Η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές ως «ιστορική». Για την κινεζική προπαγάνδα, επειδή αποτυπώνει την επιστροφή της Κίνας στο κέντρο της παγκόσμιας ισχύος. Για τον Λευκό Οίκο, επειδή υποτίθεται ότι αποδεικνύει πως ο Τραμπ μπορεί ακόμη να διαπραγματεύεται «από θέση δύναμης» με τον Σι Τζινπίνγκ.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Στην πραγματικότητα, όμως, η εικόνα που εκπέμπεται είναι μάλλον η αντίθετη: μια Αμερική που μοιάζει όλο και πιο πιεσμένη απέναντι στην Κίνα και μια Κίνα που θεωρεί ότι ο χρόνος πλέον λειτουργεί υπέρ της. Και πουθενά αυτή η μετατόπιση ισορροπίας δεν φαίνεται πιο καθαρά από ό,τι στο ζήτημα της Ταϊβάν.
Για δεκαετίες, η Ουάσιγκτον διατηρούσε μια στρατηγική ασάφεια: υποστήριζε στρατιωτικά την Ταϊπέι χωρίς να αναγνωρίζει επίσημα την ανεξαρτησία της. Η λογική ήταν απλή. Να αποτρέπεται ταυτόχρονα και μια κινεζική εισβολή και μια μονομερής κήρυξη ανεξαρτησίας από την Ταϊβάν.
Όμως η ισορροπία αυτή αρχίζει να μοιάζει όλο και πιο εύθραυστη.
Η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ δεν αντιμετωπίζει πλέον την «επανένωση» ως μακρινό ιστορικό στόχο, αλλά ως κεντρικό πολιτικό σχέδιο της εποχής του. Οι συνεχείς στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από το νησί, οι αεροναυτικοί αποκλεισμοί και η τεράστια ενίσχυση του κινεζικού στόλου δείχνουν ότι το Πεκίνο προετοιμάζεται σοβαρά για ένα σενάριο σύγκρουσης.
Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο πραγματοποιείται σε μια στιγμή όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται στρατηγικά πιο αδύναμες απ’ όσο θέλουν να παραδεχθούν.
Ο πόλεμος με το Ιράν, η κρίση στο Στενό του Ορμούζ, η πολιτική πόλωση στο εσωτερικό των ΗΠΑ και η αδυναμία της Δύσης να διαμορφώσει συνεκτική βιομηχανική στρατηγική έχουν δημιουργήσει μια εικόνα αμερικανικής υπερέκτασης. Και το Πεκίνο το γνωρίζει.
Για αυτό και η Ταϊβάν δεν είναι πλέον απλώς ένα περιφερειακό ζήτημα ασφαλείας. Είναι το σημείο όπου δοκιμάζεται αν οι ΗΠΑ εξακολουθούν να μπορούν να επιβάλλουν τους όρους της παγκόσμιας τάξης.
Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια η παγκοσμιοποίηση έκανε την Ταϊβάν πολύ πιο σημαντική απ’ ό,τι ήταν ποτέ στρατιωτικά.
Το νησί παράγει σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των πιο προηγμένων ημιαγωγών στον κόσμο. Τα μικροτσίπ που κατασκευάζονται εκεί είναι απαραίτητα για την τεχνητή νοημοσύνη, την άμυνα, τις τηλεπικοινωνίες, την αυτοκινητοβιομηχανία και σχεδόν κάθε κρίσιμη τεχνολογία του 21ου αιώνα. Αυτό που παλαιότερα ονομαζόταν «silicon shield» — η ιδέα δηλαδή ότι η Δύση θα προστατεύσει την Ταϊβάν για να προστατεύσει τα μικροτσίπ της — μοιάζει πλέον ταυτόχρονα αληθινό και τρομακτικά ανεπαρκές.
Γιατί το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν η Δύση κατανοεί τη σημασία της Ταϊβάν. Το ερώτημα είναι αν είναι διατεθειμένη να πληρώσει το κόστος υπεράσπισής της.
Και εκεί ακριβώς αρχίζουν οι φόβοι.
Η επιστροφή του Τραμπ έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Ταϊπέι. Όχι επειδή θεωρείται «φιλοκινεζικός», αλλά επειδή αντιμετωπίζει τη γεωπολιτική περισσότερο ως διαπραγμάτευση παρά ως συμμαχία αρχών. Οι πρόσφατες δηλώσεις του ότι είναι πρόθυμος να συζητήσει ακόμη και τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν με τον Σι Τζινπίνγκ ενίσχυσαν την αίσθηση ότι το νησί μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό χαρτί στο ευρύτερο παζάρι Ουάσιγκτον–Πεκίνου.
Το Πεκίνο φαίνεται να πιστεύει ότι για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο διαθέτει πραγματικό στρατηγικό παράθυρο ευκαιρίας.
Η αμερικανική οικονομία παραμένει ισχυρή, αλλά η βιομηχανική βάση της Κίνας έχει πλέον αποκτήσει διαστάσεις που καμία δυτική χώρα δεν μπορεί να αγνοήσει. Η Κίνα είναι ταυτόχρονα εργοστάσιο του κόσμου, τεχνολογικός ανταγωνιστής και βασικός κρίκος στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε σύγκρουση για την Ταϊβάν δεν θα προκαλούσε μόνο στρατιωτική κρίση — θα μπορούσε να οδηγήσει σε οικονομικό σοκ μεγαλύτερο ακόμη και από εκείνο της πανδημίας ή του πολέμου στην Ουκρανία.
Και η Ευρώπη; Παρακολουθεί σχεδόν αμήχανα.
Η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυταπάτη των τελευταίων ετών ήταν ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση αρκεί για να αποτρέψει γεωπολιτικές συγκρούσεις. Το ίδιο πίστευε η Ευρώπη και για τη Ρωσία πριν από το 2022. Σήμερα επαναλαμβάνει παρόμοια λογική απέναντι στην Κίνα.
Όμως το Πεκίνο δεν σκέφτεται με όρους αγοράς. Σκέφτεται με όρους ιστορίας, ισχύος και κυριαρχίας.
Για τον Σι Τζινπίνγκ, η Ταϊβάν δεν είναι απλώς στρατηγικό έδαφος. Είναι το σύμβολο της ολοκλήρωσης της κινεζικής εθνικής αναγέννησης. Και ακριβώς γι’ αυτό, η κινεζική ηγεσία ίσως αποδειχθεί πολύ πιο διατεθειμένη να αναλάβει ρίσκα απ’ όσο πιστεύει η Δύση.
Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο αποτυπώνει τελικά κάτι βαθύτερο από μια διμερή διαπραγμάτευση. Αποτυπώνει τη στιγμή όπου η παγκόσμια ισορροπία αρχίζει να αλλάζει ορατά. Και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι ότι η Κίνα αισθάνεται ισχυρότερη.
Αλλά ότι η Αμερική μοιάζει όλο και λιγότερο βέβαιη πως μπορεί να τη σταματήσει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τι είναι η «παγίδα του Θουκυδίδη» που ανέφερε ο Σι στον Τραμπ κατά τη συνάντησή τους
Γιατί η Ταϊβάν αποτελεί σημαντικό σημείο αναταραχής μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας
PLUS


