Λέγεται συχνά ότι ο καλύτερος τρόπος να τα βγάλεις πέρα με τη Ρωσία είναι να συνθηκολογήσεις μαζί της. Αυτό μπορεί να είναι αλήθεια (αν και όχι συνετό) για την Ουκρανία, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να λειτουργήσει για τις ΗΠΑ.
Η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της Αμερικής τις τελευταίες εβδομάδες όπου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποκαλεί τον Πρόεδρο της Ουκρανίας δικτάτορα και προτιμά μια οικονομική σχέση με τη Ρωσία από τον Καναδά, μπορεί να χαροποίησε τους Ρώσους, αλλά θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι θεωρούν πλέον την Αμερική σύμμαχό τους. Η εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την αντίθεσή του στα συμφέροντα των ΗΠΑ, καθιστώντας τη Μόσχα ως τον «σημαντικό άλλο» και ανεξάρτητο πόλο στην παγκόσμια πολιτική.
Ξανά και ξανά, το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, οι δυτικοί ηγέτες σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να χειριστούν τον Πούτιν. Η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ προσπάθησε να παρασύρει τη Ρωσία σε λογικό κρατισμό μέσω αμοιβαίων ενεργειακών συμφερόντων όπως τα έργα του αγωγού Nord Stream. Ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα επιχείρησε μια «επαναφορά» στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας στην αρχή της κυβέρνησής του, αναζητώντας συνεργασία για το Αφγανιστάν, το Ιράν και τη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
Όμως όλες αυτές οι πολιτικές απέτυχαν κυρίως επειδή η Ρωσία κατέστησε αδύνατη την καλλιέργεια καλών σχέσεων. Η Ρωσία εργάστηκε ενάντια στην κυβέρνηση Ομπάμα στη Συρία και ο Πούτιν υπονόμευσε την ασφάλεια των ΗΠΑ και της Ευρώπης με την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014.
Είναι αλήθεια, ότι ο Τραμπ είναι ένας πολύ διαφορετικός ηγέτης του δυτικού κόσμου από οποιονδήποτε άλλο. Φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά στη νοοτροπία του Πούτιν, κυρίως στην πεποίθησή του ότι ο κόσμος πρέπει ουσιαστικά να διοικείται από δύο ή τρεις μεγάλες δυνάμεις. Αυτό υποδηλώνει σε ορισμένους ότι αν κάποιος μπορεί να υποχρεώσει τη Ρωσία να τηρήσει τους όρους μιας συμφωνίας, είναι ο Τραμπ. Όμως αυτή η λογική είναι ελαττωματική, όχι στην ανάλυσή της για τον Τραμπ ή ακόμα και για τον Πούτιν, αλλά στην ανάλυσή της για το ρωσικό κράτος και τη ρωσική εξωτερική πολιτική.
Προς το παρόν, ο Πούτιν βαδίζει προσεκτικά στην σχέση του με τον Τραμπ. Αυτό έχει νόημα για το Κρεμλίνο βραχυπρόθεσμα: η διμερής διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ βοηθά στην εξουδετέρωση της Ουκρανίας, ενισχύει την ρωσική οικονομία και διχάζει την υπόλοιπη Ευρώπη. Μια προσωρινή αναθέρμανση των σχέσεων είναι ακριβώς αυτό: μια παύση που θα επιτρέψει στη Μόσχα να εδραιωθεί, να ανασυγκροτήσει τον στρατό της και να διορθώσει την οικονομία της πριν ανανεώσει τις εχθροπραξίες με κάποια μορφή.
Αλλά σίγουρα κάτι τέτοιο δεν μπορεί να διαρκέσει αφού η Ρωσία έχει περάσει χρόνια χτίζοντας την πεποίθηση πως οι ΗΠΑ είναι ο νούμερο ένα εχθρός της. Κάθε αλλαγή σε αυτό θεωρείται ως πιθανή απειλή για τη σταθερότητα του καθεστώτος. Η Ρωσία είναι ακριβώς αυτό που ήταν. Θα επιδιώξει να επιταχύνει την παρακμή της Αμερικής, ακόμα κι αν μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου πιστεύει ότι ο Τραμπ μπορεί να το κάνει εξίσου καλά και από μόνος του.
Επομένως, οι αξιωματούχοι ασφαλείας των ΗΠΑ θα πρέπει να σκεφτούν πώς να εντοπίσουν, να αποτρέψουν και να καταπολεμήσουν τις συνεχιζόμενες ρωσικές προσπάθειες να υπονομεύσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και ο προφανής τρόπος για να αντιμετωπίσεις έναν αδυσώπητο εχθρό είναι να τον αποδυναμώσεις. Κάτι που μπορεί να γίνει αυτό συνεχίζοντας την πίεση με πλήρη υποστήριξη προς το Κίεβο. Η Ουκρανία έχει κάνει μια εξαιρετική δουλειά τα τελευταία τρία χρόνια υποβαθμίζοντας τον ρωσικό στρατό και την ρωσική οικονομία.
Ο Πούτιν και ο Τραμπ δεν έχουν τις ίδιες φιλοδοξίες. Η εμμονή του Πούτιν είναι ο έλεγχος των άλλων – η αποκατάσταση μιας αυτοκρατορίας. Από την πλευρά του ο Τραμπ δεν έχει την ίδια πρωταρχική φιλοδοξία. Προτεραιότητά του είναι ο πλούτος – δικός του και της Αμερικής – και ο ανταγωνισμός με την Κίνα. Τον πλούτο και μόνο αφορούν οι διεκδικήσεις της Γροιλανδίας, του Παναμά και ακόμη και του Καναδά.
Η πώληση όπλων στην Ουκρανία και την Ευρώπη, καθώς και ο περιορισμός της οικονομίας της ίδιας της Ρωσίας μέσω κυρώσεων, μπορεί να εμπλουτίσει την Αμερική και να εξουδετερώσει τη ρωσική απειλή. Αυτό αντιπροσωπεύει μια καλή, μακροπρόθεσμη επένδυση.
Η ανανέωση επίσης της υποστήριξης προς την Ουκρανία στο πεδίο της μάχης και στις διαπραγματεύσεις, μπορεί να αντικρούσει την αφήγηση του Πεκίνου ότι οι ΗΠΑ είναι ένας αναξιόπιστος και απρόβλεπτος εταίρος και να καθησυχάσει τους συμμάχους της Αμερικής στον Ειρηνικό για τις δικές τους συμφωνίες ασφαλείας.
Η ιστορία έχει διδάξει ότι η ρωσική αρκούδα δεν αλλάζει εύκολα στις πεποιθήσεις της. Και ο Τραμπ δεν θα έπρεπε να μοιάζει περισσότερο με την κυβέρνηση Μπάιντεν στην προσέγγισή του προς τη Ρωσία, αλλά περισσότερο με τη προσέγγιση του Ρόναλντ Ρίγκαν στο πρόβλημα Σοβιετική Ένωση,.
Στην πρώτη θητεία του μόλις ανέλαβε καθήκοντα, αύξησε τις αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ, εξόπλισε αντικομμουνιστικές γκρούπες ανταρτών στο Αφγανιστάν, στην Ανγκόλα και στη Νικαράγουα, βοήθησε και την οργάνωση «Αλληλεγγύη» να αναπτυχθεί στην Πολωνία. Μιλούσε πολύ σκληρά για τη Σοβιετική Ενωση, κατηγορώντας τη για κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το 1982 προφήτεψε ότι «η Ελευθερία και η Δημοκρατία θα αφήσουν τον μαρξισμό-λενινισμό στη στάχτη της Ιστορίας» και σε ομιλία του το 1983 χαρακτήρισε τη Σοβιετική Ενωση «το επίκεντρο του κακού στον κόσμο».
Έχοντας όμως επίγνωση τι θα συνεπαγόταν ένας πυρηνικός πόλεμος μεταξύ των δύο μπλοκ, αργότερα μετεστράφη προς την κατεύθυνση της συνεργασίας και τον Απρίλιο του 1981 έστειλε ένα χειρόγραφο σημείωμα στον σοβιετικό ηγέτη Λεονίντ Μπρέζνιεφ, δηλώνοντας την επιθυμία του για «ουσιαστικό και εποικοδομητικό διάλογο που θα μας βοηθήσει να εκπληρώσουμε την υποχρέωσή μας να βρούμε διαρκή ειρήνη».
Ο Ρίγκαν σταδιακά απέρριψε συνειδητά την επιθετικότητά του και μάλιστα τον Ιανουάριο του 1984 εξεφώνησε συμβιβαστική ομιλία στην οποία αναφέρθηκε στο πλήθος των κοινών στοιχείων που είχαν οι αμερικανοί και οι σοβιετικοί πολίτες, ενώ υποσχέθηκε να συνεργαστεί με το Κρεμλίνο ώστε να μειωθούν οι εξοπλισμοί φτάνοντας στην πρώτη συμφωνία ελέγχου των πυρηνικών όπλων όταν Ρίγκαν και Γκορμπατσόφ υπέγραψαν την συνθήκη στην Ουάσιγκτον, το 1987.
Πολλοί υποστηρίζουν πως η πίεση του Ρίγκαν στη Σοβιετική Ένωση, κατά την πρώτη θητεία του, κατέστησε τους Σοβιετικούς πιο προθύμους για διαπραγμάτευση αλλά και ότι η στροφή του προς τη συνεργασία με τον Γκορμπατσόφ, κατά τη δεύτερη θητεία του, επέτρεψε στον νέο σοβιετικό ηγέτη να μεταμορφώσει τη χώρα του, με συνέπεια να τελειώσει ο Ψυχρός Πόλεμος.
Όσο ο Τραμπ και η κυβέρνησή του δείχνουν να προτιμούν μια οικονομική σχέση με τη Ρωσία υποβαθμίζοντας την Ουκρανία βρίσκονται σε μια πορεία δράσης αυτοκαταστροφική. Ο Τραμπ θα πρέπει να προσεγγίζει τον Πούτιν με μια ιδιοτελή και ψυχρή εκτίμηση πως βρίσκεται απέναντι σε έναν δυσεπίλυτο και δόλιο αντίπαλο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συνάντηση Τραμπ – Μακρόν: Φιλικές χειραψίες με φόντο το χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης
Ζελένσκι: Το ουκρανικό κοινοβούλιο δεν ενέκρινε ψήφισμα υποστήριξης στο πρόσωπό του
PLUS


