Η ρήξη στις διατλαντικές σχέσεις έχει φέρει τους Ευρωπαίους ηγέτες σε πολύ δύσκολη θέση να αγωνίζονται να μάθουν πώς να σκέφτονται, πόσο μάλλον να ενεργούν, με κάποια αυτονομία.
Όλοι δείχνουν μάλλον να συμφωνούν πως η Ευρώπη πρέπει να έχει δική της άποψη για τη Μέση Ανατολή και οι κυβερνήσεις της ΕΕ μένουν βλέποντας τα εγκλήματα πολέμου της ισραηλινής κυβέρνησης στη Γάζα και τα σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ για μια «ριβιέρα» της Γάζας με τις «ανθρωπιστικές» πρωτοβουλίες να παραβιάζουν τις ανθρωπιστικές αρχές δημιούργησαν μια απόσταση με τις ΗΠΑ και η Ευρώπη άρχισε δειλά δειλά να χαράσσει μια δική της πορεία.
Παράδειγμα η πρωτοβουλία της Γαλλίας και της Σαουδικής Αραβίας που είχαν προγραμματίσει μια διάσκεψη για τη λύση των δύο κρατών, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους από το Παρίσι. Το πιο σημαντικό ότι η ΕΕ είχε αποδεχθεί την αναθεώρηση της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ, η οποία, υπό το φως των των ενεργειών του Ισραήλ στη Γάζα , θα έπρεπε να οδηγήσει στην αναστολή του προτιμησιακού εμπορίου της ΕΕ με το Τελ Αβίβ. Αλλά τώρα μπορεί να μην συμβεί κανένα από αυτά.
Η στρατιωτική επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν και η διφορούμενη μέχρι στιγμής αλλά εμφανής υποστήριξη των ΗΠΑ σε αυτή την επιθετικότητα έχουν ανατρέψει τη στροφή της Ευρώπης προς μεγαλύτερη αυτονομία και ηθική σαφήνεια.
Φυσικά, δεν υπάρχει καμία συμπάθεια για το ιρανικό καθεστώς στις πρωτεύουσες της ΕΕ λόγω των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της στρατιωτικής συνεργασίας του με τη Ρωσία, ιδίως με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Επιπλέον, η Ευρώπη δικαίως παραμένει ανένδοτη στην άποψη ότι το Ιράν δεν πρέπει να διαθέτει πυρηνικά όπλα συμμεριζόμενη την ανησυχία για την πιο πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας σχετικά με τις παραβιάσεις της συνθήκης μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων από το Ιράν.
Παραδοσιακά, όμως, η Ευρώπη έχει υποστηρίξει σθεναρά την ανάγκη επίλυσης του ιρανικού πυρηνικού ζητήματος μέσω της διπλωματίας και όχι του πολέμου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές εφηύραν τη «μορφή E3/ΕΕ», η οποία περιελάμβανε διπλωμάτες από τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, παράλληλα με τον ύπατο εκπρόσωπο της ΕΕ, για να μεσολαβήσουν στον πυρηνικό φάκελο του Ιράν.
Σήμερα όλα αυτά δεν υπάρχουν. Όταν ο Τραμπ ξεκίνησε μια άμεση διαπραγμάτευση με το Ιράν, η Ευρώπη τέθηκε στο περιθώριο, αποκλείστηκε από οποιαδήποτε διαδικασία διαμεσολάβησης. Και τώρα, με την στρατιωτική επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν, η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει να τοποθετηθεί με την απαραίτητη σαφήνεια.
Ξέχασε ή αποφεύγει να καταγγείλει τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς ως παραβίαση του χάρτη του ΟΗΕ (άρθρο 2) και του πρόσθετου πρωτοκόλλου των συμβάσεων της Γενεύης (άρθρο 56), το οποίο απαγορεύει ρητά τις επιθέσεις κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων ενός κράτους. Είναι άλλο πράγμα να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα του Ισραήλ (ή οποιουδήποτε άλλου κράτους) στην αυτοάμυνα και εντελώς διαφορετικό να νομιμοποιούμε τα προληπτικά χτυπήματα.
Αν η Ευρώπη δεν ήταν τόσο εξαρτημένη από την Ουάσινγκτον, θα επέβαλλε κυρώσεις στο Ισραήλ για τη Γάζα και θα καταδίκαζε τη μονομερή επίθεσή του στο Ιράν.
Αυτή η χρόνια αδυναμία προκύπτει επειδή η Ευρώπη παραδοσιακά έβλεπε τον κόσμο μέσα από ένα διατλαντικό πρίσμα. Στα περισσότερα διεθνή ζητήματα, επί δεκαετίες συνεργαζόταν στενά με την Ουάσινγκτον, χρησιμοποιώντας βοήθεια, εμπόριο, διπλωματία, κυρώσεις, άμυνα και ολοκλήρωση στην ΕΕ για να υποστηρίξει τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, πεπεισμένη ότι οι κυρίαρχες αξίες και συμφέροντα ήταν κοινά.
Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν αντιταχθεί ανοιχτά στις ΗΠΑ – όπως έκαναν η Γαλλία και η Γερμανία με την κυβέρνηση Μπους κατά τον πόλεμο στο Ιράκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ το 2003. Ακόμα και όπου υπάρχει διαφορά στην προσέγγιση, η Ευρώπη έχει επιδιώξει να επηρεάσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μετριάζοντας τις σκληρές της πλευρές αντί να την ματαιώνει.
Ωστόσο, τώρα η καταστροφική εξωτερική πολιτική του Τραμπ έχει δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο οι Ευρωπαίοι πρέπει να σταθούν στα πόδια τους. Και δυσκολεύονται. Στην πολιτική της αμφιταλάντευση σχετικά με τον πόλεμο του Ισραήλ, η Ευρώπη έχει χάσει κάθε αξιοπιστία ως έντιμος τρίτος μεσολαβητής με το Ιράν. Το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι η Ρωσία έχει αυτοπροβληθεί ως πιθανός μεσολαβητής έχοντας στην πλάτη της έναν πόλεμο στην Ουκρανία που απειλεί ευθέως την Ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ο κίνδυνος είναι ότι η Ευρώπη θα μπλοκάρει τώρα και τη δική της πορεία προς μια πιο ηθικά βασισμένη στις αρχές προσέγγιση στις φρικαλεότητες που γίνονται καθημερινά στη Γάζα. Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν αν η ΕΕ θα αναστείλει την εμπορική της συμφωνία με το Ισραήλ ή αν και αυτό θα τεθεί σε δεύτερη μοίρα.
Ναι μεν η Ουκρανία αποτελεί το κύριο συμφέρον ασφαλείας της Ευρώπης. Ωστόσο, ο πόλεμος, το χάος και η διάδοση των πυρηνικών όπλων στη Μέση Ανατολή – που θα μπορούσαν να είναι η ανεπιθύμητη συνέπεια του πολέμου Ισραήλ-Ιράν – έχουν μεγαλύτερες συνέπειες για την Ευρώπη παρά για τις ΗΠΑ και μέχρι στιγμής, η ευρωπαϊκή αντίδραση απέχει πολύ από μια ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ σκέψη ή δράση.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Μαίνονται οι εκατέρωθεν επιθέσεις μεταξύ Ισραήλ και Ιράν – Ο Τραμπ εξετάζει την εμπλοκή των ΗΠΑ
Πεντάγωνο ΗΠΑ: Το Ιράν μπορεί να μην έχει πει την τελευταία λέξη
PLUS


