Από το διπλωματικό θρίλερ στη συμφωνία των 60 ημερών: Πώς ο Τραμπ λίγο έλειψε να τινάξει στον αέρα τις συνομιλίες με το Ιράν

Για μερικές ώρες, στο ορεινό τοπίο της Ελβετίας, φάνηκε πως η εύθραυστη διαδικασία προσέγγισης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν όδευε προς κατάρρευση. Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, οι νέες προειδοποιήσεις για το Στενό του Ορμούζ και η έντονη αντίδραση της ιρανικής αντιπροσωπείας δημιούργησαν την εντύπωση ότι ακόμη μία διπλωματική πρωτοβουλία στη Μέση Ανατολή θα κατέληγε στο γνωστό αδιέξοδο των αμοιβαίων κατηγοριών.

Λίγες ώρες αργότερα, όμως, οι ίδιες αντιπροσωπείες ανακοίνωναν ότι είχαν συμφωνήσει στη συνέχιση της διαδικασίας και στην υιοθέτηση ενός οδικού χάρτη διάρκειας εξήντα ημερών για την επίτευξη μιας πιο ολοκληρωμένης συμφωνίας. Δεν πρόκειται για ιστορική συνθήκη ούτε για οριστική διευθέτηση των διαφορών. Πρόκειται, ωστόσο, για κάτι που πριν από λίγες εβδομάδες φαινόταν σχεδόν αδιανόητο: τη διατήρηση ενός διαύλου επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο χώρες που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν στα πρόθυρα άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης.

Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει και τη βαθύτερη αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν. Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να παρουσιάσει τη συμφωνία ως αποτέλεσμα της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» που ακολουθεί ο Ντόναλντ Τραμπ. Από την άλλη, η ίδια αυτή πίεση απειλεί διαρκώς να υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις που υποτίθεται ότι υπηρετεί.

Το επεισόδιο στην Ελβετία υπήρξε χαρακτηριστικό. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η ιρανική πλευρά αντέδρασε έντονα όταν ο Αμερικανός πρόεδρος επανέφερε δημοσίως το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών ενεργειών σε περίπτωση που η Τεχεράνη δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Η αντίδραση δεν ήταν απλώς επικοινωνιακή. Για την ιρανική ηγεσία, η δημόσια απειλή συνιστά αμφισβήτηση της ίδιας της λογικής των διαπραγματεύσεων. Η Τεχεράνη επιθυμεί να εμφανίζεται ως ισότιμος συνομιλητής και όχι ως κράτος που υπογράφει συμφωνίες υπό καθεστώς εξαναγκασμού.

Παρά τις εντάσεις, κανείς δεν έδειξε πραγματικά πρόθυμος να εγκαταλείψει το τραπέζι. Ο λόγος είναι απλός. Και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι το κόστος μιας αποτυχίας θα ήταν εξαιρετικά υψηλό.

Για το Ιράν, η οικονομική πίεση εξακολουθεί να είναι ασφυκτική. Η ανάγκη αποκατάστασης των εξαγωγών πετρελαίου, η πρόσβαση σε δεσμευμένα κεφάλαια και η αναζήτηση ενός σταθερότερου περιφερειακού περιβάλλοντος αποτελούν κρίσιμες προτεραιότητες. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διατήρηση της σταθερότητας στον Περσικό Κόλπο αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποφυγή μιας νέας ενεργειακής αναταραχής με διεθνείς συνέπειες.

Στο επίκεντρο όλων βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ. Η στενή αυτή θαλάσσια δίοδος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς κόμβους του πλανήτη. Ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου διέρχεται από τα νερά του. Κάθε απειλή περιορισμού της ναυσιπλοΐας προκαλεί αμέσως ανησυχία στις αγορές, στις ναυτιλιακές εταιρείες και στις κυβερνήσεις που εξαρτώνται από τις ενεργειακές εισαγωγές.

Αυτό εξηγεί γιατί το Ορμούζ έχει μετατραπεί σε σύμβολο των διαπραγματεύσεων. Για την Ουάσιγκτον, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αρχή. Για την Τεχεράνη, αντιθέτως, η δυνατότητα άσκησης πίεσης στην περιοχή παραμένει ένα από τα ελάχιστα στρατηγικά εργαλεία που διαθέτει απέναντι σε μια υπερδύναμη με συντριπτική στρατιωτική και οικονομική υπεροχή.

Πίσω από το ζήτημα του Ορμούζ, ωστόσο, βρίσκεται ένα ευρύτερο περιφερειακό παζλ. Οι εξελίξεις στον Λίβανο, η παρουσία της Χεζμπολάχ, οι σχέσεις του Ιράν με τις φιλοϊρανικές οργανώσεις της περιοχής και ο ρόλος του Ισραήλ αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία μιας διαπραγμάτευσης που ξεπερνά κατά πολύ το πυρηνικό πρόγραμμα ή τις οικονομικές κυρώσεις.

Αυτό ακριβώς εξηγεί και τη συμμετοχή τρίτων χωρών στη διαδικασία. Το Κατάρ και το Πακιστάν ανέλαβαν ρόλο διαμεσολαβητή όχι μόνο για να αποτρέψουν μια κατάρρευση των συνομιλιών, αλλά και επειδή γνωρίζουν ότι μια νέα περιφερειακή σύγκρουση θα επηρέαζε άμεσα ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή. Η διπλωματία των μεσαίων δυνάμεων αποδείχθηκε, για ακόμη μία φορά, καθοριστική εκεί όπου οι μεγάλοι πρωταγωνιστές δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις ίδιες τους τις αντιφάσεις.

Η συμφωνία των εξήντα ημερών δεν λύνει κανένα από τα θεμελιώδη προβλήματα. Δεν αίρει τις βαθιές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Δεν εξαλείφει την αμοιβαία καχυποψία. Δεν εγγυάται ότι δεν θα υπάρξουν νέες κρίσεις ή νέες προκλήσεις στο πεδίο.

Αποκαλύπτει, όμως, κάτι σημαντικότερο: ότι ακόμη και στη σημερινή Μέση Ανατολή, όπου οι στρατιωτικές επιλογές συχνά μοιάζουν να κυριαρχούν επί της πολιτικής, η διπλωματία εξακολουθεί να επιβιώνει. Όχι επειδή υπάρχει εμπιστοσύνη, αλλά επειδή η εναλλακτική είναι πολύ πιο επικίνδυνη.

Ίσως αυτό να είναι και το πραγματικό συμπέρασμα των συνομιλιών στην Ελβετία. Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη δεν πλησιάζουν ακόμη την ειρήνη. Απομακρύνονται, όμως, έστω προσωρινά, από το ενδεχόμενο μιας νέας σύγκρουσης. Και στη σημερινή Μέση Ανατολή, αυτό από μόνο του συνιστά μια μικρή αλλά όχι αμελητέα διπλωματική επιτυχία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Βανς: «Νέα σελίδα» με τον λαό του Ιράν – «Ιστορική στιγμή» και κρίσιμο βήμα για την αποκλιμάκωση της κρίσης

Καύσιμα: Νέα αποκλιμάκωση σε βενζίνη και πετρέλαιο μετά τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ