Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου: Η Δύση χωρίς κηδεμόνα

Στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η οποία επί δεκαετίες λειτουργούσε ως τελετουργική επιβεβαίωση της δυτικής ενότητας, συνέβη κάτι πιο ουσιαστικό από μια απλή διαφωνία μεταξύ συμμάχων. Η ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δεν ήταν μια ακόμη αυστηρή προτροπή προς τους Ευρωπαίους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες. Ήταν μια ανακοίνωση μεταβολής παραδείγματος. Για πρώτη φορά μετά το 1945, η Ουάσινγκτον δεν αμφισβητούσε απλώς τις επιλογές της Ευρώπης· αμφισβητούσε την ίδια τη φιλοσοφία πάνω στην οποία χτίστηκε η μεταπολεμική Δύση.

Του Νίκου Βασιλειάδη

Για οκτώ δεκαετίες η διατλαντική σχέση στηριζόταν σε μια σιωπηρή συμφωνία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλάμβαναν το βάρος της στρατιωτικής ισχύος και της αποτροπής, ενώ η Ευρώπη οικοδομούσε μια πολιτική και οικονομική ένωση βασισμένη σε κανόνες, θεσμούς και κοινωνικό κράτος. Η ισορροπία αυτή επέτρεψε στη δυτική ήπειρο να αναπτύξει ένα πρωτοφανές πείραμα μεταεθνικής διακυβέρνησης χωρίς να χρειαστεί να αντιμετωπίσει πλήρως το κόστος της ισχύος. Η αμερικανική ομπρέλα λειτουργούσε ως δεδομένο της ιστορίας, όχι ως επιλογή πολιτικής.

Η παρέμβαση του Ρούμπιο στο Μόναχο υποδήλωνε ότι το δεδομένο αυτό παύει να υφίσταται. Η νέα Ουάσινγκτον δεν αποσύρεται από τη συμμαχία, αλλά αρνείται να παραμείνει κηδεμόνας της. Η διαφορά είναι λεπτή και ταυτόχρονα καθοριστική. Δεν πρόκειται για απομονωτισμό· πρόκειται για αναδιατύπωση του συμβολαίου. Η Αμερική εξακολουθεί να θεωρεί την Ευρώπη σύμμαχο, αλλά όχι πλέον προστατευόμενο χώρο.

Η αλλαγή αυτή έχει βαθύτερη ρίζα από τις συνηθισμένες εντάσεις για τον προϋπολογισμό του ΝΑΤΟ. Αντανακλά μια ιδεολογική μετατόπιση στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου η μεταψυχροπολεμική πίστη στον φιλελεύθερο διεθνισμό έχει αντικατασταθεί από μια αντίληψη κυριαρχίας και ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Η παγκοσμιοποίηση δεν θεωρείται πλέον φυσική πορεία της ιστορίας αλλά παρένθεση. Το έθνος-κράτος επανέρχεται ως βασική μονάδα πολιτικής νομιμοποίησης, και οι διεθνείς θεσμοί παύουν να αντιμετωπίζονται ως υπέρτατο πλαίσιο τάξης.

Εδώ βρίσκεται και το βαθύτερο ρήγμα με την Ευρώπη. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε ακριβώς το αντίθετο εγχείρημα: μια προσπάθεια υπέρβασης του εθνικού ανταγωνισμού μέσω κοινών κανόνων και αλληλεξάρτησης. Στο Μόναχο συναντήθηκαν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη Δύση. Από τη μία πλευρά, η ευρωπαϊκή πεποίθηση ότι η ιστορία οδηγεί σε ολοένα στενότερη ένωση. Από την άλλη, η νέα αμερικανική ιδέα ότι η σταθερότητα εξαρτάται από ισχυρά κυρίαρχα κράτη που συνεργάζονται αλλά δεν συγχωνεύονται.

Η σύγκρουση δεν εκδηλώθηκε με δραματικούς τόνους, αλλά με ψυχρή σαφήνεια. Η Ουάσινγκτον δήλωσε ότι η προστασία δεν μπορεί να είναι άνευ όρων και ότι οι πολιτικές επιλογές έχουν κόστος που δεν θα καλύπτεται αυτομάτως από τον αμερικανικό προϋπολογισμό και τον αμερικανικό στρατό. Η Ευρώπη άκουσε ένα μήνυμα που δεν είχε συνηθίσει να ακούει: η ασφάλεια δεν είναι δικαίωμα αλλά ευθύνη.

Πίσω από τη διαφωνία βρίσκεται η γεωπολιτική πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στον Ειρηνικό και στον ανταγωνισμό με την Κίνα. Η Ευρώπη παραμένει σημαντική, αλλά δεν αποτελεί πλέον το κύριο θέατρο της παγκόσμιας στρατηγικής. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε αυτή τη μεταβολή: η αμερικανική υποστήριξη συνεχίζεται, αλλά συνοδεύεται από την προσδοκία ότι οι Ευρωπαίοι θα αναλάβουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για την ήπειρό τους.

Η αντίδραση στην ευρωπαϊκή πλευρά ήταν ένα μείγμα ανησυχίας και αμηχανίας. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στηρίχθηκε επί δεκαετίες στην παραδοχή ότι η στρατιωτική ισχύς μπορούσε να παραμείνει στο περιθώριο της πολιτικής. Η ευημερία και το κοινωνικό κράτος οικοδομήθηκαν υπό την προστασία μιας δύναμης που αντιμετώπιζε την ασφάλεια ως παγκόσμιο δημόσιο αγαθό. Η προοπτική μιας συμμαχίας χωρίς εγγυήσεις αναγκάζει την Ευρώπη να επανεξετάσει τον ίδιο της τον χαρακτήρα.

Η διαφωνία, ωστόσο, δεν είναι μόνο πρακτική αλλά υπαρξιακή. Η μεταπολεμική Δύση στηριζόταν σε κοινή αφήγηση: πίστη στην πρόοδο μέσω θεσμών και αγορών. Η νέα αμερικανική προσέγγιση βλέπει τον κόσμο ως πεδίο ανταγωνισμού όπου οι αξίες ακολουθούν την ισχύ. Έτσι, για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Δύση δεν μοιράζεται πλήρως τον ίδιο ορισμό της τάξης που υπερασπίζεται.

Αυτό δεν σημαίνει άμεση διάλυση της συμμαχίας. Σημαίνει μετατροπή της σε σχέση συμφερόντων. Η αμερικανική πολιτική δεν αποσύρεται από την Ευρώπη αλλά ζητά ισορροπία. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα φύγουν, αλλά αν η Ευρώπη μπορεί να σταθεί χωρίς την ψευδαίσθηση της μόνιμης προστασίας.

Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι η μεταβολή δεν προκαλείται από αντίπαλη δύναμη αλλά από τον ίδιο τον πυρήνα της συμμαχίας. Η Δύση μετασχηματίζεται εκ των έσω. Η εποχή της «μετα-ιστορίας», όπου θεωρήθηκε ότι η γεωπολιτική είχε αντικατασταθεί από οικονομική αλληλεξάρτηση, φαίνεται να κλείνει. Η ισχύς επιστρέφει ως κεντρική κατηγορία, όχι ως εξαίρεση.

Το Μόναχο ίσως καταγραφεί στο μέλλον όχι ως ρήξη αλλά ως ενηλικίωση. Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει αν θα μετατραπεί σε αυτόνομο γεωπολιτικό δρώντα ή αν θα παραμείνει οικονομικός χώρος που εξαρτάται από αποφάσεις άλλων. Η Αμερική, από την πλευρά της, δεν απορρίπτει τη συμμαχία· απλώς αρνείται να την ορίζει μονομερώς.

Έτσι η Δύση εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η ενότητα δεν θα προκύπτει από συνήθεια αλλά από επιλογή. Το αν αυτή η επιλογή θα οδηγήσει σε ισότιμη συνεργασία ή σε αργή απομάκρυνση θα καθορίσει τη μορφή της διεθνούς τάξης για τις επόμενες δεκαετίες. Για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη δεν καλείται απλώς να ακολουθήσει — καλείται να αποφασίσει τι είναι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου: Η Δύση σε αναζήτηση κατεύθυνσης: αντιπαραθέσεις, πιέσεις και ευρωπαϊκή αυτοπεποίθηση

Διάσκεψη Μονάχου: O Ρούμπιο «γύρισε την πλάτη» σε συνάντηση Ευρωπαίων για την Ουκρανία



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ