Ανάσα ή αυταπάτη; Η  εκεχειρία πάνω σε κινούμενη άμμο

Στο τέλος, επικράτησε η ψυχραιμία – τουλάχιστον προς το παρόν. Στις 18:32 ώρα Ουάσινγκτον, ο Ντόναλντ Τραμπ  ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρίσκονται «πολύ κοντά» σε μια «οριστική» συμφωνία και ότι συμφωνήθηκε μια εκεχειρία δύο εβδομάδων, ώστε να δοθεί χρόνος στις διαπραγματεύσεις. Δεν ήταν ακριβώς η τελευταία στιγμή. Αλλά με το τελεσίγραφο των 20:00 να πλησιάζει –και με την απειλή ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε» να αιωρείται πάνω από τη διεθνή σκηνή– ο κόσμος βρέθηκε πιο κοντά από όσο θα ήθελε στο χείλος της καταστροφής.

Του Νίκου Βασιλειάδη

Η συμφωνία ήρθε σαν ανακούφιση. Οι αγορές αντέδρασαν ακαριαία. Το πετρέλαιο υποχώρησε, τα χρηματιστήρια ανέκαμψαν, και για πρώτη φορά μετά από ημέρες έντασης, υπήρξε η αίσθηση ότι ίσως τα χειρότερα αποφεύχθηκαν. Όμως η ιστορία των κρίσεων μας έχει διδάξει κάτι απλό: η ανακούφιση δεν είναι το ίδιο με τη λύση.

Γιατί αυτό που επιτεύχθηκε δεν είναι ειρήνη. Είναι αναστολή.

Ο Τραμπ  εμφανίστηκε να πανηγυρίζει μια νίκη. Δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «επιτύχαν και ξεπέρασαν» τους στρατιωτικούς τους στόχους και ότι η πίεση απέδωσε. Στη δική του αφήγηση, η απειλή λειτούργησε: η σκληρή ρητορική, ακόμη και η επίκληση της ολοκληρωτικής καταστροφής, ανάγκασε την Τεχεράνη να καθίσει στο τραπέζι.

Από την άλλη πλευρά, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών μίλησε επίσης για νίκη. Το Ιράν, υποστήριξε, πέτυχε να επιβάλει το «γενικό πλαίσιο» των δικών του όρων, διατηρώντας την κυριαρχία του και αποτρέποντας μια ευρύτερη σύγκρουση. Η αποδοχή της εκεχειρίας παρουσιάστηκε όχι ως υποχώρηση, αλλά ως επιβεβαίωση αντοχής.

Δύο αντίπαλοι. Δύο νίκες. Καμία λύση.

Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να είναι αρκετό για να γεννήσει σκεπτικισμό. Όταν και οι δύο πλευρές μιας κρίσης δηλώνουν ότι κέρδισαν, συνήθως σημαίνει ότι καμία δεν έχει κάνει την παραχώρηση που απαιτείται για να υπάρξει πραγματική ειρήνη.

Και τα δεδομένα το επιβεβαιώνουν.

Η τύχη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος παραμένει ασαφής. Η επιρροή της Τεχεράνης σε περιφερειακούς δρώντες δεν έχει περιοριστεί ουσιαστικά. Το Στενό του Ορμούζ ανοίγει –αλλά υπό τους όρους ενός καθεστώτος που εξακολουθεί να δηλώνει ότι διατηρεί πλήρη έλεγχο. Και οι όροι που θέτει το Ιράν –άρση κυρώσεων, αποζημιώσεις, αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων– απέχουν πολύ από το να θεωρηθούν αποδεκτοί από την Ουάσινγκτον.

Με άλλα λόγια, οι δύο εβδομάδες που ξεκινούν τώρα δεν είναι διάδρομος προς την ειρήνη. Είναι ένα επικίνδυνο διάστημα διαπραγματευτικής έντασης, όπου κάθε παρεξήγηση, κάθε λανθασμένος υπολογισμός, μπορεί να οδηγήσει ξανά σε κλιμάκωση.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει και ένας παράγοντας που δεν συμμετέχει πλήρως στην εξίσωση – αλλά μπορεί να την ανατρέψει ολοκληρωτικά. Το Ισραήλ.

Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου  έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν θεωρεί την εκεχειρία δεσμευτική για τις επιχειρήσεις της στον Λίβανο. Σε μια κρίση που υποτίθεται ότι επιδιώκει την αποκλιμάκωση, ένα ενεργό μέτωπο παραμένει εκτός συμφωνίας. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ρήγμα.

Γιατί μια εκεχειρία που δεν είναι συνολική, δεν είναι πραγματική εκεχειρία. Είναι μια επιλεκτική παύση, που αφήνει ανοιχτές τις εστίες ανάφλεξης.

Και στην περίπτωση του Λιβάνου, αυτή η εστία είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη.

Η συνέχιση των ισραηλινών επιχειρήσεων δεν διατηρεί απλώς την ένταση. Τη μεταφέρει, τη διαχέει και τη διατηρεί ζωντανή σε ένα περιβάλλον όπου οι ισορροπίες είναι ήδη εύθραυστες. Για την Τεχεράνη και τους συμμάχους της, αυτό αποτελεί επιχείρημα ότι η αποκλιμάκωση είναι επιφανειακή. Για την Ουάσινγκτον, είναι μια υπενθύμιση ότι δεν ελέγχει πλήρως τη δυναμική της κρίσης.

Και για τον υπόλοιπο κόσμο, είναι ένας λόγος να αμφιβάλλει.

Η κρίση αυτή δεν ήταν απλώς στρατιωτική. Ήταν και βαθιά πολιτική. Οι δηλώσεις του Τραμπ περί «εξαφάνισης ενός πολιτισμού» προκάλεσαν σοκ, όχι μόνο στους αντιπάλους των ΗΠΑ, αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας. Δημοκρατικοί, αλλά και αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι, έσπευσαν να αποστασιοποιηθούν, τονίζοντας ότι τέτοιες δηλώσεις δεν συνάδουν με τις αρχές που η Αμερική υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.

Και εδώ ίσως βρίσκεται το βαθύτερο αποτύπωμα αυτής της κρίσης.

Ακόμη κι αν η εκεχειρία κρατήσει. Ακόμη κι αν οι διαπραγματεύσεις προχωρήσουν. Ακόμη κι αν αποφευχθεί μια ευρύτερη σύγκρουση. Η εικόνα έχει ήδη αλλάξει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα που για δεκαετίες παρουσιαζόταν ως πυλώνας σταθερότητας, εμφανίζονται πλέον πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα της απόλυτης καταστροφής ως εργαλείο διαπραγμάτευσης. Και ένας πρόεδρος που αμφισβήτησε κανόνες και θεσμούς στο εσωτερικό, δείχνει διατεθειμένος να κάνει το ίδιο και στη διεθνή σκηνή.

Μπορεί αυτή η στρατηγική να απέδωσε βραχυπρόθεσμα. Μπορεί να έφερε το Ιράν στο τραπέζι. Μπορεί να απέτρεψε –προς το παρόν– μια σύγκρουση. Αλλά το ερώτημα παραμένει: με ποιο κόστος;

Διότι οι λέξεις έχουν βάρος. Και όταν η πολιτική ρητορική φτάνει στο σημείο να απειλεί την εξαφάνιση ενός πολιτισμού, τότε το όριο ανάμεσα στην αποτροπή και στην αποσταθεροποίηση γίνεται εξαιρετικά λεπτό.

Η εκεχειρία είναι, αναμφίβολα, μια ευκαιρία. Αλλά είναι και μια δοκιμασία. Για τις ΗΠΑ, για το Ιράν, για το Ισραήλ – και για το διεθνές σύστημα συνολικά.

Το αν θα αποδειχθεί η αρχή μιας αποκλιμάκωσης ή απλώς το διάλειμμα πριν από την επόμενη κρίση, θα εξαρτηθεί από το αν οι εμπλεκόμενοι είναι διατεθειμένοι να κάνουν αυτό που μέχρι στιγμής αποφεύγουν: να μετατρέψουν τη ρητορική της νίκης σε πολιτική του συμβιβασμού.

Μέχρι τότε, η ηρεμία που επικράτησε δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που δείχνει. Μια ανάσα και τίποτα παραπάνω!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Πακιστάν: Ο ρόλος-κλειδί στην εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν

Κατάπαυση πυρός λίγο πριν την καταιγίδα – Το Ισραήλ αρνείται να την εφαρμόσει στον Λίβανο. Νικητές δηλώνουν και οι οι δύο πλευρές



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ