Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει προγραμματίσει να συναντηθεί με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσινγκτον σήμερα Πέμπτη και αυτό που μπορεί να φαίνεται ως μια συνηθισμένη διμερής συνάντηση είναι, στην πραγματικότητα, ένα κρίσιμο σημείο: η σύγκλιση των κυρώσεων CAATSA, οι συμφωνίες για στρατηγικά αεροσκάφη, οι βιομηχανικές φιλοδοξίες και η εποπτεία του Κογκρέσου.
Η αγορά του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας S-400 από την Τουρκία το 2019 παραμένει ένα σημαντικό σημείο τριβής μεταξύ των δύο χωρών. Ο αποκλεισμός της Τουρκίας από τα F-35 οφείλεται εν πολλοίς στους S-400 αλλά όχι μόνον. Ανησυχίες -συμπεριλαμβανομένης της ένθερμης υποστήριξης της Τουρκίας προς τη Χαμάς απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα- παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στις μεταξύ τους σχέσεις.
Από οικονομικής άποψης, πιθανές συμφωνίες με την Boeing και βιομηχανικές συνεργασίες θα μπορούσαν να αποφέρουν άμεσα κεφάλαια και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας για την Τουρκία. Στρατηγικά, οι Τούρκοι ισχυρίζονται πως η επιστροφή στην παραγωγή F-35 και στις αλυσίδες εφοδιασμού της θα αποκαθιστούσε τη διαλειτουργικότητα με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ και θα ενίσχυε τη θέση της Τουρκίας εντός της συμμαχία, αλλά πολιτικά, ο δρόμος είναι δύσκολος καθώς πολλοί στο Κογκρέσο -ειδικά οι Ρεπουμπλικάνοι Βουλευτές- εξακολουθούν να θεωρούν τη συμφωνία S-400 ως σοβαρή παραβίαση και οποιαδήποτε γρήγορη επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα διακινδυνεύει να ξεσηκώσει έντονες αντιδράσεις.
Στις 14 Ιουλίου, ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζέιμς Ρις (Ρεπουμπλικανός – Άινταχο), ξεκαθάρισε κατά τη διάρκεια ακρόασης στην Ουάσινγκτον ότι η Τουρκία θα αντιμετωπίσει συνέπειες για την απόκτηση των S-400. Ωστόσο, αυξάνονται οι φήμες για συμβιβασμό. Σύμφωνα με το Bloomberg και το Reuters , οι Τούρκοι διαπραγματευτές διερευνούν μια πολυεπίπεδη προσέγγιση που συνδυάζει τις συμβάσεις πολιτικής αεροπορίας με τις αμυντικές συνομιλίες. Η στρατηγική θα μπορούσε να αποφέρει άμεσα οικονομικά ωφέλη, αφήνοντας όμως παράλληλα τα ζητήματα CAATSA και F-35 ανεπίλυτα – μια προσεκτική πορεία που διατηρεί πολιτική κάλυψη στην Ουάσινγκτον.
Οι παρατηρητές σκιαγραφούν πολλαπλά σενάρια. Ένα, που περιγράφεται από το Reuters, είναι μια περιορισμένη εμπορική νίκη: η Τουρκία εξασφαλίζει συμφωνίες με αεροσκάφη Boeing και την πολιτική βιομηχανία, αλλά η πρόσβαση στον τομέα της άμυνας παραμένει αναβαλλόμενη – μια στρατηγική παύση που ικανοποιεί τις εγχώριες οικονομικές προσδοκίες χωρίς να παραβιάζονται οι κόκκινες γραμμές του Κογκρέσου.
Μια άλλη, πιο λεπτή πορεία είναι μια υπό όρους αναθέρμανση της αμυντικής πολιτικής, που βασίζεται σε μια προσαρμοσμένη βιομηχανική συμφωνία που συνδέει τις τουρκικές παραχωρήσεις – τεχνικές, νομικές ή επιχειρησιακές – με μια σταδιακή αποκατάσταση της αμυντικής συνεργασίας. Μια τέτοια πορεία απαιτεί υπομονετική διπλωματία και εκτεταμένη εμπλοκή του Κογκρέσου.
Το τρίτο, πιο φιλόδοξο σενάριο, είναι μια πλήρης επανεκκίνηση: μια εκτελεστική ώθηση για ταχεία ομαλοποίηση των αμυντικών δεσμών, διακινδυνεύοντας πολιτικές αντιδράσεις, επικριτικά άρθρα και αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, προσφέροντας όμως στην Άγκυρα την ευκαιρία να ανακτήσει τεχνολογικά και στρατηγικά ερείσματα.
Μιλώντας στην εφημερίδα Türkiye Today, ο Μπαρίν Καγιάογλου (Barin Kayaoglu), ανώτερος αναλυτής Διεθνών Σχέσεων της Τουρκίας, παρείχε πληροφορίες για τις ευρύτερες επιπτώσεις της αμυντικής και αεροπορικής ατζέντας Τουρκίας-ΗΠΑ.
Ο Καγιάογλου σημείωσε ότι η Τουρκία υπήρξε ένας από τους στενότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών τα τελευταία χρόνια και χαιρέτισε την πιθανή άρση των κυρώσεων CAATSA. «Το Άρθρο Πέντε του ΝΑΤΟ λειτουργεί όπως η αρχή “Αν πας σε πόλεμο, πάω κι εγώ”, η οποία ισχύει και στις σχέσεις μεταξύ κρατών», εξήγησε ο Καγιάογλου. Ωστόσο, ο Καγιάογλου προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ αρνούνται επί του παρόντος να πουλήσουν όπλα στην Τουρκία, παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις.
Ο Καγιάογλου πρόσθεσε ότι η απόκτηση των S-400 είχε τιμωρήσει την Τουρκία, αλλά το γεγονός ότι οι κυρώσεις CAATSA επιβλήθηκαν χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου εγείρει σοβαρά νομικά ερωτήματα.
Αναλογιζόμενος το ιστορικό πλαίσιο, ο Καγιάογλου υπενθύμισε ότι κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπάιντεν, στην Τουρκία είχαν υποσχεθεί τα F-16 με την προϋπόθεση ότι η Σουηδία θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. «Ωστόσο, αυτή η δέσμευση δεν τηρήθηκε ποτέ», σημείωσε ο Καγιάογλου, υπογραμμίζοντας την παρατεταμένη αβεβαιότητα της Άγκυρας σχετικά με το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των μαχητικών αεροσκαφών της.
«Οι επιπτώσεις για τα εγχώρια προγράμματα είναι εξίσου πιεστικές. Μόλις αρθούν οι κυρώσεις, το έργο Hurjet θα καταστεί κρίσιμο, με τους κινητήρες F-110, F-404 και F-120 επίσης απαραίτητους για το πρόγραμμα του αεροσκάφους KAAN. Η άρση του CAATSA θα μπορούσε έτσι να παράσχει στην Άγκυρα επιχειρησιακή ευελιξία, στέλνοντας παράλληλα θετικά μηνύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με το πρόγραμμα Eurofighter και βελτιώνοντας τις αλυσίδες εφοδιασμού εξαρτημάτων», δήλωσε ο Καγιάογλου.
Ο Καγιάογλου τόνισε επίσης τις διαπραγματεύσεις για τα αεροσκάφη στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας της Τουρκίας. Οι συμφωνίες με την Boeing υπόσχονται να σταθεροποιήσουν τις αεροπορικές δραστηριότητες και να ενισχύσουν τη θέση της Τουρκίας στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
«Τα προγράμματα F-16 και F-35 παραμένουν στην ημερήσια διάταξη και θα είναι στο επίκεντρο της συνάντησης Ερντογάν-Τραμπ στις 25 Σεπτεμβρίου», δήλωσε ο Καγιάογλου, προσθέτοντας ότι ο αποφασιστικός παράγοντας παραμένει το Κογκρέσο, το οποίο μπορεί να μην ακολουθήσει απαραίτητα το παράδειγμα του προέδρου. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι αισιόδοξος σε αυτά τα θέματα. Η εμπιστοσύνη στους Αμερικανούς είναι περιορισμένη. Ο νόμος CAATSA θα αφήσει το στίγμα του στις συνομιλίες Ερντογάν-Τραμπ».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Μητσοτάκης σε Τουρκία για τη Chevron: «C’ est la vie»
Ο Ερντογάν χαρακτήρισε τη σύνοδο κορυφής που συγκάλεσε ο Τραμπ για τη Γάζα «πολύ παραγωγική»
PLUS


