Η κλοπή ιστορικών βασιλικών κοσμημάτων αξίας 88 εκατ. ευρώ από το Μουσείο του Λούβρου στις 19 Οκτωβρίου προκάλεσε σοκ σε όλον τον κόσμο, υπενθυμίζοντας την ευπάθεια των μουσείων ακόμη και σε κοινή θέα. Τέσσερις άνδρες, ντυμένοι εργάτες, αφαίρεσαν τα κοσμήματα σε επτά λεπτά και εξαφανίστηκαν με σκούτερ, σε ένα γεγονός που θύμισε κινηματογραφική σκηνή τύπου «Αρσέν Λουπέν».
Με αφορμή το περιστατικό, το ΑΠΕ-ΜΠΕ ζήτησε τη γνώμη των επικεφαλής ελληνικών μουσείων και αρχαιολόγων για το πόσο ασφαλή είναι τα μουσεία στη χώρα μας και πώς μπορούν να θωρακιστούν καλύτερα.
Ο Νικόλαος Σταμπολίδης, γενικός διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης, τόνισε ότι η ενδελεχής καταγραφή και τεκμηρίωση των τεχνέργων είναι κρίσιμη για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, ενώ επισήμανε την ανάγκη επιστροφής των Παρθενώνων γλυπτών.
Ο Κωνσταντίνος Νικολέντζος, αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, σημείωσε ότι τα ελληνικά μουσεία έχουν υψηλά πρότυπα ασφαλείας, με εκπαιδευμένο προσωπικό, αυστηρούς κανόνες εισόδου και συνεχώς εμπλουτιζόμενο Εθνικό Αρχείο Μνημείων. Παράλληλα, προτείνει τεχνολογική αναβάθμιση, αύξηση φυλακτικού προσωπικού και ειδικό σώμα για μεγάλα μουσεία.
Η Αικατερίνη Δελλαπόρτα, γενική διευθύντρια του Βυζαντινού & Χριστιανικού Μουσείου, τόνισε ότι κανένα σύστημα φύλαξης δεν είναι απόλυτα ασφαλές, αλλά τα ελληνικά μουσεία εφαρμόζουν διεθνή πρωτόκολλα και Οδηγίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Η ενίσχυση του προσωπικού, η χρήση σύγχρονων τεχνολογιών και η εκπαίδευση είναι κρίσιμα για την αποτελεσματική προστασία.
Τέλος, ο Κώστας Πασχαλίδης, πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, υπογράμμισε ότι η φύλαξη δεν γίνεται μόνο με κάμερες, αλλά απαιτεί την παρουσία επαγγελματιών φύλαξης στους χώρους των μουσείων.
Συνολικά, οι ελληνικές αρχές και οι διευθυντές μουσείων διαβεβαιώνουν ότι τα μέτρα ασφάλειας είναι αυστηρά, αλλά συνεχώς χρειάζονται βελτιώσεις ώστε η πολιτιστική κληρονομιά να προστατεύεται αποτελεσματικά.
Δύο συλλήψεις για την μεγάλη ληστεία στο Λούβρο
PLUS


