Σεισμός 1999: 26 χρόνια μετά – Συγκλονιστικές ιστορίες αντοχής και ελπίδας από τον φονικό εγκέλαδο της Πάρνηθας

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, ένας σεισμός μεγέθους 5,9 Ρίχτερ συγκλόνισε την Αθήνα, αφήνοντας πίσω του 143 νεκρούς, πάνω από 700 σοβαρά τραυματίες και περισσότερους από 50.000 άστεγους.

Παρά τη σύντομη διάρκεια των 15 δευτερολέπτων, η καταστροφή ήταν ανυπολόγιστη και το αποτύπωμά της διαρκές. Σε αυτό το αφιέρωμα, θυμόμαστε τρεις αληθινές ανθρώπινες ιστορίες που φωτίζουν την απίστευτη ανθρώπινη αντοχή και αλληλεγγύη εκείνων των δραματικών στιγμών.

Η πρώτη ιστορία είναι της Λένας, που βρισκόταν στο εξαώροφο κτίριο της Ρικομέξ στο Μενίδι, όταν κατέρρευσε το κτίριο και παγιδεύτηκε στα χαλάσματα για ώρες. Παρά τις απώλειες και τον τρόμο, η διάσωσή της από έναν διασώστη τη γέννησε ξανά στη ζωή, θυμίζοντας σε όλους πόσο εύθραυστη αλλά και δυνατή είναι η ανθρώπινη ύπαρξη.

Η δεύτερη ιστορία μας φέρνει τον Τζανή Πολυκανδριώτη, ένα παιδί μόλις 8 ετών τότε, που μέσα στο χάος κατάφερε να σώσει τη μητέρα του και άλλους συγγενείς. Ο «μικρός ήρωας» της Πάρνηθας διδάσκει ότι ακόμα και μέσα στις πιο σκοτεινές στιγμές, το θάρρος και η αλληλοβοήθεια ανθίζουν.

Μια από τις συγκλονιστικές ιστορίες που έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη είναι αυτή της μικρής Γιώτας, που τότε ήταν μόλις 10 χρονών.

Η Γιώτα ζούσε σε μια πολυκατοικία στη Μεταμόρφωση, όταν ο σεισμός χτύπησε με ένταση 5,9 Ρίχτερ. Ξαφνικά, κολόνες και τοίχοι κατέρρευσαν γύρω της, και εκείνη βρέθηκε παγιδευμένη στα χαλάσματα μαζί με την οικογένειά της. Η μικρή άκουγε μόνο τις τελευταίες λέξεις του πατέρα της, ενώ εκείνος προσπαθούσε να την καθησυχάσει. Μετά από πέντε ώρες αγωνίας και συνεχείς μετασεισμούς, οι διασώστες κατάφεραν να την απεγκλωβίσουν. Δυστυχώς, η Γιώτα έχασε τον πατέρα της, τη μικρή της αδερφή και τον παππού της.

Παρά τον πόνο και το σοκ, η Γιώτα στάθηκε δυνατή, φρόντισε τη μητέρα της και μαζί έφτιαξαν μια νέα ζωή, μετακομίζοντας σε άλλη περιοχή μετά από χρόνια στον καταυλισμό σεισμοπλήκτων. Η ιστορία της είναι μια ζωντανή μαρτυρία για την ανθρώπινη αντοχή και την ελπίδα που αναγεννιέται μέσα από τις πιο σκοτεινές στιγμές.

Ο σεισμός άφησε πίσω του γειτονιές σχεδόν κατεστραμμένες και ανθρώπους που πέρασαν νύχτες σε αυτοκίνητα και πλατείες, περιμένοντας με αγωνία τα επόμενα λεπτά, ενώ οι διασώστες δούλευαν αδιάκοπα για να σώσουν όσους περισσότερους μπορούσαν.

7 Σεπτεμβρίου 1999

Ήταν 7 Σεπτεμβρίου του 1999 και οι δείκτες των ρολογιών έδειχναν 14:57 το μεσημέρι όταν ο υπόκωφος θόρυβος που ακούγεται αποτελεί το έναυσμα για τον ισχυρότερο και φονικότερο σεισμό των τελευταίων ετών. Μέσα σε 15 δευτερόλεπτα σπίτια έπεσαν σαν χάρτινοι πύργοι παρασύροντας ανάμεσα στα συντρίμμια και ανθρώπινες ζωές. Η Γιώτα Κότα, κοριτσάκι 10 ετών τότε, έζησε τον απόλυτο εφιάλτη. Όταν έγινε ο σεισμός, βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα μαζί με τον πατέρα της, την αδερφή της και τον παππού της. Η μικρή τότε Γιώτα έμεινε εγκλωβισμένη κάτω από τα μπάζα για περίπου πεντέμισι ώρες!

Εγώ ήμουν στις οικογένειες που θρηνούσαν τα θύματά τους

«Το σπίτι μας ήταν στη Μεταμόρφωση και ήταν μια τετραώροφη πολυκατοικία που ζούσαν 16 οικογένειες. Δυστυχώς 16 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στα ερείπια της πολυκατοικίας εκείνη την ημέρα. Οχτώ οικογένειες από την πολυκατοικία είχαν θύματα και οι άλλες οχτώ δεν είχαν. Εγώ ήμουν στις οικογένειες που θρηνούσαν τα θύματά τους. Εκείνο το μεσημέρι ο πατέρας μου είχε γυρίσει από το μαγαζί και είχε ξαπλώσει στον καναπέ για να ξεκουραστεί. Εγώ με την αδερφή μου ήμασταν στο σαλόνι και βλέπαμε τηλεόραση. Θυμάμαι πολύ έντονα τη δόνηση του σεισμού και τον πατέρα μου να φωνάζει: «Κορίτσια, μην φοβάστε κάνει σεισμό». Ξαφνικά, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μαύρισαν όλα. Το σπίτι μας κατέρρευσε σε δευτερόλεπτα. Ξαφνικά βρεθήκαμε μέσα στα μπάζα, πλακωμένοι από τις κολόνες. Δεν είχαμε χρόνο να σηκωθούμε από τις θέσεις μας και να προστατευτούμε. Θυμάμαι ακόμα τη ρωγμή στον τοίχο και μετά σκοτάδι.

Η αδερφή μου, 13 ετών, είχε πεθάνει αμέσως
Στην αρχή είχα τις αισθήσεις μου και φώναζα στην αδερφή μου για να μου μιλήσει αλλά δεν άκουγα τη φωνή της. Δυστυχώς η αδερφή μου, 13 ετών τότε, είχε πεθάνει αμέσως. Ο πατέρας μου, εγκλωβισμένος κι αυτός κάτω από τα μπάζα, μας έλεγε: «μη φοβάστε κοριτσάκια μου, θα μας βγάλουν αμέσως». Προσπαθούσε να μας εμψυχώσει χωρίς να ξέρει ότι η αδερφή μου δεν ζει.

Είχα σκόνη και χώμα στο στόμα μου αλλά δεν είχα την αντίληψη σαν μικρό παιδάκι, τότε, ότι είχε πέσει όλο το κτήριο πάνω μας. Ούτε πήγε το μυαλό μου ότι μπορεί η αδερφή μου να έχει πεθάνει.

Όσο περνούσε η ώρα καταλάβαινα ότι αλλάζει η αναπνοή και ο τόνος της φωνής του πατέρα μου μέχρι που δεν ακουγόταν πια. Θυμάμαι ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή πριν ξεψυχήσει μου έλεγε να μην φοβάμαι. Όταν σταμάτησα να ακούω τη φωνή του πατέρα άρχισα να φοβάμαι και να καταλαβαίνω ότι κάτι κακό έχει συμβεί. Δεν άκουγα κανέναν από την οικογένεια και κάποια στιγμή έχασα τις αισθήσεις μου κι εγώ».

«Έμεινα εγκλωβισμένη 5,5 ώρες κάτω από τα συντρίμμια»

Όπως η ίδια λέει, έζησε από θαύμα. Έκανε συνέχεια μετασεισμούς και ο δικός της απεγκλωβισμός δεν ήταν καθόλου εύκολος. Μια κολόνα είχε πέσει σχεδόν επάνω της και δυσκόλευε το έργο των διασωστών οι οποίοι αναγκάστηκαν να σκάψουν από άλλο σημείο για να την απεγκλωβίσουν. «Έμεινα πεντέμισι ώρες κάτω από τα συντρίμμια και πονούσα πολύ. Ξαφνικά,εκεί που είχα χάσει τις αισθήσεις μου, ξύπνησα από μια φωνή να λέει: ” Είναι κανείς εδώ” και τότε άρχισα να φωνάζω: ” Βοήθεια, βοήθεια”.



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ