 4) κατά την πτώση του ανήλικου τέκνου τους από το μπαλκόνι, που κινητοποιήθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες, και κατά τη νοσηλεία του τον Ιούλιο του 2020 στο Νοσοκομείο Παίδων Αγία Σοφία, 5) όταν η ανήλικη κόρη τους αναφέρθηκε τον Απρίλιο του έτους 2023 σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και κλήθηκε για να ενημερωθεί από το σχολείο και εκείνη διέψευδε ενώπιον της διευθύντριας του σχολείου και της  δασκάλας ότι η κόρη δέχεται βία στο σπίτι, ενώ δεν φάνηκε καθόλου φοβισμένη (…), 6) στις 23.2.2024 όταν κατήγγειλε τη σωματική βία σε βάρος της ίδιας και των παιδιών της στο Α.Τ. Καλλιθέας και αποσιώπησε τις γενετήσιες πράξεις στα ανήλικα τέκνα της».

Το υποστηρικτικό περιβάλλον

Η εισαγγελέας απορρίπτει και τον ισχυρισμό ότι η κατηγορουμένη βρισκόταν πλήρως απομονωμένη. «Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι υπήρχε στήριξη από τους γονείς της, την αδελφή της, την κουμπάρα της, αλλά ως απεδείχθη και από τρίτα πρόσωπα, όπως την προϊσταμένη της αστυνομικής υπηρεσίας της Βουλής». Και καταλήγει: «Όλα τα ανωτέρω είναι στοιχεία που καταδεικνύουν ότι υποστήριζε την επιλογή της να μη συμμορφωθεί με το δίκαιο και μπορούσε να επιλέξει να μην τελέσει τις εγκληματικές πράξεις που η ίδια καταθέτει ότι τέλεσε με τον συγκατηγορούμενό της σε βάρος των ανηλίκων τέκνων της, απευθυνόμενη αρμοδίως, καθόσον δεν υπήρχε  ανυπέρβλητο για την ίδια δίλημμα».

«Τόλμησε και αντέδρασε, αλλά σιώπησε»

Ξεχωριστή θέση στο σκεπτικό καταλαμβάνει η καταγγελία που υπέβαλε η κατηγορουμένη τον Φεβρουάριο του 2024 για περιστατικά σωματικής βίας. «Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι εφόσον η ίδια στις 23.2.2024 κατήγγειλε τη σωματική βία σε βάρος της ίδιας και των παιδιών της στο Α.Τ. Καλλιθέας (…), τόλμησε δηλαδή και αντέδρασε (…), εντούτοις όμως σιώπησε
για την τέλεση ασελγών πράξεων (…)» εξηγώντας: «Με τον τρόπο αυτό επέτρεψε και στους δύο συνειδητά τη συνέχιση
των ασελγών πράξεων με ανήλικους συγγενείς εντός της οικογένειας με τη συμμετοχή της. Έβαλε δηλαδή μπροστά στο συμφέρον των παιδιών της την ντροπή της, αναφέροντας πολλάκις ότι ντράπηκε, γι’ αυτό δεν το είπε». Ενώ σε άλλο σημείο αναφέρεται: «Άρα, εν πλήρει συνειδήσει αποδέχθηκε τη συνέχισή τους και με τη συμμετοχή της. Στην πραγματικότητα κατήγγειλε τον ξυλοδαρμό που δεχόταν η οικογένεια από τον κατηγορούμενο και απέκρυψε τα αδικήματα του βιασμού από κοινού, της κατάχρησης σε ασέλγεια από κοινού και των γενετήσιων πράξεων κατά συρροή από κοινού, διότι συμμετείχε και η ίδια σε αυτά τα εγκλήματα».

Η εισαγγελικός λειτουργός στέκεται και στις ψυχιατρικές εκτιμήσεις για την 39χρονη μητέρα: «Περαιτέρω από την
ακροαματική διαδικασία η ίδια κατέθεσε και ως μάρτυρας και ως κατηγορουμένη ότι αντιλαμβάνεται το κακό που έκανε στα παιδιά της, συνεπώς γνώριζε το μέγεθος της προσβολής και το άδικο αυτής. Όπως αποδείχθηκε από όλες τις ψυχιατρικές εκτιμήσεις, δεν απώλεσε τη βουλητική της ικανότητα, είχε πλήρη συνείδηση χωρίς διαταραχές αντίληψης και είχε την  ικανότητα να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των αξιόποινων πράξεών της.

Ο δε ψυχίατρος καταθέτει ενώπιον του δικαστηρίου: «(και η κατηγορουμένη) θεωρούσε ότι αν δεν συναινέσει θα υπήρχαν
συνέπειες για την ίδια και τα παιδιά της. Μα ήδη υπήρχαν …

Συνεπώς η καταγγελία της δεν θα μετέβαλλε την κατάσταση προς το χειρότερο», αναφέρει σχετικά η λειτουργός και επισημαίνει τα εξής: «Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι εφόσον η ίδια στις 23.2.2024 κατήγγειλε τη σωματική βία σε βάρος της ίδιας και των παιδιών της, τόλμησε δηλαδή και αντέδρασε (ξεπέρασε το μούδιασμα που κατέθεσε ο ψυχίατρος ότι είχε λόγω της επανειλημμένης βίας), εντούτοις όμως σιώπησε για την τέλεση ασελγών πράξεων…».

«Δεν μίλησε για να μην υποστεί τις συνέπειες»

Από τα πλέον αιχμηρά σημεία της έφεσης είναι εκείνο στο οποίο η εισαγγελέας αμφισβητεί ευθέως την επίκληση του φόβου ως αιτίας σιωπής. «Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός της δεν είναι πειστικός καθόσον αφού ήδη ξεπέρασε το μούδιασμα και αντέδρασε, επέλεξε “να μιλήσει”, μερικώς όμως. Δεν μίλησε για τις γενετήσιες πράξεις για να μην υποστεί τις συνέπειες από τη συμμετοχή της, την οποία κάλυψε χρησιμοποιώντας το επιχείρημα του φόβου», αναφέρει σχετικά η εισαγγελικός λειτουργός.

Στο σκεπτικό περιλαμβάνεται και ειδική αναφορά στο διάστημα που η κατηγορουμένη είχε μεταβεί στην Κοζάνη προκειμένου να ζητήσει διαζύγιο, «εγκαταλείποντας τα παιδιά στον συγκατηγορούμενό της», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως «δεν δίνει πειστικές εξηγήσεις γιατί κατά τη χρονική αυτή περίοδο δεν φοβόταν ότι ο κατηγορούμενος θα τα σκοτώσει ή ότι θα τους κάνει κακό και τα άφησε στο έλεός του».

Το τελικό συμπέρασμα

Το σκεπτικό ολοκληρώνεται με την επανάληψη της θέσης ότι δεν υπήρχε πραγματική σύγκρουση καθηκόντων που να δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 33 Π.Κ. «Το καθήκον της ήταν εν προκειμένω νομικό, ηθικό και γονεϊκό, ήταν να προστατεύσει τα παιδιά της, να διατηρήσει την υγεία και την ασφάλειά τους, και συνακόλουθα αφενός να μην επιτρέψει στον πατέρα τους να διαπράξει τις εγκληματικές πράξεις που διέπραξε, αφετέρου δε να μη συμμετάσχει και η ίδια στις πράξεις. Δεν υπήρχε καθήκον της να προβαίνει σε ασελγείς πράξεις. Το αντίθετο μάλιστα, τα ανήλικα παιδιά της δεν θα μπορούσαν να κινδυνέψουν άλλο εάν κατήγγελλε επιτέλους  τον συγκατηγορούμενό της».

Όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΜΠΑΜ» της Κυριακής 31 Μαΐου



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ