«Φωτιά και λάβρα» τα ενοίκια, με την κοινωνία στα κάγκελα!

Οικογένειες αναγκάζονται να αλλάξουν γειτονιά μετά από δεκαετίες και νέοι άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι για χρόνια εξ ανάγκης στο πατρικό τους!

Της ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ- ΚΟΝΤΟΡΟΥΣΗ

«Έψαχνα για δύο μήνες να βρω ένα σπίτι για εμένα και την οικογένειά μου. Τα περισσότερα που έβλεπα ήταν είτε μικρά είτε σε κακή κατάσταση είτε πανάκριβα. Για ένα διαμέρισμα 70 τετραγωνικών στα Πατήσια, που πριν από πέντε χρόνια θα κόστιζε γύρω στα 450 ευρώ, σήμερα ζητούν πάνω από 750. Με μισθούς που δεν έχουν ανέβει, είναι σχεδόν αδύνατο να τα βγάλουμε πέρα», εξομολογείται στην «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» ο Μάνος ηλικίας, 32 ετών, με έναν γιο μόλις πέντε μηνών.

Η μαρτυρία αυτή θα μπορούσε να ανήκει σε οποιονδήποτε. Σε ένα νέο ζευγάρι που θέλει να δημιουργήσει οικογένεια, σε έναν φοιτητή που ξεκινά σπουδές σε άλλη πόλη ή σε έναν εργαζόμενο που χρειάζεται να μετακομίσει για λόγους δουλειάς. Η στέγη, που άλλοτε θεωρούνταν δεδομένη ανάγκη, έχει μετατραπεί σε καθημερινό άγχος. Η αγωνία για το αν θα βρεθεί ένα σπίτι αξιοπρεπές και οικονομικά προσιτό έχει μπει πλέον σε κάθε συζήτηση.

Η εικόνα που αποτυπώνεται από δεκάδες τέτοιες ιστορίες είναι ξεκάθαρη: η ελληνική κοινωνία βιώνει μια πρωτοφανή στεγαστική κρίση. Οι τιμές των ενοικίων αυξάνονται με ρυθμούς που ξεπερνούν την αγοραστική δύναμη των περισσότερων νοικοκυριών, οδηγώντας σε φαινόμενα αποκλεισμού. Ορισμένοι καταφεύγουν σε λύσεις ανάγκης, όπως η συγκατοίκηση με φίλους ή ακόμα και η επιστροφή στο πατρικό σπίτι, όχι από επιλογή αλλά από αδυναμία να αντεπεξέλθουν.

Πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο κρύβεται μια πραγματική ανθρώπινη ιστορία. Οικογένειες που αναγκάζονται να αλλάξουν γειτονιές μετά από δεκαετίες, ηλικιωμένοι που βλέπουν τα ενοίκια να εκτοξεύονται και νιώθουν εγκλωβισμένοι, νέοι άνθρωποι που καθυστερούν να φύγουν από το οικογενειακό σπίτι. Η στέγη δεν είναι πια απλώς οικονομικό ζήτημα, αλλά θέμα κοινωνικής συνοχής, ισότητας και αξιοπρέπειας.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη ξεκινήσει έντονες συζητήσεις για τη ρύθμιση των ενοικίων και τη δημιουργία νέων κοινωνικών κατοικιών. Στην Ελλάδα, ωστόσο, το πρόβλημα ήρθε με καθυστέρηση, αλλά με μεγάλη ένταση. Οι πολίτες το βιώνουν καθημερινά και οι ειδικοί, όπως ο Ελευθέριος Ποταμιάνος, προσπαθούν να αναδείξουν τις αιτίες και τις πιθανές λύσεις.

Ο πρόλογος αυτός δεν φιλοδοξεί να δώσει απαντήσεις. Θέλει μόνο να δείξει πως πίσω από τις δηλώσεις, τα στατιστικά και τις πολιτικές, υπάρχει μια σκληρή πραγματικότητα: η δυσκολία να βρει κάποιος ένα σπίτι που να μπορεί να πληρώσει. Και αυτή η πραγματικότητα καθιστά το ζήτημα των ενοικίων ένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας.

Καίρια ερωτήματα

Ο Ελευθέριος Ποταμιάνος, πρόεδρος του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Αθηνών-Αττικής, μιλώντας στην «Μ», απαντά σε καίρια ερωτήματα σχετικά με τις αυξήσεις των ενοικίων, δίνοντάς μας παράλληλα την ευρύτερη εικόνα της αγοράς ακινήτων αλλά και της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί. Με την ιδιότητά του ως θεσμικού εκπροσώπου των μεσιτών, μεταφέρει τις ανησυχίες τόσο των επαγγελματιών του κλάδου όσο και των πολιτών που αναζητούν στέγη σε ολοένα δυσκολότερες συνθήκες.

Σε σχετική ερώτηση της «Μ» εξηγεί πώς «η μεγάλη έλλειψη προσφερόμενων κατοικιών έχει δημιουργήσει τα τελευταία έτη συνθήκες αρκετά υψηλών ζητούμενων μισθωμάτων ανεξαιρέτως, σε όλες τις περιοχές, ειδικά βέβαια στα αστικά κέντρα, χωρίς όμως να μένουν πίσω και οι άλλες πόλεις της επικράτειας» και συμπληρώνει πως «διαφαίνεται ότι δύσκολα θα αποσυμπιεστεί αυτή η κατάσταση, καθώς πληθαίνει με τον καιρό ο αριθμός των υποψήφιων ενοικιαστών και επίσης κυριαρχεί έντονα το φαινόμενο της αστυφιλίας», ενώ για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και το κατά πόσο επηρεάζουν την αγορά της Αττικής μας εξηγεί πως «είναι μικρό το ποσοστό άμεσου επηρεασμού. Προσωπικά θεωρώ ότι δεν ξεπερνά το 5% με 10 % και σε ειδικές περιοχές ίσως λίγο παραπάνω».

Ο κ. Ποταμιάνος επισημαίνει πως «ειδικά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη έχουν καταγραφεί από τις μεγαλύτερες αυξήσεις, συγκεκριμένα σε διψήφια ποσοστά κατά μέσο όρο τα τελευταία έτη. Ακολουθούν άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και αρκετά νησιά, που δεν βρίσκονται πολύ μακριά από τα αστικά κέντρα». Η παρατήρησή του αυτή δείχνει ότι η στεγαστική πίεση δεν είναι πλέον ένα ζήτημα που περιορίζεται στα δύο μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα, αλλά έχει απλωθεί και σε άλλα σημεία της χώρας, εντείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες.

Δεδομένου πως τα τελευταία χρόνια η χώρα μας κεντρίζει το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών, ο πρόεδρος του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Αθηνών-Αττικής αναφέρει: «Σίγουρα το επενδυτικό ενδιαφέρον από ξένες χώρες για ακίνητα στη χώρα μας δημιούργησε διαφορετικές ισορροπίες, δεδομένου ότι η αγοραστική δυνατότητα και δύναμη αυτών είναι σαφώς υψηλότερη σε σχέση με των Ελλήνων».

Η είσοδος ξένων κεφαλαίων μέσω μεγάλων επενδυτικών σχημάτων (funds) έχει διαφοροποιήσει το τοπίο. Πολλά ακίνητα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια προορίζονταν για μακροχρόνια μίσθωση σήμερα αξιοποιούνται ως επενδυτικά προϊόντα, περιορίζοντας περαιτέρω την προσφορά και ασκώντας ανοδική πίεση στις τιμές.

Πάντως, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, φαίνεται να υπάρχει διαφορά στις τιμές των ενοικίων μεταξύ κέντρου, προαστίων και περιφέρειας. Όμως, όπως τονίζει ο κ. Ποταμιάνος, αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής.

«Τα αστικά κέντρα είτε σε περιόδους ανόδου των τιμών είτε σε περιόδους καθόδου κυριαρχούν και εμφανίζεται πρώτα εκεί η μεγάλη εικόνα. Η περιφέρεια ακολουθεί με πιο αργά πάντα βήματα και είναι λογικό αυτό, καθώς η συχνότητα των συναλλαγών είναι τελείως διαφορετική».

Υπάρχει όμως κίνδυνος να δούμε φαινόμενα «στεγαστικού αποκλεισμού»; Ο κ. Ποταμιάνος θεωρεί πως κάτι τέτοιο «ήδη συμβαίνει σε συγκεκριμένες περιοχές. Υποψήφιοι ενοικιαστές αποκλείονται από περιοχές που ζούσαν χρόνια και στρέφουν σε όμορες περιοχές ή και ακόμα πιο μακριά το ενδιαφέρον τους, για να βρουν κατοικία πιο προσιτή στα οικονομικά τους».

 

Κοινωνική συνοχή

Η επισήμανση αυτή αναδεικνύει μια κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες νοικοκυριά. Άνθρωποι που είχαν οικοδομήσει τη ζωή τους σε μια γειτονιά, ξαφνικά αναγκάζονται να απομακρυνθούν από αυτήν, καθώς τα ενοίκια ξεφεύγουν από τις οικονομικές τους δυνατότητες. Το φαινόμενο αυτό δεν επηρεάζει μόνο την οικονομική καθημερινότητα αλλά και την κοινωνική συνοχή.

Οι βασικοί παράγοντες που τροφοδοτούν την άνοδο των ενοικίων συγκεντρώνονται στους παρακάτω λόγους, όπως εξηγεί ο Λ. Ποταμιάνος: «Αστυφιλία, συγκέντρωση πολλών ακινήτων σε funds, αλλαγή του μοντέλου ζωής, μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας την τελευταία εικοσαετία αλλά και η μη αξιοποίηση χιλιάδων ακινήτων του Δημοσίου».

Πρόκειται για διαχρονικά ζητήματα που συνθέτουν ένα περίπλοκο πλέγμα. Η αστυφιλία συνεχίζει να πιέζει τα μεγάλα κέντρα, ενώ η στασιμότητα της οικοδομής από την οικονομική κρίση και έπειτα έχει αφήσει ένα τεράστιο κενό νέων κατοικιών. Ταυτόχρονα, η συσσώρευση ακινήτων από επενδυτικά κεφάλαια έχει μειώσει τη διαθεσιμότητα για τον μέσο πολίτη, ενώ οι χιλιάδες αναξιοποίητες ιδιοκτησίες του Δημοσίου αποτελούν μια χαμένη ευκαιρία για την αγορά.

Ένα ενδιαφέρον κομμάτι είναι και το τι τελικά μέλλει γενέσθαι και κατά πόσο οι ιδιοκτήτες ακινήτων είναι ή όχι πρόθυμοι να διαθέσουν ακίνητα στη μακροχρόνια αγορά, με την ελπίδα πως μία τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποσυμφορήσει την αγορά. Μέχρι στιγμής πάντως από τα διαθέσιμα στοιχεία κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα και όπως μας εξηγεί ο κ. Ποταμιάνος:

«Οι ιδιοκτήτες βάλλονται από υψηλή φορολογία από υψηλό κόστος ανακαίνισης και πολλές φορές έχουν “καεί” από κακοπληρωτές, με αποτέλεσμα να έχουν πολλές επιφυλάξεις όσον αφορά τη μίσθωση του ακινήτου τους», ενώ σχετικά με το αν η φορολογία και η γραφειοκρατία αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες μας απαντά:

«Η φορολογία των ακινήτων είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας επηρεασμού της πορείας της αγοράς. Το ίδιο ισχύει και για το σοβαρό πρόβλημα της γραφειοκρατίας που καλά κρατεί ακόμα και σήμερα στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Είναι δυο βασικοί παράγοντες που θα έπρεπε να έχουν μελετηθεί καλύτερα και εν έτει 2025, ειδικά το θέμα της γραφειοκρατίας να μη βασανίζει τόσο πολύ πολίτες και επενδυτές».

 

Εξαγγελίες

Σχετικά τώρα με τα μέτρα που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση (επιδοτήσεις, περιορισμοί βραχυχρόνιων μισθώσεων κ.λπ.) θεωρεί πως «η προσπάθεια θα πρέπει πάντα να αναγνωρίζεται. Η πράξη όμως έδειξε και δείχνει ότι δεν υπάρχει βελτίωση στο κομμάτι της στεγαστικής κρίσης, συνεπώς θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια πιο στοχευμένα για μια αγορά όπως αυτή των ακινήτων που είναι ιδιαιτέρως δυναμική» και συνεχίζει απαντώντας στο αν πιστεύει πως τα κυβερνητικά μέτρα μπορούν να συγκρατήσουν την άνοδο των ενοικίων: «Τα μέτρα της κυβέρνησης δεν χτυπάνε στο κέντρο του προβλήματος αλλά γύρω από τον στόχο. Τα αποτελέσματα δεν δείχνουν κάτι τέτοιο», μας διευκρινίζει.

Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει το αίσθημα πολλών πολιτών που βλέπουν ότι οι παρεμβάσεις, αν και καλοπροαίρετες, δεν αγγίζουν την ουσία. Οι πραγματικές παθογένειες της αγοράς παραμένουν ανέγγιχτες, ενώ τα μέτρα μοιάζουν περισσότερο με προσωρινά «μπαλώματα».

Συζητώντας με τον κ. Ποταμιάνο για την εξέλιξη της αγοράς τα επόμενα τρία με πέντε χρόνια αλλά και για το ποιες περιοχές της Αττικής θα παραμείνουν «φωτιά» αλλά και πού μπορεί να δούμε πιο προσιτές τιμές, μαθαίνουμε πως: «Οι προβλέψεις για την κτηματαγορά μπορούν να έχουν έναν ρεαλιστικό ορίζοντα έξι με δώδεκα μήνες. Για αυτό το διάστημα μπορεί να πει κανείς ότι οι τιμές θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου. Παράλληλα σε αρκετά υψηλές αξίες θα διατηρηθούν οι λεγόμενες ακριβές περιοχές τόσο στο κέντρο των Αθηνών όσο και στα προάστια. Η προσιτότητα στις τιμές δεν θα είναι γενικά εύκολη υπόθεση και σχετική. Ίσως πιο υποβαθμισμένες περιοχές του παρελθόντος να είναι πιο προσιτές αλλά και αυτές υπάρχει η πιθανότητα να ξεφύγουν».

Η επισήμανση αυτή δείχνει πόσο ρευστή και αβέβαιη είναι η κατάσταση στην αγορά ακινήτων. Οι βραχυπρόθεσμες προβλέψεις είναι δυνατές, όμως για μεγαλύτερους χρονικούς ορίζοντες η αβεβαιότητα κυριαρχεί, αφού πολλοί αστάθμητοι παράγοντες (οικονομικοί, γεωπολιτικοί, κοινωνικοί) μπορούν να ανατρέψουν τα δεδομένα.

Στο ίδιο πλαίσιο περιγράφει στην «Μ» πως «στα υψηλά επίπεδα που βρισκόμαστε ήδη έχουν εμφανιστεί τα πρώτα στοιχεία αντίστασης. Η πτώση για το επόμενο βραχυπρόθεσμο διάστημα δεν είναι άμεσα ορατή».

Κλείνοντας τη συζήτησή μας με τον πρόεδρο του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Αθηνών-Αττικής, Ελευθέριο Ποταμιάνο, τον ρωτήσαμε τι θα πρότεινε σήμερα στο παιδί του αν έψαχνε σπίτι. Η απάντησή του ήταν ξεκάθαρη και κατατοπιστική: «Αν εννοείτε περιοχή, θα πρότεινα τα βόρεια προάστια στην Αττική, που οι τιμές είναι σαφώς χαμηλότερες από το κέντρο και τα νότια προάστια».

Μια δήλωση που συμπυκνώνει την πραγματικότητα: ακόμα και οι ειδικοί αναγνωρίζουν ότι η αναζήτηση κατοικίας έχει γίνει μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία, όπου η προσιτότητα συχνά υπαγορεύει την τελική επιλογή εις βάρος της επιθυμίας.

*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ