Οι καταγραφές συνδιαλέξεων, οι μυστικές παρακολουθήσεις και οι «κοριoί» έφεραν στα χέρια των Αρχών αποκαλυπτικό υλικό, μεταξύ του οποίου και συνομιλίες – φωτιά του Πάνου Καμμένου! – Συνελήφθησαν συνολικά 48 άτομα, ανάμεσά τους ιδιώτες, επιχειρηματίες, δύο στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας και ένας αστυνομικός
Της ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ – ΚΟΝΤΟΡΟΥΣΗ
Η Κρήτη βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πολύκροτης αστυνομικής επιχείρησης που θύμισε κινηματογραφικό θρίλερ. Στο φως ήρθαν συνομιλίες που παρέπεμπαν σε μαφιόζικα σενάρια, αναφορές σε λείψανα αγίων που χρησιμοποιούνταν ως αντικείμενο εκβιασμού, αλλά και παρεμβάσεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα με στόχο την υφαρπαγή περιουσιών. Το δαιδαλώδες κύκλωμα που εξαρθρώθηκε δεν περιοριζόταν στη διακίνηση ναρκωτικών, αλλά είχε απλώσει τα πλοκάμια του σε εκβιασμούς, όπλα, «λαδώματα» κρατικών υπαλλήλων, ακόμα και σε συνομιλίες με πολιτικά πρόσωπα της κεντρικής σκηνής. Η εικόνα που σκιαγραφείται θυμίζει περισσότερο κράτος εν κράτει παρά μια απλή εγκληματική ομάδα.
Πρόκειται για δύο ξεχωριστές δικογραφίες. Η πρώτη και βασική αφορά ναρκωτικά, όπλα και ξέπλυμα μαύρου χρήματος, ενώ η δεύτερη αφορά ως επί το πλείστον εκβιασμούς και απόπειρες δωροδοκίας αλλά και παρόμοια αδικήματα με βασική υπόθεση την υφαρπαγή εκκλησιαστικής περιουσίας.
Η υπόθεση άρχισε να ξεδιπλώνεται στις αρχές του 2025, όταν άνδρες της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Χανίων συγκέντρωναν πληροφορίες για ύποπτες κινήσεις στην πόλη. Οι καταγραφές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, οι μυστικές παρακολουθήσεις και οι «κοριoί» έφεραν στα χέρια των Αρχών αποκαλυπτικό υλικό. Ορισμένοι από τους πρωταγωνιστές μιλούσαν ανοιχτά για «καθαρές» και «κομμένες» ποσότητες κοκαΐνης, εξηγώντας πώς ένα πεντάρι γίνεται δεκάρι αν νοθευτεί με φάρμακα. Άλλοι περιέγραφαν με φυσικότητα πώς οι εισπράξεις διοχετεύονταν μέσω POS νόμιμων επιχειρήσεων, λες και επρόκειτο για έναν κανονικό ισολογισμό εταιρείας.
Η κορύφωση ήρθε στις 31 Αυγούστου, όταν μετά από μήνες προετοιμασίας η ΕΛ.ΑΣ. προχώρησε στη μεγάλη επιχείρηση. Με παρουσία εισαγγελικών λειτουργών πραγματοποιήθηκαν 43 έρευνες σε κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους, ενώ ταυτόχρονα έγιναν έλεγχοι ακόμη και σε σωφρονιστικά καταστήματα. Συνελήφθησαν συνολικά 48 άτομα, ανάμεσά τους ιδιώτες, επιχειρηματίες, δύο στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας και ένας αστυνομικός με το παρατσούκλι «Γκόμενα», ο οποίος κατηγορείται ότι έδινε κάλυψη στους κακοποιούς παραβιάζοντας το υπηρεσιακό απόρρητο.
Στο κέντρο της υπόθεσης εντοπίζεται ο ρόλος ενός αρχιμανδρίτη, στενού συνεργάτη μητροπολίτη της περιοχής. Το όνομά του εμφανίζεται σε βίντεο που κατέληξε στα χέρια των εκβιαστών. Το υλικό χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός πίεσης ώστε να αποσπαστούν εκκλησιαστικά φιλέτα, με πιο χαρακτηριστικό ένα οικόπεδο 170 στρεμμάτων το οποίο πέρασε με πλαστά χαρτιά σε χέρια τρίτων. Η γη αυτή πουλήθηκε σε Ισραηλινούς επενδυτές έναντι 3 εκατ. ευρώ, με σχέδιο ανέγερσης ξενοδοχειακών μονάδων. Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, οι εκβιαστές απαιτούσαν ακόμη και λείψανα αγίων, προκειμένου να τα μεταφέρουν αλλού και να αποκομίσουν χρήματα από το προσκύνημά τους.
Η δράση του κυκλώματος δεν σταματούσε εκεί. Σε μία από τις πιο εντυπωσιακές αποκαλύψεις, οι αστυνομικοί αναφέρουν συνομιλίες με γνωστά πολιτικά πρόσωπα, με προεξάρχουσα την επαφή με τον πρώην υπουργό Άμυνας Πάνο Καμμένο. Οι διάλογοι αυτοί, που βρίσκονται στη δικογραφία, δεν έχουν ακόμα αποσαφηνιστεί πλήρως, ωστόσο δείχνουν τη φιλοδοξία των μελών της οργάνωσης να δημιουργούν γέφυρες με ισχυρούς παράγοντες του δημόσιου βίου.
Τα μέλη
Ηγετικό ρόλο είχε ένας 36χρονος Χανιώτης, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν πρόσωπα με βαριά ποινικά μητρώα. Δίπλα του στεκόταν ένας 53χρονος, γνωστός στην πιάτσα ως «Αυστραλός», καθώς και ο «Μπίγκαλης», 47 ετών, που καταγράφεται σε συνομιλίες να μιλά για «καθαρή» κοκαΐνη. Στην κορυφή υπήρχε σαφής διαχωρισμός αρμοδιοτήτων: άλλοι χειρίζονταν τις προμήθειες, άλλοι τα οικονομικά και άλλοι τις βίαιες ενέργειες. Το δίκτυο είχε μάλιστα χωρίσει τον νομό Χανίων σε τρεις ζώνες, με το κάθε τμήμα να διαχειρίζεται το δικό του «πελατολόγιο». Οι πληρωμές γίνονταν με κάθε πιθανό τρόπο: τραπεζικές συναλλαγές μέσω IRIS και Revolut, πληρωμές μέσω POS, αλλά και με μετρητά που κατέληγαν σε χρηματοκιβώτια σπιτιών και επιχειρήσεων.
Η μεσαία βαθμίδα της οργάνωσης απαρτιζόταν κυρίως από οικογενειακά δίκτυα. Οι συγγενικοί δεσμοί λειτουργούσαν σαν ασπίδα εμπιστοσύνης, αφού έτσι περιοριζόταν η πιθανότητα προδοσίας. Από εκεί και κάτω, μικροδιακινητές, κυρίως αραβόφωνοι αλλοδαποί, ανέλαβαν το καθημερινό «μεροκάματο»: διανομή κάνναβης και κοκαΐνης σε κεντρικά σημεία, όπως το Πάρκο Ειρήνης και Φιλίας, το Ενετικό Λιμάνι και η Πλατεία 1866. Εκεί, μπροστά στα μάτια περαστικών, γίνονταν δοσοληψίες μέρα μεσημέρι, με τους αστυνομικούς να έχουν καταγράψει αποκαλυπτικά βίντεο.
Το οικονομικό όφελος από τη δράση του κυκλώματος εκτιμάται ότι ξεπέρασε τα 3 εκατ. ευρώ. Περίπου 1,1 εκατ. προήλθε από τη διακίνηση ναρκωτικών, ενώ άλλο 1,5 εκατ. από εκβιασμούς επιχειρηματιών, κληρικών και φορέων. Σε αυτό το ποσό δεν υπολογίζονται τα κέρδη από την πώληση του «φιλέτου» των 170 στρεμμάτων, ούτε τα χρήματα που διοχετεύθηκαν μέσω ξενοδοχείων, beach bars και άλλων νόμιμων επιχειρήσεων. Οι έρευνες αποκάλυψαν ακόμη τιμολόγια που αφορούσαν την αγοραπωλησία όπλων, με την οργάνωση να δραστηριοποιείται παράλληλα στη διακίνηση καλάσνικοφ, πιστολιών και πυρομαχικών.
Κλάδεμα…
Η Αστυνομία, προκειμένου να αποδυναμώσει την ισχύ του κυκλώματος, ακολούθησε μια στρατηγική «κλαδέματος». Κατά καιρούς συνελάμβανε μέλη της οργάνωσης για φαινομενικά άσχετες υποθέσεις, χωρίς να τις συνδέει δημόσια, ώστε να μη γίνει αντιληπτή η πραγματική διάσταση. Έτσι, τα «μεγάλα κεφάλια» παρέμεναν ανυποψίαστα μέχρι την τελική επιχείρηση. Έμπειροι αξιωματικοί, που μετατέθηκαν ειδικά από την Αθήνα, συμμετείχαν σε αυτή την αθόρυβη, αλλά μεθοδική επιχείρηση που διήρκεσε πολλούς μήνες.
Μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκονται πρόσωπα υπεράνω πάσης υποψίας: επιχειρηματίες με ισχυρή παρουσία στην τοπική κοινωνία, αλλά και δύο υπαξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας. Ο ένας 37 και ο άλλος 48 ετών, φέρονται να έδιναν διευκολύνσεις ή ακόμη και πόρους για τις παράνομες δραστηριότητες. Ο αστυνομικός με το παρατσούκλι «Γκόμενα» κατηγορείται ότι μετέφερε πληροφορίες για κινήσεις της υπηρεσίας του, καλύπτοντας έτσι το δίκτυο.
Η υπόθεση έχει συγκλονίσει την τοπική κοινωνία όχι μόνο λόγω του μεγέθους της, αλλά και εξαιτίας της εμπλοκής της Εκκλησίας. Ο αρχιμανδρίτης που φέρεται να εκβιάστηκε βρέθηκε στη δίνη των αποκαλύψεων, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι υπήρξε ακόμη και προσπάθεια χειραγώγησης εκκλησιαστικών εκλογών με αντάλλαγμα λείψανα αγίων. Στην ίδια δικογραφία περιλαμβάνονται αναφορές για αλλοίωση διαδικασιών στην απονομή τίτλων σπουδών, αποχαρακτηρισμούς εκτάσεων και χρηματισμούς δημόσιων λειτουργών. Το δίκτυο είχε φροντίσει να στήσει γέφυρες με κάθε μορφή εξουσίας: Τοπική Αυτοδιοίκηση, Εκκλησία, Στρατό, Αστυνομία.
Οι διάλογοι που έχουν καταγραφεί από τους «κοριούς» είναι αποκαλυπτικοί. «Άκου, αυτός μου τη δίνει καθαρή, δεν θέλω να μου βάλει μέσα φάρμακα και μαλακίες», λέει ο «Μπίγκαλης» σε μια συνομιλία. «Οι άλλοι το παίρνουνε και το κόβουνε, το πεντάρι το κάνουν δεκάρι», συνεχίζει, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο διπλασιάζονται τα κέρδη. Η ωμότητα των εκφράσεων δείχνει την αίσθηση ατιμωρησίας που επικρατούσε ανάμεσα στα μέλη.
Οι αστυνομικές δυνάμεις προχώρησαν σε κατασχέσεις μεγάλης κλίμακας: ποσότητες κοκαΐνης και κάνναβης, όπλα, πυρομαχικά, αλλά και μεγάλα χρηματικά ποσά. Σημαντική θεωρείται και η δέσμευση επιχειρηματικών λογαριασμών, αφού μέσω αυτών περνούσε το «ξέπλυμα» των εσόδων. Τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί θα χρειαστούν μήνες για να αναλυθούν πλήρως, ενώ ήδη η δικογραφία ξεπερνά τις 1.000 σελίδες.
Οι συλληφθέντες
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν ενώπιον του ανακριτή και οι απολογίες τους προγραμματίστηκαν σε ομάδες. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν είναι κακουργηματικού χαρακτήρα: σύσταση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, διακίνηση ναρκωτικών, εκβιασμοί, ξέπλυμα χρήματος, παράνομη κατοχή όπλων.
Για την πρώτη και μεγαλύτερη δικογραφία έχουν ήδη απολογηθεί οι κατηγορούμενοι. Κάποιοι αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, ενώ άλλοι πήραν τον δρόμο των φυλακών αφού ανακριτής και εισαγγελέας έκριναν πως πρέπει να παραμείνουν προσωρινά κρατούμενοι.
Τα δύο αδέλφια, γνωστοί επιχειρηματίες στο νησί, που φέρονται ως τα αρχηγικά μέλη στη δεύτερη δικογραφία που έχει σχηματιστεί, μετά την απολογία τους την Παρασκευή ενώ αρχικά αφέθηκαν ελεύθερα με τον περιοριστικό όρο της μη εξόδου από τη χώρα, στη συνέχεια λόγω της ενεργοποίησης της δεύτερης δικογραφίας συνελήφθησαν εκ νέου και αναμένεται να απολογηθούν την Τρίτη.
Πάντως, η υπόθεση αυτή θεωρείται από τις σημαντικότερες της τελευταίας δεκαετίας στην Κρήτη. Αναδεικνύει με τον πιο ηχηρό τρόπο ότι τα οργανωμένα κυκλώματα μπορούν να αποκτήσουν δίκτυα ισχύος που ξεπερνούν τα στενά όρια του υποκόσμου. Όταν εμπλέκονται κληρικοί, στρατιωτικοί και αστυνομικοί, το πρόβλημα παύει να είναι απλώς εγκληματολογικό και αποκτά πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Η τοπική κοινωνία παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις, ενώ πολλοί επιχειρηματίες και παράγοντες φοβούνται ότι τα ονόματά τους μπορεί να βρεθούν στην επιφάνεια καθώς θα ξετυλίγεται η υπόθεση.
Το βέβαιο είναι ότι η εξάρθρωση του κυκλώματος αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα σε ένα παρακράτος που είχε ριζώσει βαθιά στη Μεγαλόνησο. Η επόμενη φάση θα παιχτεί στις δικαστικές αίθουσες, όπου θα φανεί πόσο ανθεκτικό είναι το πλέγμα διασυνδέσεων που δημιουργήθηκε και αν θα αποδομηθεί πλήρως ή αν θα καταφέρει να ανασυνταχθεί με άλλες μορφές.
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Ο δικηγόρος Νίκος Στειακάκης μιλά στο ereportaz για την «κρητική μαφία»
PLUS


