Ελένη Καρανικολα Κοντορούση
Νεαροί σε ηλικία αλλά με έντονη εγκληματική δράση, ακριβά γούστα και εμφανή επίδειξη πλούτου φέρονται να είναι τα μέλη των δύο εγκληματικών οργανώσεων που εξαρθρώθηκαν από το Τμήμα Άμεσης Επέμβασης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αττικής. Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, τα κέρδη από τη διακίνηση ναρκωτικών μετατρέπονταν σε έναν τρόπο ζωής που περιλάμβανε πολυτελή αυτοκίνητα, ενώ στο στόχαστρό τους είχαν μπει ακόμη και μαθητές Γυμνασίου.
Η συντονισμένη επιχείρηση οδήγησε στη σύλληψη εννέα ατόμων ηλικίας από 14 έως 19 ετών, εκ των οποίων οι επτά είναι ανήλικοι, ενώ δύο ακόμη μέλη αναζητούνται. Παράλληλα, συνελήφθησαν και δύο γονείς για παραμέληση εποπτείας ανηλίκων.
Οι δύο οργανώσεις διακινούσαν κυρίως κάνναβη, κοκαΐνη και χάπια Xanax σε ανήλικους μαθητές, πραγματοποιώντας αγοραπωλησίες κοντά σε παιδικές χαρές, πλατείες, στάσεις λεωφορείων αλλά ακόμη και μέσα σε σχολικά συγκροτήματα. Οι αστυνομικοί διαπίστωσαν μάλιστα ότι μέλη του κυκλώματος προσπαθούσαν να στρατολογήσουν στην εγκληματική τους δραστηριότητα ακόμη και μαθητές Α’ Γυμνασίου, ενώ καταγράφηκε και πώληση κοκαΐνης σε κορίτσι ηλικίας κάτω των 14 ετών.
Η οργάνωση της Εκάλης και η BMW-«καβάτζα»
Η πρώτη εγκληματική οργάνωση δρούσε σε Εκάλη, Δροσιά, Διόνυσο και Νέα Ερυθραία και διέθετε σαφή ιεραρχία με αρχηγό, δύο υπαρχηγούς και επιχειρησιακά μέλη, αρκετά από τα οποία ήταν ανήλικα.
Επικεφαλής φέρεται να ήταν ένας 21χρονος, ο οποίος αναζητείται, ενώ ο 19χρονος υπαρχηγός είχε αναλάβει την προμήθεια, μεταφορά και αποθήκευση των ναρκωτικών. Την εποπτεία των ανήλικων μελών και τη συλλογή των χρημάτων από τις πωλήσεις είχε ένας 17χρονος.
Κεντρική «καβάτζα» της οργάνωσης ήταν μία BMW, η οποία βρισκόταν μονίμως σταθμευμένη έξω από το σπίτι του υπαρχηγού. Σύμφωνα με την έρευνα, το όχημα ήταν δηλωμένο σε άτομο που είχε αποβιώσει, ώστε να δυσχεραίνεται η ταυτοποίηση των πραγματικών χρηστών του.
Οι διακινητές χρησιμοποιούσαν κωδικές ονομασίες στις συνομιλίες τους. Η κάνναβη αναφερόταν ως «μπιτς», «σταφ» ή «Κάλι», η κοκαΐνη ως «κόκα» ή «ρουφηχτό», ενώ τα χρήματα αποκαλούνταν «λέκ». Για τις συνομιλίες τους χρησιμοποιούσαν κυρίως την εφαρμογή Signal, την οποία αποκαλούσαν απλώς «μπλε».
Ο «Boss» και τα «πιτσιρίκια» των Θρακομακεδόνων
Η δεύτερη οργάνωση είχε ως ορμητήριο τους Θρακομακεδόνες και αποτελούνταν από έναν 19χρονο αρχηγό και ανήλικους συνεργούς ηλικίας 14 και 15 ετών, οι οποίοι πραγματοποιούσαν το μεγαλύτερο μέρος της διακίνησης.
Στις μεταξύ τους συνομιλίες τα ανήλικα μέλη αποκαλούσαν τον αρχηγό «Boss» ή «ο μεγάλος μας», ενώ εκείνος αναφερόταν σε αυτά ως «τα μικρά» και «τα πιτσιρίκια μου». Ως χώρος αποθήκευσης των ναρκωτικών χρησιμοποιούνταν εγκαταλελειμμένη κατοικία στους Θρακομακεδόνες, η οποία στις συνομιλίες τους εμφανιζόταν με την κωδική ονομασία «ΤΡΑΠ».
Σύμφωνα με τη δικογραφία, η συγκεκριμένη ομάδα διακινούσε κυρίως κάνναβη, ενώ μπορούσε να προμηθεύσει και κοκαΐνη. Παράλληλα, φέρεται να χρησιμοποιούσε απειλές και σωματική βία σε περιπτώσεις όπου αγοραστές δεν εξοφλούσαν τα χρέη τους.
Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο οργανώσεων ήταν τα αυξημένα μέτρα αντιπαρακολούθησης. Τα μέλη χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφημένες εφαρμογές επικοινωνίας, κωδικοποιημένη αργκό, πολλαπλές «καβάτζες» και πραγματοποιούσαν συνεχείς ελέγχους για τον εντοπισμό πιθανής αστυνομικής παρακολούθησης.
Κατά την επιχείρηση, ο φερόμενος ως αρχηγός της πρώτης οργάνωσης επιχείρησε να διαφύγει εμβολίζοντας υπηρεσιακό όχημα και παρασύροντας αστυνομικό, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι. Σε βάρος του σχηματίστηκε ξεχωριστή δικογραφία για απόπειρα ανθρωποκτονίας.
Από τις έρευνες κατασχέθηκαν ποσότητες κάνναβης και κοκαΐνης, ζυγαριές ακριβείας, κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικές συσκευές, πιστόλια-ρέπλικες, πιστόλι αερίου, σπρέι πιπεριού, μαχαίρια, στιλέτα, σιδερογροθιές, γκλοπ, φωτοβολίδα, καθώς και τα οχήματα που χρησιμοποιούνταν για τη διευκόλυνση της εγκληματικής δραστηριότητας.
PLUS


