Καθώς Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν προετοιμάζονται για τον προγραμματισμένο γύρο συνομιλιών στο Ομάν, η αμήχανη σχέση μεταξύ απειλής και διαλόγου αποκαλύπτει περισσότερα από ό,τι κρύβει. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η σκληρή στάση της Ουάσιγκτον, που επιμένει σε υψηλές απαιτήσεις· από την άλλη, μια Τεχεράνη που επιθυμεί να διαπραγματευτεί υπό όρους που διατηρούν την περηφάνεια και την επιρροή της.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει διακηρύξει επανειλημμένα ότι προτιμά μια συμφωνία από έναν ανοιχτό πόλεμο — αλλά το πεδίο των απαιτήσεων είναι βασικό για το αν θα υπάρξει συμφωνία ή όχι. Το κεντρικό ερώτημα παραμένει τι ακριβώς ζητά η Ουάσιγκτον και πόσο αυτό στοχεύει στη μείωση της ιρανικής ικανότητας ή στην πλήρη αποδυνάμωση της Τεχεράνης.
Πυρηνικό πρόγραμμα: Ορόσημο ή σημείο σύγκρουσης;
Το πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί την καρδιά της διαφωνίας. Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα — μια θέση που ως τώρα έχουν υιοθετήσει όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι μετά τον Τζορτζ Μπους — αλλά ο Τραμπ έχει επίσης υπογραμμίσει σε πιο σκληρούς τόνους την ανάγκη να τερματιστεί ολοκληρωτικά η ιρανική ικανότητα για ανάπτυξη όπλων.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, η εγκατάλειψη ολόκληρου του πυρηνικού προγράμματος φαίνεται πολιτικά και ιδεολογικά απρόσβλητη, καθώς αποτελούσε προτεραιότητα για δεκαετίες και συσχετίζεται με την εθνική της περηφάνια. Μια τέτοια παραχώρηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως υποχώρηση απέναντι στον «Μεγάλο Σατανά», όπως χαρακτηρίζει συχνά τις ΗΠΑ η ιρανική ηγεσία.
Πυραυλικό οπλοστάσιο και περιφερειακή επιρροή
Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι διαπραγματεύσεις θα ξεπεράσουν το πυρηνικό ζήτημα και θα αγγίξουν άλλα κρίσιμα θέματα ασφαλείας. Το ιρανικό πυραυλικό οπλοστάσιο και οι σχέσεις του με περιφερειακές ομάδες, όπως η Χεζμπολλάχ ή οι Χούθι στην Υεμένη, αποτελούν επίσης σημεία τριβής.
Όμως, σε αντίθεση με την πυρηνική υπόθεση, τα πυραυλικά συστήματα θεωρούνται για το Ιράν βασικό μέσο αυτοπροστασίας απέναντι σε πιθανούς αντιπάλους. Η παράδοσή τους θα θεωρούνταν από πολλούς στην Τεχεράνη όχι απλά παραχώρηση, αλλά πλήρης εκμηδένιση των μέσων άμυνας.
Δικαιοσύνη και διαφωνίες για τις προτεραιότητες
Ένα επιπλέον σημείο δυσκολίας είναι ότι το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες καταστολές διαδηλώσεων στο Ιράν, δεν αποτελεί προτεραιότητα για την Ουάσιγκτον με τον ίδιο τρόπο που αποτελεί για μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας. Οι ΗΠΑ έχουν ιστορικά δώσει έμφαση στην εθνική ασφάλεια και στη μη διάδοση πυρηνικών, αφήνοντας τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων δευτερεύουσες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Για την Τεχεράνη, ωστόσο, μια επιμονή σε ζητήματα που θεωρεί «εσωτερικά» απειλητικά για τον θεσμό της επανάστασης, λειτουργεί ως παράγων δυσπιστίας απέναντι στις ξένες απαιτήσεις.
Περιφερειακή ισορροπία και στρατιωτική ισχύς
Ο Τραμπ, σε μια προσπάθεια να ισχυροποιήσει τη θέση διαπραγμάτευσης των ΗΠΑ, έχει αυξήσει στρατιωτική παρουσία στην περιοχή — μια στρατηγική που στέλνει μήνυμα πίεσης όσο και τις πιθανές συνέπειες αποτυχίας των συνομιλιών.
Το αποτέλεσμα είναι μια λεπτή ισορροπία: οι ΗΠΑ επιδιώκουν ένα πλεονέκτημα που θα εγγυάται ασφάλεια και έλεγχο, ενώ το Ιράν προσπαθεί να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν θα είναι σύμβολο υποταγής. Ακόμη και η επιλογή του διπλωματικά ουδέτερου Ομάν — αντικατοπτρίζει τον πολιτικό σκελετό αυτών των διαπραγματεύσεων.
Το τελικό στοίχημα
Η πιο κρίσιμη πτυχή των εν εξελίξει συνομιλιών δεν είναι μόνο τι ζητά κάθε πλευρά αλλά το αν η συζήτηση θα γίνει επαρκώς ευέλικτη ώστε να αποτρέψει στρατιωτική αντιπαράθεση. Μια συμφωνία που θα ικανοποιεί μονάχα έναν από τους δύο μπορεί να οδηγήσει είτε σε αποτυχία είτε σε μια συμφωνία χωρίς ουσιαστικά ισχυρά μέτρα — αποτέλεσμα που πιθανόν θα πληγώσει περισσότερο την αξιοπιστία των ΗΠΑ ή του Ιράν, αντί να την ενισχύσει.
Σε αυτή τη νέα φάση των σχέσεων Ουάσιγκτον–Τεχεράνης, η πολιτική ισχύς, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και οι περιφερειακές επιπτώσεις συμπλέκονται σε μια διαπραγματευτική πίστα με υψηλό ρίσκο — και πρόσθετα ερωτήματα για το ποια πραγματικά είναι τα όρια της διπλωματίας, όταν απειλείται η χρήση στρατιωτικής ισχύος.
PLUS


