Κάθε φορά που αλλάζει ο ένοικος του Λευκού Οίκου, η Άγκυρα πιστεύει ότι η ιστορία μπορεί να ξαναγραφτεί. Και κάθε φορά η Αθήνα ανακαλύπτει ότι στην Ουάσιγκτον η εξωτερική πολιτική είναι συχνά μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στη γεωπολιτική σκοπιμότητα και τη θεσμική συνέπεια.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, που άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης της υπόθεσης των F-35 για την Τουρκία, δεν προκάλεσαν μόνο ανησυχία στην Ελλάδα. Προκάλεσαν κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: δημόσια αντίδραση μέσα στο ίδιο το αμερικανικό Κογκρέσο.
Δεν ήταν η ελληνική κυβέρνηση που ύψωσε πρώτη τους τόνους. Ήταν οι ίδιοι οι ελληνοαμερικανοί βουλευτές, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, οι οποίοι υπενθύμισαν μια απλή πραγματικότητα: η Τουρκία δεν αποβλήθηκε από το πρόγραμμα των F-35 επειδή άλλαξε η διάθεση της Ουάσιγκτον, αλλά επειδή αγόρασε το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, παραβιάζοντας θεμελιώδεις κανόνες ασφαλείας της Συμμαχίας.
Στην πρώτη γραμμή των αντιδράσεων βρέθηκαν τρεις βουλευτές του Κογκρέσου με ισχυρούς δεσμούς με την ελληνική ομογένεια. Η Ρεπουμπλικανή Νικόλ Μαλλιωτάκη (Νέα Υόρκη), ο Δημοκρατικός Κρις Πάπας (Νιου Χάμσαϊρ), ο πρώτος ελληνοαμερικανός που εξελέγη από την πολιτεία του, και η Δημοκρατική Ντίνα Τάιτους (Νεβάδα), διαχρονική υποστηρίκτρια των ελληνικών και κυπριακών θέσεων στο Κογκρέσο, υπογράμμισαν ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί τους ρωσικούς S-400 και πως, όσο δεν αλλάζουν τα δεδομένα που οδήγησαν στον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των F-35, δεν υπάρχει λόγος να επανεξεταστεί η στάση της Ουάσιγκτον. Οι παρεμβάσεις τους ανέδειξαν ότι το θέμα δεν αντιμετωπίζεται ως διμερής ελληνοτουρκική διαφορά, αλλά ως ζήτημα τήρησης της αμερικανικής νομοθεσίας και αξιοπιστίας της συμμαχικής πολιτικής.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν ο Τραμπ συμπαθεί τον Ταγίπ Ερντογάν. Ούτε αν οι δύο ηγέτες διατηρούν προσωπική χημεία. Αυτά αλλάζουν ανάλογα με τη συγκυρία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό.
Μπορεί ένας Αμερικανός πρόεδρος να παρακάμψει το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο που δημιούργησε το ίδιο το Κογκρέσο μόνο και μόνο επειδή θεωρεί ότι μια νέα προσέγγιση με την Άγκυρα εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα;
Οι αντιδράσεις των ελληνοαμερικανών βουλευτών δείχνουν ότι η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.
Η υπόθεση των F-35 έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εμπορική συμφωνία για την αγορά μαχητικών αεροσκαφών. Αποτελεί δοκιμασία αξιοπιστίας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αν οι κυρώσεις αίρονται χωρίς να έχουν αλλάξει οι λόγοι που τις επέβαλαν, τότε ποιο μήνυμα στέλνεται στους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών; Ότι οι κανόνες ισχύουν μέχρι να αλλάξει ο πρόεδρος;
Η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί τους S-400. Δεν έχει ανακοινώσει την οριστική εγκατάλειψή τους. Δεν έχει ανατρέψει τις αποφάσεις που οδήγησαν στον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα. Αντιθέτως, συνεχίζει να ακολουθεί μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, ισορροπώντας ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία και τις περιφερειακές της φιλοδοξίες.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για τα F-35 δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αφορά όλους όσοι πιστεύουν ότι οι συμμαχίες χρειάζονται κοινούς κανόνες και όχι επιλεκτικές εξαιρέσεις.
Βεβαίως, η πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής είναι σκληρή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν ότι η Τουρκία παραμένει κρίσιμος παίκτης στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί μια οριστική απομάκρυνση της Άγκυρας από τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Αυτό εξηγεί γιατί το θέμα επιστρέφει συνεχώς στο τραπέζι.
Ωστόσο, η γεωπολιτική δεν μπορεί να ακυρώνει το κράτος δικαίου. Αν η συμμόρφωση στους κανόνες γίνει προαιρετική για τις μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις, τότε η αξιοπιστία της ίδιας της Συμμαχίας θα αρχίσει να διαβρώνεται.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το σημαντικότερο μήνυμα της αντίδρασης των ελληνοαμερικανών βουλευτών. Δεν υπερασπίζονται απλώς τα ελληνικά συμφέροντα. Υπερασπίζονται την αρχή ότι οι αποφάσεις ενός κράτους έχουν συνέπειες και ότι αυτές οι συνέπειες δεν μπορούν να εξαφανίζονται επειδή άλλαξε ο πολιτικός συσχετισμός στην Ουάσιγκτον.
Γιατί τα F-35 δεν είναι μια διπλωματική χειρονομία καλής θέλησης. Είναι ένα τεστ αξιοπιστίας. Και από το αποτέλεσμα αυτού του τεστ δεν θα κριθεί μόνο η σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας. Θα κριθεί αν η αμερικανική εξωτερική πολιτική εξακολουθεί να διέπεται από κανόνες ή αν μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε υπόθεση προσωπικών σχέσεων και συγκυριακών ισορροπιών.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η Τουρκία μετατρέπει τα Κατεχόμενα σε στρατηγικό προπύργιο στην Ανατολική Μεσόγειο
PLUS


