Οι έντονες βροχοπτώσεις των τελευταίων δύο μηνών σε πολλές περιοχές της χώρας, σε συνδυασμό με τα πλημμυρικά φαινόμενα που σημειώθηκαν, καθώς και το πρόσφατο περιστατικό στο ρέμα της Πικροδάφνης που προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές, επανέφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα της ανθεκτικότητας της Ελλάδας απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η επικινδυνότητα των πλημμυρών δεν εξαρτάται μόνο από την ένταση της βροχής, αλλά από έναν συνδυασμό παραγόντων που καθιστούν το φαινόμενο πολυδιάστατο και συχνά απρόβλεπτο.
Υποδομές ξεπερασμένες από τη νέα κλιματική πραγματικότητα
Το περιστατικό στο ρέμα της Πικροδάφνης, που ανησύχησε έντονα τους κατοίκους και προκάλεσε σοβαρές φθορές, αποτελεί –σύμφωνα με την υδρολόγο Δρ. Ελισάβετ Φελώνη– ένδειξη ενός βαθύτερου και διαχρονικού προβλήματος. Όπως τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι αντιπλημμυρικές υποδομές της Αττικής έχουν σχεδιαστεί με βάση κλιματικά δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών και πλέον αδυνατούν να ανταποκριθούν σε βροχοπτώσεις υψηλής ραγδαιότητας.
Αποτέλεσμα είναι να παρατηρούνται πλημμυρικά φαινόμενα ακόμη και σε βροχές μικρής περιόδου επαναφοράς, της τάξης των 2 ή 5 ετών. Η εκτεταμένη τσιμεντοποίηση του λεκανοπεδίου, σε συνδυασμό με την απουσία φυσικών διεξόδων για τα ρέματα, έχει περιορίσει δραστικά την απορροφητικότητα του εδάφους, μετατρέποντας τους δρόμους σε χειμάρρους.
Τρωτά ρέματα μέσα στον αστικό ιστό
Σύμφωνα με την κ. Φελώνη, στενώσεις, αυθαίρετες παρεμβάσεις και η ενσωμάτωση των ρεμάτων στον πυκνό αστικό ιστό έχουν δημιουργήσει ευάλωτα σημεία σε πολλές περιοχές της Αττικής, όπως στην Εσχατιά, τον Ποδονίφτη, τον Σαρανταπόταμο, το Χαλάνδρι και την Πικροδάφνη. Το αποτέλεσμα είναι η ταχεία εκδήλωση πλημμυρών με ελάχιστο χρόνο προειδοποίησης.
Το κρίσιμο κενό στα δεδομένα του εδάφους
Ο καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου ASSIST του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Δημήτρης Εμμανουλούδης, επισημαίνει ότι κάθε πλημμύρα είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης δύο παραγόντων: της βροχόπτωσης («επίθεση») και του φυσικού υποβάθρου («υποδοχή»). Όπως τονίζει, το ίδιο ύψος βροχής μπορεί να προκαλέσει καταστροφές σε μια περιοχή και να μην έχει καμία επίπτωση σε μια άλλη, ανάλογα με τη γεωλογία, τη μορφολογία, τη βλάστηση και την υγρασία του εδάφους.
Στην Ελλάδα, αν και υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα για τη βροχόπτωση, απουσιάζει συστηματική πληροφορία για την κατάσταση του εδάφους, γεγονός που καθιστά την εκτίμηση της επικινδυνότητας ελλιπή.
Πυρκαγιές και ορεινοί όγκοι επιτείνουν τον κίνδυνο
Ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας είναι οι επαναλαμβανόμενες δασικές πυρκαγιές στους ορεινούς όγκους γύρω από την Αττική. Οι καμένες εκτάσεις χάνουν τη φυσική τους ικανότητα συγκράτησης του νερού, με αποτέλεσμα η απορροή να κατευθύνεται γρήγορα προς τις κατοικημένες περιοχές, μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες φερτών υλικών.
Ανάγκη συνδυαστικών παρεμβάσεων
Η Δρ. Φελώνη υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί παρεμβάσεις σε πολλά επίπεδα: μεγάλα αντιπλημμυρικά έργα στους κύριους συλλεκτήρες, μέτρα συγκράτησης στα ορεινά, αλλά και «πράσινες» λύσεις στον αστικό χώρο, όπως διαπερατά υλικά και βιώσιμα συστήματα διαχείρισης όμβριων υδάτων. Καθοριστικής σημασίας θεωρείται και η συστηματική παρακολούθηση, καθώς η έλλειψη διαχρονικών δεδομένων παραμένει βασικό «αγκάθι».
INACHOS: Ένα νέο ψηφιακό εργαλείο πρόγνωσης πλημμυρών
Στο πλαίσιο αυτό, το Εργαστήριο ASSIST του ΔΠΘ αναπτύσσει το προγνωστικό σύστημα πλημμυρικού κινδύνου INACHOS. Το σύστημα συνδυάζει σταθερά δεδομένα υποβάθρου με δυναμικά στοιχεία βροχόπτωσης και ιστορικά αρχεία πλημμυρών, προσφέροντας προβλέψεις επικινδυνότητας έως και 72 ώρες νωρίτερα.
Όπως επισημαίνει ο κ. Εμμανουλούδης, η αξιοποίηση τέτοιων εργαλείων επιτρέπει στις αρχές να γνωρίζουν όχι απλώς ότι «θα βρέξει», αλλά πού και με ποια ένταση ενδέχεται να εκδηλωθεί πλημμύρα, ενισχύοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα της Πολιτικής Προστασίας και των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης.
PLUS


