Λευτέρης Φραγκιουδάκης: «Η φωτιά είναι πόλεμος»

Βαριές αιχμές για λάθη και παθογένειες στη δασοπυρόσβεση από τον Λευτέρη Φραγκιουδάκη, πρώην γενικό διευθυντή Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ

Εν μέσω της φετινής αντιπυρικής περιόδου και με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει ολοένα και πιο ψηλά, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» ο πρώην γενικός διευθυντής Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, Λευτέρης Φραγκιουδάκης.

Πρόκειται για μια κατάθεση εμπειρίας δεκαετιών από έναν άνθρωπο που υπηρέτησε τη Δασική Υπηρεσία σε κρίσιμες θέσεις και έζησε από κοντά μερικές από τις μεγαλύτερες πυρκαγιές της χώρας. Η πολυετής πορεία του δημιούργησε ισχυρό αποτύπωμα στον χώρο της δασοπροστασίας, με συναδέλφους και ανθρώπους που γνωρίζουν το έργο του να αναφέρουν πως δεν άφησε πίσω του μόνο μια σημαντική επαγγελματική διαδρομή, αλλά μια ολόκληρη παρακαταθήκη γνώσης, εμπειρίας και προσφοράς για τις επόμενες γενιές των δασικών λειτουργών.

Οι παρεμβάσεις και τα λεγόμενα του δεν αποτελούν απλώς μια αποτίμηση γεγονότων. Συνιστούν μια συνολική κριτική για τον τρόπο με τον οποίο η χώρα αντιμετωπίζει τις δασικές πυρκαγιές, τις δομικές αδυναμίες του συστήματος και τις παθογένειες που, όπως υποστηρίζει, εξακολουθούν να παραμένουν αναλλοίωτες παρά τις τραγωδίες που έχουν προηγηθεί.

Σύνθετη επιστήμη

Ο κ. Φραγκιουδάκης υποστηρίζει ότι η αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών απαιτεί εξειδικευμένη γνώση, εμπειρία πεδίου και επιστημονική κατάρτιση, στοιχεία που παραδοσιακά διαθέτουν οι δασολόγοι και οι δασικοί υπάλληλοι. Για τον ίδιο, η δασοπυρόσβεση δεν είναι μια απλή επιχειρησιακή διαδικασία, αλλά μια σύνθετη επιστήμη που απαιτεί βαθιά γνώση του φυσικού περιβάλλοντος και της συμπεριφοράς της φωτιάς.

«Δεν είναι απλώς να σπάσεις ένα τζάμι, να ρίξεις νερό και να φύγεις», αναφέρει χαρακτηριστικά, απορρίπτοντας τη λογική με την οποία συχνά επιχειρείται να εξομοιωθεί μια δασική πυρκαγιά με μια φωτιά σε αστικό περιβάλλον.

Όπως εξηγεί, οι δασικές πυρκαγιές καθορίζονται από τρεις κρίσιμους παράγοντες: την καύσιμη ύλη, τον άνεμο και τη θερμοκρασία. Η συνεχής αλληλεπίδραση αυτών των παραγόντων μεταβάλλει διαρκώς τη συμπεριφορά του μετώπου, καθιστώντας αναγκαία την άμεση λήψη αποφάσεων. Μέσα σε λίγα λεπτά, μια ελεγχόμενη κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη καταστροφή.

Τα πρώτα πέντε λεπτά

Σύμφωνα με τον πρώην γενικό διευθυντή Δασών, ο επικεφαλής μιας επιχείρησης κατάσβεσης πρέπει μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά να έχει ήδη σχηματίσει πλήρη εικόνα για την πιθανή εξέλιξη της πυρκαγιάς.

Οφείλει να αξιολογήσει τις καιρικές συνθήκες, τη μορφολογία του εδάφους, τα είδη της βλάστησης, την ποσότητα της καύσιμης ύλης και τις πιθανές μεταβολές που θα παρουσιαστούν τις επόμενες ώρες. Δεν αρκεί να γνωρίζει πού βρίσκεται η φωτιά τη δεδομένη στιγμή. Πρέπει να μπορεί να προβλέψει πού θα βρίσκεται μετά από μία, δύο ή και δέκα ώρες.

«Η φωτιά σβήνει κυρίως τη νύχτα», τονίζει, εξηγώντας ότι οι νυχτερινές ώρες αποτελούν συχνά τη σημαντικότερη ευκαιρία για την αναχαίτιση ενός μεγάλου μετώπου. Παράλληλα υπογραμμίζει την ανάγκη συνεχούς επιτήρησης μετά την κατάσβεση, καθώς οι αναζωπυρώσεις μπορούν να ανατρέψουν μέσα σε λίγα λεπτά μια επιτυχημένη επιχείρηση.

Αττική 2024: Μια πυρκαγιά που ξέφυγε

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίζεται στην αποτίμηση της μεγάλης πυρκαγιάς που έπληξε την Αττική το καλοκαίρι του 2024. Κατά την άποψή του, η αντιμετώπιση της πυρκαγιάς δεν υπήρξε αποτελεσματική, ενώ οι επιχειρησιακές επιλογές που έγιναν επέτρεψαν στο μέτωπο να αναπτυχθεί και να επεκταθεί σε περιοχές που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να είχαν προστατευθεί.

Όπως σημειώνει, σημαντικές δυνάμεις συγκεντρώθηκαν στον Βαρνάβα, ενώ άλλα ενεργά μέτωπα συνέχισαν να κινούνται και να αναπτύσσονται ανεξέλεγκτα χωρίς την απαιτούμενη πίεση κατάσβεσης. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν μια καταστροφική πυρκαγιά, που έμοιαζε να κινείται σχεδόν ανεξέλεγκτα, διασπώντας φυσικά και τεχνικά εμπόδια που στο παρελθόν λειτουργούσαν ως αναχώματα.

Υπενθυμίζει ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο Καπανδρίτι οι πυρκαγιές συχνά ανακόπτονταν από τη λίμνη και άλλες φυσικές ζώνες άμυνας. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρεί αδιανόητο το γεγονός ότι η φωτιά κατάφερε να υπερβεί ακόμη και περιοχές που επί δεκαετίες θεωρούνταν εξαιρετικά δύσκολο να τις διασχίσει μια πυρκαγιά.

 

«Δεν έλειπαν τα μέσα, έλειπε ο συντονισμός»

Η κεντρική κριτική του επικεντρώνεται στον συντονισμό. «Το βασικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη συντονισμού», υπογραμμίζει, εκτιμώντας ότι η εξέλιξη της πυρκαγιάς δεν αξιολογήθηκε εγκαίρως και δεν υπήρξε ενιαία στρατηγική στη διαχείριση του συνόλου των μετώπων.

Κατά την άποψή του, πολλές φορές οι δυνάμεις αναπτύσσονται αποσπασματικά, χωρίς να υπάρχει σαφής εικόνα για το πού θα στραφεί η πυρκαγιά τις επόμενες ώρες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται νέα μέτωπα, να χάνονται κρίσιμα χρονικά περιθώρια και τελικά να επιδεινώνεται η κατάσταση. Για τον ίδιο, η αποτελεσματική δασοπυρόσβεση δεν είναι ζήτημα αριθμού μέσων, αλλά σωστής διοίκησης και στρατηγικής.

 

Όταν δίνουν εντολές οι αναρμόδιοι

Ο πρώην γενικός διευθυντής Δασών ασκεί έντονη κριτική και στις παρεμβάσεις που, όπως υποστηρίζει, γίνονται συχνά εκτός της επίσημης επιχειρησιακής αλυσίδας.

Περιγράφει μια κατάσταση στην οποία πολιτικά πρόσωπα, αυτοδιοικητικοί παράγοντες ή άλλοι φορείς με πρόσβαση στην πολιτική εξουσία επιχειρούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη δυνάμεων ή την αποστολή εναέριων μέσων σε συγκεκριμένες περιοχές. Κατά την άποψή του, όταν περισσότερα από ένα κέντρα επιχειρούν να συντονίσουν την ίδια πυρκαγιά, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. «Η φωτιά είναι πόλεμος», σημειώνει χαρακτηριστικά.

 

Τα εναέρια μέσα δεν σβήνουν μόνα τους τις δασικές πυρκαγιές

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον ρόλο των εναέριων μέσων, τα οποία θεωρεί αναγκαία, αλλά όχι πανάκεια. Όπως υποστηρίζει, η αεροπυρόσβεση από μόνη της δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μια μεγάλη δασική πυρκαγιά. Τα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα αποτελούν πολύτιμα εργαλεία υποστήριξης, όμως η τελική μάχη κρίνεται από τις επίγειες δυνάμεις. Μάλιστα προειδοποιεί ότι όταν τα εναέρια μέσα αποστέλλονται χωρίς να έχουν ζητηθεί από τον επιχειρησιακό συντονιστή ή χωρίς να εντάσσονται σε συγκεκριμένο σχέδιο δράσης, μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και επιχειρησιακά προβλήματα, καθώς συχνά αποσπούν επίγειες δυνάμεις από κρίσιμες αποστολές. «Δεν μπορείς να ζητήσεις αεροπλάνα αν δεν έχεις πρώτα εκτιμήσει το πεδίο», σημειώνει.

 

Η τραγωδία στο Μάτι και οι αποφάσεις που κόστισαν πολύτιμο χρόνο

Αναφερόμενος στην τραγωδία στο Μάτι, ο κ. Φραγκιουδάκης διατυπώνει μια ιδιαίτερα αυστηρή κριτική για τον τρόπο διαχείρισης της πυρκαγιάς. Όπως υποστηρίζει, όταν η φωτιά εισήλθε στον Νέο Βουτζά, το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρησιακής προσπάθειας επικεντρώθηκε στην αντιμετώπισή της εντός του οικιστικού ιστού, δηλαδή σε εκτάσεις αστικές και εκτός δασοπροστασίας. Η επιλογή αυτή ήταν πλήρως αντισυνταγματική ενέργεια κατά την εκτίμησή του, καθυστέρησε κρίσιμες προληπτικές ενέργειες εκτός σχεδίου πόλεως, που ήταν δάση και δασικές εκτάσεις, τα οποία προστατεύει το Σύνταγμα. Ήδη το Σύνταγμα αγνοείται. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία, στην οποία ανατέθηκε η προστασία του δασικού περιβάλλοντος από πυρκαγιές, όταν εμπλέκεται σε κατασβέσεις πυρκαγιών, χωρίς διαχωρισμό δυνάμεων, δίνει προτεραιότητα στη μη απώλεια διάσπαρτων κατοικιών και εγκαταλείπει τα δάση να καίγονται. Κυρίως εξ αυτού του λόγου, επί των ημερών της αυξάνονται τα μέτωπα των πυρκαγιών.

Θεωρεί ότι ο επιχειρησιακός συντονισμός θα έπρεπε να είχε επικεντρωθεί στη δημιουργία γραμμών άμυνας πριν η φωτιά διασχίσει τη Λεωφόρο Μαραθώνος και κινηθεί προς το Μάτι. Κατά την άποψή του, το συγκεκριμένο σημείο αποτελούσε κρίσιμο πεδίο αναχαίτισης της πυρκαγιάς και η μη αξιοποίησή του συνέβαλε στην εξέλιξη της τραγωδίας.

Χωρίς να υποβαθμίζει τις ακραίες συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την ημέρα, υποστηρίζει ότι η γνώση της συμπεριφοράς της φωτιάς και των τοπικών καιρικών φαινομένων θα έπρεπε να έχει οδηγήσει σε διαφορετικές επιχειρησιακές επιλογές.

 

Το μέλλον του δασικού πλούτου

Ο  πρώην γενικός διευθυντής Δασών εμφανίζεται ιδιαίτερα ανήσυχος για το μέλλον του φυσικού πλούτου της χώρας. Υποστηρίζει ότι η πολιτεία οφείλει να εγκαταλείψει τη λογική της διαχείρισης μετά την καταστροφή και να επενδύσει ουσιαστικά στην πρόληψη, στα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, στη διαχείριση της καύσιμης ύλης και στην αναγέννηση των δασικών οικοσυστημάτων, όπου η φυσική αναγέννηση κρίνεται επιστημονικά αδύνατη.

Εκφράζει επίσης τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι ολοένα και περισσότερες καμένες εκτάσεις ξανακαίγονται πριν προλάβουν να αναγεννηθούν φυσικά, γεγονός που οδηγεί σε σταδιακή υποβάθμιση του δασικού περιβάλλοντος. Αυτό θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα το κράτος να χρηματοδοτεί τεχνητές αναδασώσεις, για να αντιμετωπίσει χειμάρρους και τη μόνιμη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος σε διάφορες περιοχές.

Παράλληλα προειδοποιεί ότι η κλιματική κρίση θα αυξήσει τη συχνότητα και την ένταση τόσο των πυρκαγιών όσο και των πλημμυρικών φαινομένων, εκφράζοντας φόβους ότι τα επόμενα χρόνια η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με ακόμη πιο δύσκολες καταστάσεις.

 

Κάθε καμένο δάσος είναι ένας αιώνας που χάνεται

Κλείνοντας ο πρώην γενικός διευθυντής Δασών αφήνει στην άκρη τους αριθμούς και τις επιχειρησιακές αναλύσεις και μιλάει ως άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στο ελληνικό δάσος. Περιγράφει τον πόνο που αισθάνεται κάθε φορά που περνάει μέσα από καμένες εκτάσεις, βλέποντας να καταστρέφεται μέσα σε λίγες ώρες ένας φυσικός πλούτος που χρειάστηκε δεκαετίες, ακόμη και έναν ολόκληρο αιώνα για να δημιουργηθεί.

«Λαοί που αφήνουν τα δάση να καταστραφούν, αργά ή γρήγορα θα τα ακολουθήσουν», αναφέρει. Ίσως αυτή να είναι και η ουσία του μηνύματός του. Ότι η προστασία των δασών δεν αφορά μόνο τα δέντρα. Αφορά την ασφάλεια των κοινωνιών, την ανθεκτικότητα των τοπικών οικονομιών, την προστασία από πλημμύρες και ακραία φαινόμενα και τελικά το ίδιο το μέλλον της χώρας.

Ο κ. Φραγκιουδάκης υποστηρίζει ότι η πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος από τις πυρκαγιές έχει μετατοπιστεί από την ουσιαστική πρόληψη προς τη διαχείριση έργων και πόρων. Όπως αναφέρει, δίνεται έμφαση στην υλοποίηση παρεμβάσεων μέσω εργολαβιών και στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, ακόμη και όταν δεν προηγούνται οι απαραίτητες δασοτεχνικές και επιστημονικές μελέτες. Παράλληλα επισημαίνει ότι μεταβιβάζονται αρμοδιότητες προστασίας του περιβάλλοντος στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα αναθέτει την ευθύνη προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων στο κράτος.

Ο ίδιος εκφράζει προβληματισμό του και για τον τρόπο οργάνωσης της πυροπροστασίας, σημειώνοντας ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία καλείται να αντιμετωπίσει ενιαία κάθε μορφή καταστροφής, φυσικής ή μη, χωρίς να διασφαλίζεται πάντοτε η αναγκαία εξειδίκευση στη δασοπυρόσβεση. Αναφέρεται επίσης στη διαχείριση των εναέριων μέσων, τα οποία κατανέμονται ανάλογα με τις προτεραιότητες της Πολιτικής Προστασίας, καθώς και στη χρηματοδότηση προγραμμάτων επιτήρησης με drones, παρότι, όπως υποστηρίζει, υπήρχε ήδη στη χώρα εκτεταμένο δίκτυο πυροφυλακίων για την έγκαιρη αναγγελία των πυρκαγιών.

Παράλληλα θεωρεί ότι δεν αποδίδονται επαρκώς ευθύνες για ενδεχόμενες αστοχίες κατά την πρόληψη και την καταστολή των πυρκαγιών, ενώ εκφράζει την άποψη ότι η κλιματική αλλαγή χρησιμοποιείται συχνά ως βασική εξήγηση για το πρόβλημα, χωρίς να εξετάζονται με την ίδια ένταση οι αδυναμίες του συστήματος. Τέλος υποστηρίζει ότι η προτεραιότητα που δίνεται σε επιδοματικές πολιτικές περιορίζει τη δυνατότητα κάλυψης κενών σε προσωπικό και εξοπλισμό σε υπηρεσίες που έχουν κρίσιμο ρόλο στην προστασία των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος.

Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τις απόψεις του, οι παρεμβάσεις του Λευτέρη Φραγκιουδάκη επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: έχει η χώρα διδαχθεί πραγματικά από τις μεγάλες καταστροφές των τελευταίων δεκαετιών; Για τον άνθρωπο που αφιέρωσε ολόκληρη την επαγγελματική ζωή του στην προστασία των ελληνικών δασών, η απάντηση παραμένει ανοιχτή. Και καθώς ακόμη μία αντιπυρική περίοδος βρίσκεται σε εξέλιξη, οι προειδοποιήσεις του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, υπενθυμίζοντας ότι η προστασία του δασικού πλούτου δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά ζήτημα εθνικής ευθύνης, ασφάλειας και μέλλοντος για τις επόμενες γενιές.

 

*’Οπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής 



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ