Ο δήθεν διοργανωτής του πριβέ πάρτι Μάνος Παπαδόπουλος αποκαλύπτει τριάμισι χρόνια μετά τον εφιάλτη που βίωσε από τον εργοδότη της Γεωργίας Μπίκα, τις απειλές και τον ξυλοδαρμό που υπέστη – «Ζω πλέον στην Αθήνα και προσπαθώ να βρω τα πατήματά μου, με ανάγκασαν να αφήσω μια πόλη που αγαπούσα, τους φίλους μου και όλα και να ξεκινήσω από το μηδέν», δηλώνει στην «Μ»
Της Ελένης Καρανικόλα – Κοντορούση
Ο άνθρωπος που κατηγορήθηκε ότι διοργάνωσε το επίμαχο πάρτι σε σουίτα ξενοδοχείου το 2022, το βράδυ που η Γεωργία Μπίκα ισχυρίστηκε πως βιάστηκε ομαδικά, αποκαλύπτει λεπτομέρειες για την αρπαγή και τον ξυλοδαρμό του, τις πιέσεις που δέχτηκε για να πει δημόσια πως συμμετείχε στον καταγγελλόμενο τότε ομαδικό βιασμό, αλλά και το πώς η ζωή του μετατράπηκε σε εφιάλτη.
Τριάμισι χρόνια μετά, γυρίζοντας πίσω στον χρόνο, μίλησε για πρώτη φορά στην κάμερα της εκπομπής «Υποθέσεις» δείχνοντας ως υπαίτιο τον επιχειρηματία-εργοδότη της Γεωργίας Μπίκα και ρίχνοντας φως σε μια υπόθεση που συντάραξε την ελληνική κοινωνία και προωθήθηκε ακόμα και μέσω του κινήματος #MeToo, έως ότου αποδειχθεί από τη Δικαιοσύνη ως ένα καλοστημένο ψέμα.
«Νομικά δεν είχα ποτέ καμία κατηγορία, σε όλη την υπόθεσή ήμουν μόνο ένας μάρτυρας, ποτέ κατηγορούμενος. Ξεκαθαρίζω πως δεν ήμουν ο διοργανωτής του πάρτι», εξηγεί ο κ. Παπαδόπουλος και συνεχίζει απαντώντας στο πώς η Γ. Μπίκα βρέθηκε καλεσμένη στο συγκεκριμένο πάρτι: «Όσοι ήμασταν 31 του μηνός το μεσημέρι στο ‘‘Αχίλλειον’’, είπαμε να καλέσουμε τους γνωστούς μας και να κάνουμε αλλαγή χρόνου όλοι μαζί εκεί, να είμαστε παρέα, να μην κάτσουμε ο καθένας μόνος του. Ήταν και αυτή πελάτισσα στο μαγαζί, ερχόταν συχνά και καθώς ήταν εκεί την καλέσαμε και αυτήν μαζί με μια φίλη της που βρισκόταν εκεί, όπως καλέσαμε και άλλον κόσμο.
Εγώ έκανα αλλαγή χρονιάς σε έναν φίλο μου. Μετά τη 01.00 περίπου πήγα στο ξενοδοχείο και μετά από λίγη ώρα ήρθε και η Γεωργία… Αποχώρησα περίπου στις 03.00 και περίπου την ίδια ώρα κατέβηκε και η Γεωργία, γιατί καθώς πήγαινα στο σπίτι μου με πήρε τηλέφωνο και με ρωτούσε πώς μπορεί να επιστρέψει μέσα».
Ο Μάνος Παπαδόπουλος περιγράφει τι συνέβη αμέσως μετά. «Εγώ πήγα σπίτι και κοιμήθηκα. Ξυπνάω το πρωί από κάποιες κλήσεις και μηνύματα από την Μπίκα, η οποία μου έλεγε ότι δεν έχει πού να πάει, άμα μπορεί να έρθει για λίγη ώρα στο σπίτι μου … με πήρε μετά από κάποια ώρα και μου είπε να κατέβω να της πληρώσω το ταξί γιατί δεν είχε λεφτά.
Κατέβηκα και μόνο αυτή φαινόταν στην είσοδο της οικοδομής μου, αλλά μόλις άνοιξα την πόρτα δεξιά και αριστερά είδα δύο άντρες με καπέλα, οι οποίοι με πιάσανε από το χέρι, με βάλανε μέσα σε ένα αμάξι και αυτή μαζί, με πήραν απαγωγή για περίπου πενήντα λεπτά με μία ώρα, δεν θυμάμαι ακριβώς. Με χτυπούσε μόνο ένας από αυτούς και με απειλούσε συνεχώς ότι θα μπούμε εγώ και οι φίλοι μου στη φυλακή αν δεν πάω να καταθέσω πως βίασαν τη Γεωργία.
(…) Συνέχισε τις απειλές, με χτύπησε με το πίσω μέρος του όπλου στο χείλος, χτύπησε και λίγο στην αγκράφα της ζώνης και έσβησα εκεί κάπου, δεν θυμάμαι πολλά. Ψιλοσυνήλθα κάτω από το σπίτι μου, όταν μου είχε βάλει το όπλο πάνω μου και μου έλεγε ότι αν μιλήσω σε κάποιον έχω πεθάνει και ότι πρέπει να πάω να καταθέσω ότι βίασαν τη Γεωργία».
Ως υπευθύνους της απαγωγής του και του ξυλοδαρμού του έδειξε έναν επιχειρηματία της πόλης και έναν ακόμα.
«Από την 1η Ιανουαρίου και μετά μέχρι τις 13 Ιανουαρίου δεχόμουν καθημερινά απειλητικά τηλεφωνήματα από τον ίδιο, ο οποίος μου έλεγε ότι θα σαπίσω στη φυλακή, ότι θα πεθάνω αν δεν πάω να καταθέσω ότι βιάστηκε η Γεωργία. Μετά από πιέσεις και ενός κοινού μας γνωστού και αφού μου έδειξαν να καταλάβω ότι δεν θα έχω ζωή αν δεν πάω σπίτι του να το λύσουμε, συμφώνησα στις 13 να πάμε σπίτι του μαζί με τον κοινό μας γνωστό – υποτίθεται για ασφάλεια.
Ούτε μία συγγνώμη
Εκεί πέρα μας περίμενε μαζί με την προστασία του και ένα χαρτί που ήθελε να υπογράψω ότι βίασαν τη Γεωργία και τελικά θυμήθηκε ότι ήταν τρεις οι βιαστές, ότι ήταν ομαδικός βιασμός, να υπογράψω το χαρτί γιατί αλλιώς η ζωή μου έχει τελειώσει. Εγώ επέμενα ότι κάνετε κάποιο λάθος γιατί με κατηγορείτε άδικα, κοιμόμουν εκείνο το βράδυ όπως σας είπα, είχα φύγει από νωρίς και κοιμόμουν.
Μετά από πολλές απειλές, μου είπε θα με πάει να μου δείξει κάποιες κάμερες που είχε, που έδειχναν τι έχουμε κάνει στην κοπέλα. Τον ακολούθησα σε ένα άλλο δωμάτιο στον επάνω όροφο, όπου με περίμεναν δύο άνθρωποι με μάσκες και κουκούλες. Μου είπαν να μην τους κοιτάω, να γυρίσω στον τοίχο και να κοιτάω κάτω, και ενημέρωσε αυτός ότι είναι άνθρωποι από την ασφάλεια.
Μου ζήτησαν να τους παραδώσω το κινητό μου και να τους δώσω και τον κωδικό μου. Το έκανα από φόβο. Αποχώρησα από το δωμάτιο για κάποια λεπτά και καθώς επέστρεψε μου είπε ότι η ζωή μου έχει τελειώσει, ότι τώρα θα δω τι μου έχει κάνει. Με πήρε από το χέρι, με κατέβασε στον κάτω όροφο και εκεί πέρα άρχισαν οι φωνές … είχε γίνει ανάρτηση από το Instagram μου, στην οποία είχε γράψει ότι παραδεχόμουν ότι εγώ και κάποιοι φίλοι μου κάτι κάναμε σε μια κοπέλα. Μετά από ώρα μου παρέδωσε το κινητό, με άφησε να φύγω από το σπίτι και μου είπε ότι αν κατεβάσω το στόρι θα είναι οι τελευταίες μου 24 ώρες αυτές, να μην κατέβει αυτό που είχε ανεβάσει.
Κατέβηκα από το σπίτι, με πολύ φόβο. Πραγματικά δεν ήξερα τι πρέπει να κάνω και η πρώτη μου σκέψη ήταν να κατεβάσω αυτό το story που μόλις είχα δει και να τρέξω προς το σπίτι μου, να κλειστώ και να δω τι θα κάνω».
Ο Μάνος Παπαδόπουλος μετά την περιπέτειά του αναγκάστηκε, όπως λέει, να αλλάξει εντελώς τη ζωή του.
«Από εκεί και πέρα άρχισε όλος ο πόλεμος από τα κανάλια. Με συνεχή ψέματα δημιούργησαν ένα κύμα μίσους … μέχρι και βόμβα βάλανε στο σπίτι μου! Ζω πλέον στην Αθήνα και προσπαθώ να βρω τα πατήματά μου, με ανάγκασαν να αφήσω μια πόλη που αγαπούσα, τους φίλους μου και όλα και να ξεκινήσω από το μηδέν. Δεν έχει βρεθεί ένας άνθρωπος να μου ζητήσει μια συγγνώμη και αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιος που θα το κάνει» καταλήγει ο Μ. Παπαδόπουλος.
PLUS


