Ebola, hantavirus και η κατάρρευση της παγκόσμιας υγειονομικής ασφάλειας: Πώς οι ΗΠΑ μετατρέπονται από προστάτης σε απειλή

Η επανεμφάνιση του Ebola στην κεντρική Αφρική και η παράλληλη έξαρση κρουσμάτων hantavirus σε διεθνές επίπεδο δεν αποτελούν απλώς ακόμη δύο υγειονομικές κρίσεις. Για πολλούς επιστήμονες και διεθνείς οργανισμούς, είναι το πιο ηχηρό προειδοποιητικό σήμα ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή επιδημιών, την ώρα που οι μηχανισμοί διεθνούς προστασίας αποδυναμώνονται επικίνδυνα. Και στο επίκεντρο αυτής της ανησυχίας βρίσκεται πλέον η ίδια η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η νέα επιδημία Ebola στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και στην Ουγκάντα έχει ήδη προκαλέσει εκατοντάδες ύποπτα κρούσματα και δεκάδες θανάτους, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να προειδοποιεί ότι η πραγματική έκταση της κρίσης πιθανόν να είναι πολύ μεγαλύτερη. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι πρόκειται για το στέλεχος Bundibugyo, για το οποίο σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ή εξειδικευμένη θεραπεία.

Την ίδια στιγμή, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία και την εξάπλωση κρουσμάτων hantavirus που συνδέθηκαν με το κρουαζιερόπλοιο MV Hondius. Το περιστατικό εξελίχθηκε σε πολυεθνική επιχείρηση εντοπισμού επιβατών και επαναπατρισμού, καθώς ύποπτα και επιβεβαιωμένα κρούσματα καταγράφηκαν σε πολλές χώρες. Οι ειδικοί φοβούνται ότι η αυξημένη κινητικότητα των πληθυσμών, η κλιματική αλλαγή και η παγκοσμιοποίηση δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για νέες ζωονόσους με διεθνή διάσταση.

Ωστόσο, εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό είναι ότι αυτές οι κρίσεις ξεσπούν σε μια περίοδο κατά την οποία οι βασικοί πυλώνες της διεθνούς δημόσιας υγείας αποδυναμώνονται δραματικά. Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα και αναλύσεις ειδικών, οι περικοπές στη χρηματοδότηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, του CDC και της USAID από την κυβέρνηση Τραμπ έχουν περιορίσει σοβαρά τις δυνατότητες έγκαιρης αντίδρασης σε νέες επιδημίες.

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από κρίσιμα προγράμματα διεθνούς συνεργασίας θεωρείται από πολλούς ειδικούς κομβικό πλήγμα για την παγκόσμια επιδημιολογική επιτήρηση. Το αμερικανικό CDC, που για δεκαετίες λειτουργούσε ως βασικός μηχανισμός διεθνούς συντονισμού, αντιμετωπίζει πλέον ελλείψεις προσωπικού και χρηματοδότησης, ενώ η διάλυση σημαντικών τμημάτων της USAID έχει επηρεάσει προγράμματα πρόληψης σε ευάλωτες περιοχές της Αφρικής και της Ασίας.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη λόγω της αυξανόμενης δυσπιστίας απέναντι στην επιστήμη και τα εμβόλια. Μετά την πανδημία Covid-19, πολλές κυβερνήσεις έχουν στραφεί σε πιο εσωστρεφείς πολιτικές, περιορίζοντας τη διεθνή συνεργασία και επενδύοντας λιγότερο στην πρόληψη. Ειδικοί του ΠΟΥ προειδοποιούν ότι η επόμενη πανδημία δεν είναι θέμα «αν», αλλά «πότε».

Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει δραματικά τον κίνδυνο εμφάνισης νέων λοιμωδών νοσημάτων. Η μεταβολή των οικοσυστημάτων, οι ακραίες καιρικές συνθήκες και η μετακίνηση πληθυσμών ζώων φέρνουν όλο και συχνότερα τον άνθρωπο σε επαφή με παθογόνους οργανισμούς που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν απομονωμένοι στη φύση. Οι hantaviruses, που μεταδίδονται μέσω τρωκτικών, θεωρούνται χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυήτριας δύναμης της παγκόσμιας υγείας μοιάζει να καταρρέει. Αντί να ενισχύει τη διεθνή συνεργασία, η Ουάσιγκτον κατηγορείται πλέον ότι αποδυναμώνει κρίσιμους θεσμούς και ενισχύει τον παγκόσμιο κατακερματισμό στην αντιμετώπιση επιδημιών. Για πολλούς αναλυτές, οι εξελίξεις γύρω από τον Ebola και τον hantavirus δεν αποκαλύπτουν μόνο την ευαλωτότητα του πλανήτη απέναντι στις νέες ασθένειες· αποκαλύπτουν και μια βαθύτερη πολιτική κρίση, όπου η γεωπολιτική αντιπαράθεση και οι εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες μπαίνουν πλέον πάνω από τη συλλογική ασφάλεια της ανθρωπότητας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Όλη η αλήθεια για τον Ebola

Έλληνας ερευνητής στην Αγγλία σχεδιάζει συσκευή ανίχνευσης του Ebola

 



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ