Την εισαγγελική διάταξη σχετικά με την αιτία θανάτου του Βασίλη Καλογήρου, η οποία περισσότερο παραπέμπει σε μυθιστόρημα παρά σε δικαστικό έγγραφο, που εξέδωσε την 1η Αυγούστου 2025 ο εισαγγελέας Λάρισας κ. Απόστολος Τζαμαλής, αποκαλύπτει η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ».
Τα όσα καταγράφονται στο πολυσέλιδο δικόγραφο, το οποίο ήδη αμφισβητείται από την οικογένεια του εκλιπόντος (σ.σ. αναμένεται να καταθέσει προσφυγή κατά της διατάξεως), δεν προκαλούν μόνο ερωτήματα στην κοινή γνώμη, αλλά και οργή!
Ο εν λόγω εισαγγελικός λειτουργός -ο οποίος, όπως αποκαλύπτει η «Μ», σκανδαλωδώς παρέμεινε στη Λάρισα ενώ είχε ήδη προαχθεί και έπρεπε να μετατεθεί στην Εισαγγελία Ευβοίας από τον Ιανουάριο του 2025- όχι μόνο μέσω νομικών και λογικών αλμάτων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Βασίλης Καλογήρου αποφάσισε στα καλά καθούμενα να περπατήσει μέσα στο πυκνό σκοτάδι της 30ής Δεκεμβρίου 2024 18 χλμ. προκειμένου να καταλήξει λόγω φυσικής εξάντλησης και υποθερμίας στον λόφο του Τυρνάβου, αλλά αμελεί να συμπεριλάβει στη διάταξή του ουσιώδεις μαρτυρίες αλλά και τα στοιχεία της δημοσιογραφικής έρευνας των «Υποθέσεων» σε σχέση με τα στίγματα των δορυφόρων.
Φθάνει, δε, στο έσχατο και άκρως προσβλητικό σημείο να τα χαρακτηρίσει «χαλκευμένα». Ποιος; Ο εντεταλμένος από την πολιτεία λειτουργός ο οποίος είχε στη διάθεσή του όχι μία, αλλά συνολικάτέσσερις καταθέσεις με όλα τα δεδομένα και τις συντεταγμένες οι οποίες θα τον οδηγούσαν στο ασφαλές και απολύτως τεκμηριωμένο συμπέρασμα ότι ο Βασίλης Καλογήρου δεν εξέπνευσε κατόπιν ιδίας βουλήσεως στον λόφο του Τυρνάβου, αλλά ότι κάποιοι τον έσυραν εκεί νεκρό!
Ο συγκεκριμένος εισαγγελέας φθάνει στο σημείο να υποστηρίξει ότι η λεία τομή στο δάκτυλο του αριστερού χεριού του εκλιπόντος πραγματοποιήθηκε μεταθανάτια προφανώς από κάποιο πτηνό το οποίο έχει εξειδίκευση στην πλαστική χειρουργική! Και όλα αυτά στην Ελλάδα του 2025, μια υποτιθέμενα ευνομούμενη χώρα η οποία επιζητεί αλήθειες ακόμη και στις πιο δυσεξιχνίαστες υποθέσεις.
Όλο το περιεχόμενο της έκθεσης… ιδεών που υπογράφει ο εισαγγελέας των… Τεμπών Απόστολος Τζαμαλής – Οι μαρτυρίες που «εξαφανίστηκαν» και τα λογικά και νομικά άλματα!
Των Βαγγέλη Τριάντη – Ελένης Καρανικόλα
Η διάταξη της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Λάρισας και συγκεκριμένα του κ. Απόστολου Τζαμαλή για την εξαφάνιση και τον θάνατο του Βασίλη Καλογήρου βρίθει αντιφάσεων και λογικών αλμάτων. Σε καίρια σημεία οι εξηγήσεις είναι αδύναμες, αφήνοντας αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα, ενώ σε κάποια σημεία δεν δίνονται πειστικές εξηγήσεις σε ό,τι αφορά την υπόθεση. Για παράδειγμα, η διάταξη αρχειοθέτησης δεν δίνει πειστικές απαντήσεις τόσο για το πώς βρέθηκε στο σημείο εκείνο η σορός του Βασίλη Καλογήρου, όπως και για το γεγονός ότι επί 40 και πλέον ημέρες δεν είχε εντοπιστεί από κυνηγούς που μαζί με τα σκυλιά τους βρέθηκαν στο σημείο.
Πρώτο και βασικό: Πώς βρέθηκε η σορός στο σημείο που εντοπίστηκε;
Γιατί επί 40 και πλέον ημέρες, κυνηγοί με σκυλιά περνούσαν από εκεί χωρίς να αντιληφθούν τίποτα; Και πώς γίνεται, αν πράγματι παρέμεινε τόσο καιρό στο ίδιο σημείο, τα ρούχα του να είναι άθικτα – χωρίς λάσπες και φθορές, παρά τις κακές καιρικές συνθήκες; Στα καίρια αυτά ερωτήματα ο εισαγγελέας δεν απαντάει. Η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» παρουσιάζει τα δεδομένα της διάταξης και όλα τα νομικά και λογικά άλματα που περιέχονται σε αυτή.
Ο 40χρονος, αναπληρωτής ψυχολόγος ειδικής αγωγής, επέστρεψε από την Καστοριά τα Χριστούγεννα του 2024 στο πατρικό του στη Λάρισα. Η κάμερα στην οδό Κύπρου τον κατέγραψε στις 16.57 να φεύγει πεζός. Σύμφωνα με τη διάταξη του εισαγγελέα, ο Β. Καλογήρου είχε μαζί του 70 ευρώ, όχι όμως το κινητό του (το είχε αφήσει να φορτίζει), την ταυτότητα ή την τραπεζική κάρτα του. Μία ώρα μετά ο πατέρας του τον κάλεσε -χωρίς αποτέλεσμα- και περίπου τα μεσάνυχτα ενημερώθηκαν οι Αρχές.
Η μαρτυρία για το βιβλιοπωλείο που έχει «εξαφανιστεί»
Η διαδρομή που ακολούθησε ο άτυχος άνδρας έχει καταγραφεί από κάμερες ασφαλείας που βρίσκονται κοντά στο σπίτι όπου διέμενε με την οικογένειά του. Όπως προκύπτει από το βιντεοληπτικό υλικό που επίσης αναφέρεται στην απορριπτική διάταξη του εισαγγελέα, «βγαίνοντας από το σπίτι του στις 16.57 έστριψε αριστερά στην οδό Κενταύρων, ενώ την 16.58.42 εντοπίζεται να περπατά στην οδό Κενταύρων αρ. 28-30 με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο, μπροστά από τον Ιερό Ναό του Αγίου Αχιλλίου. Φθάνοντας στον κυκλικό κόμβο μπροστά από τον Ιερό Ναό, έστριψε προς την οδό Λαμπράκη, διέσχισε τη γέφυρα από το αριστερό πεζοδρόμιο και ακολούθως έστριψε και πάλι αριστερά προς την οδό Αρχ. Δωροθέου, κινούμενος παράλληλα με την κοίτη του Πηνειού Ποταμού. Την 17.02 καταγράφεται να διέρχεται μπροστά από οικία στο αριθμητικό 4 της οδού Αρχ. Δωροθέου».
Είναι χαρακτηριστικό πως από εκεί και έπειτα ο 39χρονος ψυχολόγος δεν καταγράφεται από άλλη κάμερα ασφαλείας στην περιοχή, ενώ στο εν λόγω σημείο, δηλαδή δίπλα στο ποτάμι, έγιναν ενδελεχείς έρευνες σχεδόν επί ένα μήνα, οι οποίες απέβησαν άκαρπες, πριν τελικά βρεθεί νεκρός στον λόφο του Τυρνάβου.
Η διάταξη αναφέρει εξαντλητική διερεύνηση με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο: άρση τηλεφωνικού, τραπεζικού απορρήτου, έρευνες, καταθέσεις μαρτύρων προς επιβεβαίωση πληροφοριών που περιέρχονταν εξαιτίας της προβολής της εξαφάνισης μέσω της ενεργοποίησης της υπηρεσίας Silver Alert, εξέταση ηλεκτρονικών πειστηρίων, εφαρμογών που χρησιμοποιούσε ο εξαφανισθείς κ.τ.λ.– και καταλήγει ότι «ουδέν αξιοποιήσιμο ανεφύη». Ωστόσο, παραλείψεις όπως η μη αναφορά μίας μαρτυρίας για αγορές σε συνοικιακό βιβλιοπωλείο εκείνη την ημέρα εγείρουν ερωτήματα.
Επίσης απορρίπτεται ως «ανεδαφική» η εκδοχή της απαγωγής, παρά την κατάθεση δικηγόρου που υποστήριζε πως είχε γίνει μάρτυρας πιθανής αρπαγής – πληροφορία που κυκλοφόρησε και μέσω Silver Alert:
«Μεταξύ άλλων υπήρξε μία πληροφορία, που φέρεται να διακινήθηκε μέσω της γραμμής Silver Alert (και αναπαρήχθη από τηλεοπτικές εκπομπές), από ένα πρόσωπο, το οποίο μάλιστα φέρεται να περιέγραψε ‘‘σκηνικό απαγωγής’’ του Βασιλείου Καλογήρου. Μάλιστα την ‘‘πληροφορία’’ αυτή φαίνεται να υιοθέτησε ο ίδιος ο εγκαλών Κωνσταντίνος Καλογήρου αλλά και το συγγενικό περιβάλλον της οικογένειας προκειμένου να υποστηρίξουν την εκδοχή της απαγωγής, πλην όμως η ανωτέρω εκδοχή αναδείχθηκε ως παντελώς αναντίστοιχη στην πραγματικότητα».
Η τελευταία φορά που εθεάθη ζωντανός
Η εισαγγελική διάταξη δίνει ένα επιπλέον στοιχείο για τη διαδρομή που ακολούθησε ο 39χρονος άνδρας. Τελευταία φορά που εθεάθη ζωντανός ήταν στη Γιάννουλη, όπου καταγράφηκε από κάμερα φαρμακείου επί της οδού Κοζάνης στις 18.00, μία ώρα δηλαδή μετά την έξοδο από το σπίτι του. Ο εισαγγελέας σημειώνει πως «είναι προφανές από την επισκόπηση των στιγμιοτύπωνότι ο Βασίλειος Καλογήρου σχεδόν μία ώρα μετά την τελευταία θέασή του κινείται πεζός, χωρίς μάλιστα τη συνοδεία οποιουδήποτε άλλου προσώπου και χωρίς να προκύψει να τον ακολουθεί κάποιο πρόσωπο ή όχημα, σε απόσταση που δεν δικαιολογείται από τα συνήθη σημεία που κινούνταν αποκλειστικά εντός του αστικού ιστού της Λάρισας (και δη σε ακτίνα πλησίον της πατρικής του οικίας) ή άλλως χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί την παρουσία του στο σημείο, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κίνησή του ήταν αυτογνώμονη και όχι με οποιονδήποτε τρόπο εξαναγκαστική από οποιοδήποτε πρόσωπο».
Για να στηρίξει τον παραπάνω συλλογισμό αναφέρει σχετικά πως «η απόσταση που διανύθηκε είναι συμβατή με το χρονικό διάστημα που κάνει ένας μέσος άνθρωπος για να την καλύψει βαδίζοντας πεζός και, δεύτερον, ότι η κατεύθυνση της κίνησής του είναι απολύτως συμβατή με την κατεύθυνση-πορεία προς το σημείο που τελικώς βρέθηκε η σορός του», για να καταλήξει πως «οι ανωτέρω διαπιστώσεις αναιρούν οποιοδήποτε δεδομένο σχετικά με το έστω ενδεχόμενο κατ’ αρχήν αρπαγής του, αλλά και οποιασδήποτε άλλης εγκληματικής ενέργειας που να δύναται να συνδεθεί αιτιακά με τον θάνατό του».
Ωστόσο, ο εισαγγελικός λειτουργός δεν απαντάει στο κρίσιμο ερώτημα γιατί για αρκετά χιλιόμετρα μέχρι το σημείο όπου βρέθηκε η σορός κανείς δεν έχει δει τον Βασίλη Καλογήρου εκείνο το απόγευμα.
Τα αντιφατικά συμπεράσματα
Οι συγγενείς ισχυρίζονται ότι η σορός μεταφέρθηκε στο σημείο. Ο εισαγγελέας αντιτείνει ότι το σημείο είναι ιδιαίτερα δύσβατο και δυσπρόσιτο (όταν μάλιστα θα μπορούσε να ταφεί σε οποιοδήποτε άλλο σημείο για να μην ανευρεθεί) και ότι μια τέτοια μεταφορά θα ήταν παράλογη και ιδιαίτερα κοπιαστική.
Αλλά αυτή η εκδοχή συγκρούεται με μαρτυρίες κυνηγών που δηλώνουν ότι, αν υπήρχε πτώμα, τα κυνηγόσκυλα θα το είχαν εντοπίσει.
«Κατ’ αρχήν αναντίρρητη παραδοχή αποτελεί το γεγονός ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα δύσβατο και δυσπρόσιτο σημείο, με βραχώδες-πετρώδες ανάγλυφο και πυκνή ποώδη βλάστηση και έντονη ανηφορική κλίση. Αυτές όμως οι ίδιες οι συνθήκες, εκτός των άλλων, δημιουργούν κατ’ αρχήν έναν εύλογο και ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα για τη μεταφορά της σορού στο σημείο. Και τούτο διότι η μεταφορά της σορού σε ένα τέτοιο έδαφος απαιτεί κατ’ αρχήν ιδιαίτερα εργώδη προσπάθεια και για τον λόγο αυτόν το αντίστοιχο εγχείρημα ελέγχεται ως ακατανόητο ή αναντίστοιχο στη λογική, αλλά κυρίως ως προς τον εξυπηρετούμενο σκοπό, με την έννοια ότι δεν εξυπηρετούσε ούτε την απόκρυψη της σορού (όταν μάλιστα θα μπορούσε να ταφεί σε οποιοδήποτε άλλο σημείο για να μην ανευρεθεί), αλλά αντίστοιχα ούτε την εύκολη ανεύρεσή της, όπως δηλαδή εάν είχε εγκαταλειφθεί σε μέρος όπου συνήθως διέρχονται άνθρωποι».
Συμπεραίνει, άρα, ότι είναι πιο πιθανό ο θανών να περπάτησε μόνος του μέσα σε αγροτικό και βραχώδες έδαφος, χωρίς να γίνει αντιληπτός και χωρίς να καταγραφεί από άλλη κάμερα ασφαλείας.
Οι κυνηγοί
Εν συνεχεία περιγράφει για ποιο λόγο δεν έγινε νωρίτερα αντιληπτή η σορός του νεκρού άνδρα, απορρίπτοντας χωρίς, όμως, αδιάσειστες αποδείξεις πως κανείς δεν θα μπορούσε να έχει δει τη σορό. Κάτι τέτοιο φυσικά έρχεται σε αντίθεση με τις μαρτυρίες κυνηγών της περιοχής, οι οποίοι μιλώντας αποκλειστικά τότε στην εκπομπή «OpenΤώρα!» είχαν αναφέρει πως πριν από λίγες ημέρες βρίσκονταν στο σημείο και δεν είδαν το οτιδήποτε, διευκρινίζοντας μάλιστα πως εάν στο σημείο υπήρχε πτώμα, τα κυνηγόσκυλα θα το είχαν εντοπίσει.
Η εισαγγελική διάταξη χρησιμοποιεί την κατάθεση του ανθρώπου που βρήκε το πτώμα του άτυχου άνδρα, ο οποίος «μέχρι τότε δεν είχε δει ανθρώπους να κινούνται στο σημείο εκείνο που βρέθηκε η σορός, διευκρινίζοντας ότι μόνο στη βάση του λόφου διέρχεται ένας αγροτικός δρόμος, ο οποίος χρησιμοποιείται μόνο από εργαζόμενους της ΔΕΥΑΛ για τη συντήρηση του δικτύου των γεωτρήσεων που υπάρχουν πλησίον», ενώ φέρει απόσπασμα και από τη συμπληρωματική του κατάθεση κατά την οποία είχε πει πως τα σκυλιά που έχουν στο ποιμνιοστάσιο «δεν τα δένουν, αλλά μπορούν να μπαίνουν και να βγαίνουν στη μονάδα και για τον λόγο αυτόν‘‘ίσως τα σκυλιά να είχαν πάει και πριν στο σημείο που βρέθηκε ο νεκρός και να μην το καταλάβαμε’’». Μάλιστα, ο κ. Τζαμαλής θεωρεί πως «το γάβγισμα των ποιμενικών σκύλων ή οποιαδήποτε κινητοποίησή τους, ως ένδειξη ξένης παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή του ποιμνιοστασίου, θα μπορούσε να αξιολογηθεί μόνο εφόσον υπήρχε αντίστοιχη παρουσία των βοσκών ή του ιδιοκτήτη του ποιμνιοστασίου στον χώρο καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο. Με δεδομένο ότι οι εργαζόμενοι ως βοσκοί και ο ιδιοκτήτης του ποιμνιοστασίου αποχωρούσαν από τις εγκαταστάσεις περί τις 20.00 και επέστρεφαν στις 8.00 το πρωί είναι αποδεικτικά άδηλο εάν τα σκυλιά κινητοποιήθηκαν από την παρουσία του Βασιλείου Καλογήρου ή όχι, ειδικά μάλιστα εάν ο ανωτέρω κινήθηκε στην περιοχή μετά την αποχώρηση των βοσκών». Ωστόσο αν υποτεθεί πως ο Βασίλης Καλογήρου πέρασε από το σημείο πεζός, βάσει λογικής τα σκυλιά θα τον ακολουθούσαν, όπως άλλωστε έκαναν και με τους δημοσιογράφους που βρισκόμασταν στο σημείο εκείνες τις ημέρες. Μάλιστα για να ενισχύσει το διάτρητο σκεπτικό του, ο εισαγγελέας επισημαίνει πως «η σορός δεν έφερε εξωτερικά τραύματα και δη από επίθεση από σκύλους».
Οι υπάλληλοι της ΔΕΥΑΛ
Καταθέσεις ελήφθησαν και από τους υπαλλήλους της ΔΕΥΑΛ που συντηρούσαν τις γεωτρήσεις οι οποίες βρίσκονταν πλησίον του ποιμνιοστάσιου αλλά και από κυνηγούς που βρέθηκαν στην περιοχή. Οι υπάλληλοι, όπως προέκυψε, από τις 10.1.2025 έως και τις 12.2.2025 βρίσκονταν στο σημείο για εργασίες, ενώ «δεν διαπιστώθηκε κάτι ύποπτο ή κάτι που θα μπορούσε να τους κινήσει την περιέργεια, ούτε βέβαια διαπίστωσαν την παρουσία άλλων προσώπων. Βέβαια θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το σημείο εύρεσης της σορού βρίσκεται σε σημαντική υψομετρική διαφορά από τον δρόμο που διέρχονταν οι υπάλληλοι της επιχείρησης ύδρευσης, ώστε αντίστοιχα δεν θα μπορούσε να γίνει και αντιληπτή από τους εργαζομένους η σορός», προσθέτει ο εισαγγελέας.
Ο λόφος του θανάτου όπου εντοπίστηκε το πτώμα του άτυχου Βασίλη Καλογήρου
Σχετικά με τις κρίσιμες μαρτυρίες των κυνηγών, στις οποίες έγινε και νωρίτερα αναφορά, δεν φαίνεται να ελήφθησαν σοβαρά υπόψη αφού όπως αναφέρεται στη διάταξη κάποιοι από τους κυνηγούς «διήλθαν σε κοντινή απόσταση από τη σορό (αλλά από σημείο χαμηλότερο από το σημείο εύρεσης της σορού), οι οποίοι δεν παρατήρησαν κάτι σχετικό, πλην όμως, όπως διευκρινίζουν σχετικά, τα κυνηγόσκυλά τους είναι εκπαιδευμένα να οσφραίνονται την παρουσία λαγού και μάλιστα όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν τα κυνηγόσκυλα είναι εκπαιδευμένα, οπότε με συγκεκριμένο τρόπο ‘‘κλιάφισμα’’ γαβγίζουν όταν βρουν λαγό, ενώ μεάλλον τρόπο-ήχο γαβγίζουν όταν εντοπίζουν οτιδήποτε άλλο, π.χ. νεκρό ζώο. Όπως διευκρινίζουν, στην περίπτωση που τα σκυλιά τους γάβγιζαν με άλλον τρόπο πλην αυτού της ένδειξης θηράματος, οι κυνηγοί δεν θα έδιναν σημασία».

Επιπλέον ισχυρίζονται ότι κατά τον χρόνο που μετέβησαν στην περιοχή (Σάββατο 4.1.2025 και Κυριακή 5.1.2025) επικρατούσε στο σημείο «αρκετή ομίχλη, οπότε και η ορατότητά τους ήταν περιορισμένη για να μπορούν να αντιληφθούν τη σορό».
Σημαντική θεωρείται και η μαρτυρία ακόμη ενός κυνηγού που βρέθηκε στην περιοχή και μετά τη 10η Ιανουαρίου και κατέθεσε «ότι πέρασε από την περιοχή εκπαιδεύοντας τον σκύλο του, αλλά ούτε αυτός ή ο σκύλος του εντόπισε κάτι», όπως αναφέρει συγκεκριμένα η διάταξη και συνεχίζει:
«Η διαπίστωση αυτή (ότι δηλαδή ο ίδιος δεν διαπίστωσε την παρουσία της σορού στην περιοχή) δεν μπορεί να παραγάγει βέβαιη απόδειξη ότι η σορός δεν βρισκόταν στο σημείο, όταν μάλιστα δεν μπορεί να καθορισθεί επακριβώς από ποιο σημείο διήλθε ο ίδιος, υπό ποιες λοιπές συνθήκες κ.τ.λ. (…) Εξάλλου, για τους λόγους αυτούς που αφορούν την ιδιομορφία του εδάφους… ακόμα και ο βοσκός που ανηύρε τη σορό κινήθηκε προς το σημείο για να δει για ποιο λόγο παραμένουν εκεί τα σκυλιά, πράγμα βέβαια που δεν θα έπραττε εάν έβλεπε ή μπορούσε να δει τη σορό από το ποιμνιοστάσιο (αφού στην περίπτωση αυτή δεν θα χρειαζόταν να μεταβεί καν στο σημείο). Ως εκ τούτου το σημείο που βρισκόταν η σορός μπορεί να ήταν ορατό, όχι όμως και η ίδια σορός, και δη από σημείο υψομετρικά χαμηλότερο».

Ελλιπείς απαντήσεις για το γυρισμένο μπατζάκι
Πέρα από τα παραπάνω δεδομένα υπήρξαν και άλλα στοιχεία στα οποία η οικογένεια του αδικοχαμένου Βασίλη στήριξε την υπόθεση πως ο γιος τους έπεσε θύμα ανθρωποκτονίας.
Το ένα από αυτά είναι το ένα από τα θυλάκια της ζώνης του παντελονιού του θανόντος, το οποίο είχε γίνει γνωστό πως βρέθηκε κομμένο και κατά την οικογένεια πιθανώς ως αποτέλεσμα της μεταφοράς της σορού, κάτι ωστόσο που ο εισαγγελέας απορρίπτει.
«Ακόμα και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να παράσχει έρεισμα και μάλιστα αποδεικτικά ισχυρό σχετικά με τη μεταφορά της σορού από άλλα πρόσωπα δράστες της μεταφοράς, ωστόσο όμως όπως προκύπτει σαφώς από την εξέταση των ενδυμάτων (αλλά και τη φωτογραφική αποτύπωσή τους) κανένα από τα θυλάκια του παντελονιού του θανόντος δεν φέρει θραύση ή έστω φθορά».
Για τα υπόλοιπα στοιχεία που είχαν χαρακτηριστεί ύποπτα τέλεσης εγκληματικής ενέργειας, η εισαγγελική διάταξη επίσης τα απορρίπτει ένα προς ένα:
«Όσον αφορά το μπατζάκι του παντελονιού του που βρέθηκε γυρισμένο-διπλωμένο, αλλά και το μανίκι της μπλούζας που φέρεται να ήταν τραβηγμένο και να κάλυπτε την αριστερή άκρα χείρα, ως ενδείξεις, σύμφωνα με τους γονείς του θανόντος, βίαιης επενέργειας επί του σώματος,πρέπει να σημειωθεί ότι κατ’ αρχήν από την εργαστηριακή εξέταση των ενδυμάτων του θανόντος δεν κατέστη εφικτό να ανιχνευθεί γενετικό υλικό (DNA) άλλου προσώπου. Ούτε βέβαια διαπιστώνεται οποιαδήποτε άλλη φθορά (σχίσιμο, τεμαχισμός κ.τ.λ.) στα ενδύματα, συμβατή με την άσκηση βίας ή έστω προσπάθειας μεταφοράς της σορού, και μάλιστα όχι απλά για λίγα μέτρα, αλλά σε έντονα ανηφορικό, πετρώδες έδαφος καλυμμένο με αραιή βλάστηση, για περισσότερα από 100 μέτρα». Πάντως, το σκεπτικό του εισαγγελικού λειτουργού δεν απαντάει στο ερώτημα για ποιο λόγο τελικά βρέθηκε γυρισμένο το μπατζάκι του παντελονιού του Βασίλη Καλογήρου.
Εν συνόλω φαίνεται πως ενισχύει το σκεπτικό του στηριζόμενος στο προφίλ του 40χρονου ψυχολόγου, τον οποίο σκιαγραφεί «ως ένα φιλήσυχο, ευγενικό και μονήρες πρόσωπο, χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές επαφές, πέρα από το στενό οικογενειακό του περιβάλλον (…) δεν διατηρούσε καμία απολύτως επαφή, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει στόχευση αρπαγής,πολλώ δε μάλλον ανθρωποκτονίας, ενώ δεν εντοπίσθηκε κανένα απολύτως στοιχείο που να συνδέεται με την εξαφάνιση και τον θάνατό του, όπως για παράδειγμα παράνομος στοιχηματισμός, απειλητικά ή εξυβριστικά μηνύματα ή πρόσβαση σε παράνομους ιστοτόπους κ.τ.λ.».
Η διάταξη επικαλείται επίσης αναφορές από τον επαγγελματικό χώρο του για προβλήματα προσανατολισμού και δυσχέρειες στην καθημερινότητα, και καταθέσεις που αναφέρουν ότι ο Βασίλης Καλογήρου είχε λάβει στο παρελθόν φαρμακευτική αγωγή.
«Ο Βασίλειος αντιμετώπιζε προβλήματα με τον έλεγχο του προσανατολισμού του στον χώρο. Μάλιστα χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι «δύο φορές που ζήτησε να πάει στην τουαλέτα, έχασε τον προσανατολισμό του, με αποτέλεσμα συνάδελφός μας να αναγκαστεί να τον συνοδεύσει μέχρι εκεί».
«Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Βασίλειος στον επαγγελματικό του χώρο, δηλαδή στα σχολεία που υπηρετούσε, επιδείκνυε συμπεριφορά που δημιουργούσε προβληματισμό τόσο στο εκπαιδευτικό προσωπικό όσο και στους μαθητές. Εκτός από το γεγονός ότι περιγράφεται από όλους τους διευθυντές των σχολείων που υπηρετούσε ως απόμακρος, περιγράφονται περιστατικά που εγείρουν εύλογα ερωτηματικά, όπως για παράδειγμα η δυσκολία του να συντάξει μία αίτηση προς τη διεύθυνση του σχολείου, το γεγονός ότι ήταν απολύτως αμέτοχος κατά την παρουσία του στην τάξη, καθώς και το γεγονός ότι ‘‘κάποιες φορές σε χρόνο που δεν είχε μάθημα σε τάξη περπατούσε γύρω στο προαύλιο εντός του σχολείου με κατεβασμένο το κεφάλι του διαρκώς και τα χέρια στις τσέπες, προκαλώντας μάλιστα για τον λόγο αυτόν ερωτηματικά στους μαθητές που τον έβλεπαν’’».
Όπως προκύπτει ο εισαγγελέας στηρίζεται στην ψυχική υγεία του θανόντος, χωρίς ωστόσο να αξιοποιεί και πάλι αδιάσειστα δεδομένα.
Από την κατάθεση του πατέρα του προέκυψε πως ο Βασίλης «είχε ένα αγχωτικό επεισόδιο το 2006, φοιτητής ήταν. Λάμβανε κάποια αγωγή. Ένα χάπι έπαιρνε,Zyprexa των 5. Το συνεχίσαμε για να έχει υποστήριξη με φαρμακευτική αγωγή», ενώ περαιτέρω στη διάταξη αναφέρεται:
«Εκτός λοιπόν από τα εύλογα ερωτηματικά που αναφύονται σχετικά με το με ποιον τρόπο, για ποια αιτία και υπό την παρακολούθηση ποιου ιατρού (και μάλιστα ψυχιάτρου) ελάμβανε ο Βασίλειος για μακρό χρονικό διάστημα αυτού του είδους την αγωγή και μάλιστα χωρίς τούτο να προκύπτει από την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, δύναται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο Βασίλειος Καλογήρου αντιμετώπιζε προβλήματα με την ψυχική του υγεία, τα οποία όμως δεν κατέστη εφικτό να προσδιοριστούν επακριβώς, πλην όμως μπορεί βάσιμα να πιθανολογηθεί, σε συνδυασμό και με τα λοιπά ευρήματα όπως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω, ότι ενδέχεται να υπήρξαν, συμπερασματικά, ο κύριος αιτιακός παράγοντας που κινητοποίησαν την αυτογνώμονη φυγή του Βασιλείου, μακριά από την πατρική του οικία και σε συνθήκες χειμερινού ψύχους, σκότους, αποπροσανατολισμού, ασιτίας και εντέλει θερμικής εξάντλησης, χωρίς μάλιστα, ατυχώς, την κατοχή του κινητού του τηλεφώνου (ως δυνατότητα ασφαλούς επικοινωνίας με τους οικείους του) τον οδήγησαν να καταλήξει στο σημείο, όπου και τελικά απεβίωσε σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω».
Ούτε λίγο ούτε πολύ φαίνεται πως η διάταξη προσπαθεί να κλείσει την υπόθεση στη βάση απουσίας απτών αποδεικτικών στοιχείων για εγκληματική ενέργεια, αλλά αφήνει ανοιχτά κρίσιμα κενά: την ασάφεια στις μαρτυρίες, την παραδοξότητα της θέσης και της κατάστασης της σορού, και την έλλειψη τεκμηριωμένης εξήγησης για τη χρονική σειρά των γεγονότων.
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ της Κυριακής
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
PLUS


