Πόσο πιθανός είναι ένας πόλεμος Κίνας – Ταϊβάν;

Η παροιμία που λέει πως “το κακό θα τριτώσει” μια παλιά δεισιδαιμονία με ελάχιστη βάση στην πραγματικότητα. Ωστόσο, σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς, είναι φυσικό να αναρωτιόμαστε αν ο πόλεμος στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή θα ακολουθηθεί και από πόλεμο στην Ασία και θα βγάλει την παροιμία αληθινή.

Η πυρηνικά εξοπλισμένη Ινδία και το Πακιστάν, που εξαπολύουν εκατέρωθεν προσβολές και πυραύλους, απέδειξαν πρόσφατα πόσο πραγματική είναι αυτή η προοπτική και φυσικά να μην ξεχνάμε το ενθαρρυμένο από τη συμμαχία του με τη Ρωσία, απρόβλεπτο και  αδίστακτο καθεστώς της Βόρειας Κορέας που απειλεί σχεδόν τους πάντες.

Ωστόσο, η επιταχυνόμενη αντιπαράθεση της Κίνας με την υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ Ταϊβάν είναι αυτή που αποτελεί το πιο ανησυχητικό στοιχείο σε αυτό το ζοφερό ασιατικό τρίπτυχο. Ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, φέρεται να έχει πει στους στρατηγούς του να είναι έτοιμοι έως το 2027 για να κατακτήσουν το αυτοδιοικούμενο νησί, το οποίο θεωρεί κλεμμένο κυρίαρχο έδαφος της Κίνας. Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν την περασμένη εβδομάδα ότι η Κίνα έχει ήδη επαρκή ικανότητα να εισβάλει στο νησί, με αμφίβια αποβατικά σκάφη, πλωτές αποβάθρες τύπου D, αλεξιπτωτιστές και εκτεταμένες δυνάμεις αεροπορικής μάχης και πυραύλων σε συνεχή κατάσταση ετοιμότητας.

Πρόσφατες  στρατιωτικές ασκήσεις ανοικτής θάλασσας – οι απαισιόδοξοι τις αποκαλούν «πρόβες» απόβασης- και οι επιθέσεις προπαγάνδας και παραπληροφόρησης υποδηλώνουν ότι και πολιτικά, το Πεκίνο προετοιμάζεται για πόλεμο. Καταγγέλλει τον Λάι Τσινγκ-τε, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος της Ταϊβάν πέρυσι, ως « καταστροφέα της ειρήνης » ενώ από την πλευρά του, ο Λάι μιλάει σκληρά, περιγράφοντας την Κίνα ως «εχθρική ξένη δύναμη» και εφαρμόζοντας «στρατηγικές» για τον περιορισμό του σαμποτάζ και της κατασκοπείας. Ένα νέο τηλεοπτικό δράμα, μια αμερικανική μίνι σειρά πολιτικού θρίλερ, το Zero Day, που κυκλοφόρησε στο Netflix στις 20 Φεβρουαρίου 2025 απεικονίζει τον τρομακτικό αντίκτυπο μιας εισβολής σε ένα απροετοίμαστο έθνος.

Ενώ οι εντάσεις είναι σίγουρα υψηλές , ένας πόλεμος μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν έχει συχνά προβλεφθεί, αλλά μέχρι στιγμής έχει αποφευχθεί. Από το 1979, όταν οι ΗΠΑ σύναψαν διπλωματικές σχέσεις με το Πεκίνο και απέσυραν την αναγνώριση της Ταϊβάν (ενώ δεσμεύτηκαν να τη βοηθήσουν να αμυνθεί), η ειρήνη έχει διατηρηθεί. Αλλά οι υπολογισμοί αλλάζουν και ο εφησυχασμός είναι επικίνδυνος. Η Κίνα είναι πολύ πιο ισχυρή τώρα από ό,τι ήταν πριν από 10 ή 20 χρόνια. Και για τον Xi, ο οποίος γίνεται 72 ετών τον Ιούνιο, η ενοποίηση είναι μια κληρονομιά που θέλει να αφήσει στις επόμενες γενιές των Κινέζων.

Μια σειρά από άλλους παράγοντες μπορεί να ωθούν τον Xi προς μια μοιραία απόφαση, ιδίως το παράξενο μείγμα αντικινεζικής επιθετικότητας και προσωπικής αδυναμίας του Ντόναλντ Τραμπ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα μπορούσε να αυξήσει τους τιμωρητικούς δασμούς του στις κινεζικές εξαγωγές ανά πάσα στιγμή, απειλώντας περίπου 9 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον μεταποιητικό τομέα. Η εχθρότητά του απέναντι στον μεγαλύτερο αντίπαλο των ΗΠΑ είναι εμφανής, όπως φάνηκε ξανά την περασμένη εβδομάδα στους περιορισμούς στις μεταφορές τεχνολογίας και στις κινεζικές φοιτητικές βίζες.

Αυτές οι προσπάθειες να βλάψουν μια κινεζική οικονομία που παλεύει με την υποτονική ανάπτυξη μετά την Covid εποχή και την υψηλή ανεργία είναι σαν να κρατάς ένα πιστόλι στον κρόταφο του Xi αφού ο έλεγχος του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος τελικά δεν εξαρτάται από τις εκλογές αλλά από την οικονομική επιτυχία και την κοινή ευημερία. Σκόπιμα ή όχι, ο Τραμπ επιτίθεται στα θεμέλια της δύναμης και της εξουσίας του ΚΚΚ.

Αν ο Xi πιεστεί υπερβολικά και παρακινηθεί από σκληροπυρηνικά εθνικιστικά στελέχη, υπάρχει ο κίνδυνος να απαντήσει στην μπλόφα του Τραμπ με δύο επιλογές. Έναν εμπορικό πόλεμο ή έναν πραγματικό πόλεμο; Ή μήπως θα προτιμούσε να κλείσει μια συμφωνία – και να εγκαταλείψει την Ταϊβάν ;

Εάν η Κίνα παρεμποδίσει την θαλάσσια κυκλοφορία της Ταϊβάν, εξαπολύσει μυστικές κυβερνοεπιθέσεις στην Ταϊβάν ή επιβάλει πλήρη ναυτικό και αεροπορικό αποκλεισμό που δεν θα ισοδυναμούσε με ολοκληρωτική εισβολή, αυτό θα μπορούσε να αναγκάσει τον Τραμπ σε μια ταπεινωτική υποχώρηση. Δεν είναι μυστικό ότι η κοινή γνώμη στην Ουάσιγκτον διχάζεται σχετικά με την στρατιωτική υπεράσπιση της Ταϊβάν .

Ο Τραμπ φυσικά δεν θέλει πόλεμο στην ανατολική Ασία, και το Πεκίνο το γνωρίζει. Υποψιάζεται επίσης δικαίως ότι η επιθετική του αλαζονεία κρύβει την αδυναμία ενός δειλού. Αρνείται να πολεμήσει για την Ουκρανία, ένα βασικό δυτικό συμφέρον, και υποκλίνεται στη ρωσική επιθετικότητα. Τρομάζει στην ιδέα πως το Ισραήλ θα ξεκινήσει έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας με το Ιράν και τη Συρία, εμπλέκοντας και τις ΗΠΑ σε αυτόν. Οι πολιτικές του καθοδηγούνται από το ιδιοτελές συμφέρον, το χρήμα και τον φόβο, όχι από αρχές, συνθήκες ή νόμους.

Έτσι, όταν οι άνθρωποι ρωτούν αν ο Τραμπ θα πολεμήσει για την Ταϊβάν, η απάντηση  αμφισβητείται σοβαρά. Τους τελευταίους μήνες, ο Τραμπ έχει υπονοήσει ότι η Ταϊβάν, όπως και οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ, εκμεταλλεύεται την ομπρέλα ασφαλείας των ΗΠΑ και δεν πληρώνει αρκετά για την άμυνά της. Έχει επικρίνει την Ταϊπέι για υποτιθέμενη μονοπώληση της αγοράς ημιαγωγών εις βάρος των θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ και έχει επιβάλει δασμούς στις εξαγωγές της . Τίποτα από αυτά δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στην προσέγγισή του, σε περίπτωση που προκύψει μια κρίση με την Κίνα.

Ορισμένοι Αμερικανοί σχολιαστές υποστηρίζουν ότι η Ταϊβάν είναι μια παγίδα  που πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία και πως οι ΗΠΑ χρειάζονται μια μέση οδό. «Αντί να διευκρινίσει τη δέσμευσή της να υπερασπιστεί την Ταϊβάν, η Ουάσινγκτον θα πρέπει… να υποβαθμίσει τη σημασία του να κρατήσει το νησί μακριά από τα χέρια του Πεκίνου».

Εν μέσω αυτής της πολιτικής σύγχυσης, η Ταϊβάν αποτελεί έναν ευάλωτο στόχο. Η σκληρή γραμμή του Λάι συναντά την αντίθεση πολλών στην Ταϊπέι, όπου οι πολιτικές διαμάχες πυροδοτούνται σκόπιμα από το Πεκίνο. Οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται , αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Τα υποσχόμενα αμερικανικά όπλα δεν φτάνουν. Τα θεωρητικά σύνορα του νησιού παραβιάζονται κατά βούληση από κινεζικά πλοία και αεροσκάφη. Οι ένοπλες δυνάμεις και τα στρατιωτικά δόγματά του απαιτούν επείγοντα εκσυγχρονισμό. Αυτά τα προβλήματα μπορεί να βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο ο Σι μπορεί να μην επιθυμεί να περιμένει.

Η συμβατική σοφία υποδηλώνει ότι το Πεκίνο δίνει προτεραιότητα στη γεωπολιτική και οικονομική σταθερότητα πάνω απ’ όλα. Τι γίνεται όμως αν αυτή η βολική υπόθεση είναι λανθασμένη; Ο Σι σίγουρα παρουσιάζει τη μάχη για την Ταϊβάν ως μέρος του ευρύτερου ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για περιφερειακούς εταίρους, στρατιωτική υπεροχή και παγκόσμια ηγεμονία. Τώρα του προκύπτει μια χρυσή ευκαιρία. Χάρη στους χαοτικούς δασμούς του Τραμπ, τις ανταλλαγές πυρών, τις πολιτικές απομονωτισμού και την αθέμιτη διατάραξη των ευρωπαϊκών και ασιατικών συμμαχιών, οι ΗΠΑ φαίνονται πλέον αδύναμες.

Στην Κίνα , το τρία θεωρείται τυχερός αριθμός. Το Χονγκ Κονγκ επέστρεψε στην Κίνα το 1997, ακολουθούμενο από το Μακάο το 1999. Ο Σι θέλει να ολοκληρώσει το “χατ-τρικ”. Παρακολουθώντας την μέχρι σήμερα πολιτική  του Τραμπ  ο ηγέτης της Κίνας θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πως οι Αμερικανοί προστάτες της Ταιβάν – είναι εκεί για να την καταλάβουν και να αποτολμήσει την δική του κίνηση ξεκινώντας έναν πόλεμο.

Άρθρο γνώμης του Simon Tisdall, σχολιαστή εξωτερικών υποθέσεων της Guardian

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Ρωσία: Η πολεμική οικονομία του Πούτιν επιβραδύνεται – Οι Ρώσοι όμως αισθάνονται πλουσιότεροι

Η Χαμάς έτοιμη να ξεκινήσει «άμεσα» συνομιλίες για εκεχειρία στη Γάζα



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ