Η Δημοκρατία απέναντι στο παράδοξο της Μαρίν Λεπέν

Η Γαλλία εισέρχεται στην προεκλογική περίοδο του 2027 με ένα πρωτοφανές πολιτικό και θεσμικό παράδοξο. Η Μαρίν Λεπέν, η ισχυρότερη –σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις– υποψήφια για την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας, βρίσκεται ταυτόχρονα στη θέση μιας καταδικασμένης πολιτικού που επιμένει ότι η τελική κρίση ανήκει στους πολίτες και όχι στα δικαστήρια.

Του Νίκου Βασιλειάδη

Το Εφετείο του Παρισιού επιβεβαίωσε την ενοχή της στην υπόθεση της κατάχρησης ευρωπαϊκών κονδυλίων, αλλά αναδιαμόρφωσε την ποινή με τρόπο που δεν αποκλείει την υποψηφιότητά της στις προεδρικές εκλογές. Έτσι, η Γαλλία καλείται να διαχειριστεί μια κατάσταση χωρίς σαφές ιστορικό προηγούμενο στη σύγχρονη Πέμπτη Δημοκρατία.
Η αντίφαση είναι εμφανής. Από τη μία πλευρά, η Δικαιοσύνη έκρινε ότι υπήρξε οργανωμένη κατάχρηση δημόσιων πόρων μέσω του συστήματος των κοινοβουλευτικών συνεργατών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Από την άλλη, το ίδιο δικαστικό σύστημα αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για τη διεκδίκηση του ανώτατου πολιτειακού αξιώματος. Η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πώς συμβιβάζονται η λογοδοσία, η λαϊκή κυριαρχία και το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι την ολοκλήρωση όλων των ένδικων μέσων.
Η ίδια η Λεπέν επιδιώκει να μετατρέψει αυτή τη δικαστική περιπέτεια σε πολιτικό πλεονέκτημα. Παρουσιάζει την υπόθεσή της ως σύγκρουση μεταξύ μιας λαϊκής βούλησης και ενός θεσμικού κατεστημένου που επιδιώκει να αποκλείσει την άνοδο της Εθνικής Συσπείρωσης στην εξουσία. Πρόκειται για μια στρατηγική που έχουμε δει να εφαρμόζεται και σε άλλες δυτικές δημοκρατίες, όπου οι δικαστικές διώξεις μετατρέπονται σε εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης αντί να λειτουργούν αποτρεπτικά.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Η γαλλική Δικαιοσύνη δεν αθώωσε τη Λεπέν. Αντίθετα, επιβεβαίωσε την ενοχή της. Εκείνο που άλλαξε ήταν η νομική διαμόρφωση της ποινής και κυρίως οι συνέπειες ως προς την εκλογική της επιλεξιμότητα. Η προσφυγή στο Ακυρωτικό Δικαστήριο δημιουργεί επιπλέον νομική αβεβαιότητα, καθώς μέρος της εκτέλεσης της απόφασης μπορεί να ανασταλεί μέχρι την τελική κρίση. Έτσι, η πολιτική εκστρατεία της θα εξελίσσεται παράλληλα με μια ανοιχτή δικαστική διαδικασία.
Το μεγαλύτερο ερώτημα, όμως, δεν αφορά τη Λεπέν. Αφορά τη γαλλική δημοκρατία. Πώς αντιδρά ένα δημοκρατικό σύστημα όταν ο πιθανότερος νικητής των εκλογών είναι ταυτόχρονα καταδικασμένος για οικονομικό αδίκημα; Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι οι δικαστές δεν πρέπει να αποφασίζουν ποιος κυβερνά. Η εξίσου εύκολη αντίθετη απάντηση είναι ότι κανείς δεν μπορεί να διεκδικεί την προεδρία έχοντας καταδικαστεί για κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Καμία από τις δύο θέσεις δεν λύνει το πρόβλημα.
Η δημοκρατία βασίζεται ταυτόχρονα στη λαϊκή κυριαρχία και στο κράτος δικαίου. Αν αφαιρεθεί το πρώτο, η δημοκρατία μετατρέπεται σε τεχνοκρατική διαχείριση. Αν αποδυναμωθεί το δεύτερο, η εξουσία καταλήγει να νομιμοποιεί κάθε συμπεριφορά μέσω της εκλογικής δύναμης. Η γαλλική υπόθεση δείχνει πόσο δύσκολη είναι η ισορροπία ανάμεσα στις δύο αυτές αρχές.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η Λεπέν δεν είναι περιθωριακή πολιτικός. Εδώ και μία δεκαετία εργάζεται συστηματικά για τη λεγόμενη «αποδαιμονοποίηση» της γαλλικής ακροδεξιάς, μετατρέποντας την Εθνική Συσπείρωση από κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα εξουσίας. Αν τελικά εκλεγεί πρόεδρος, θα είναι η πρώτη φορά που η γαλλική ακροδεξιά θα καταλάβει το Μέγαρο των Ηλυσίων. Αν ηττηθεί, δύσκολα θα μπορεί να υποστηρίξει ότι αποκλείστηκε από το σύστημα, αφού το ίδιο το δικαστήριο της επέτρεψε να συμμετάσχει.
Ταυτόχρονα, η υπόθεση φέρνει στο προσκήνιο την κρίση αξιοπιστίας του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. Οι πολίτες δεν αξιολογούν πλέον τους πολιτικούς αποκλειστικά με ηθικά κριτήρια. Σε πολλές δυτικές δημοκρατίες η οικονομική ανασφάλεια, η μετανάστευση, η ασφάλεια και η εθνική ταυτότητα έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος από τις δικαστικές περιπέτειες των υποψηφίων. Αυτό εξηγεί γιατί μια καταδίκη δεν συνεπάγεται αυτόματα πολιτική κατάρρευση.
Η Γαλλία βρίσκεται επίσης μπροστά σε έναν ακόμη κίνδυνο. Εάν η δικαστική διαδικασία συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, κάθε νέα εξέλιξη θα ερμηνεύεται αναπόφευκτα με πολιτικούς όρους. Οι υποστηρικτές της θα μιλούν για θεσμική δίωξη. Οι αντίπαλοί της θα επικαλούνται την ανάγκη υπεράσπισης της δημοκρατικής ηθικής. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια η Δικαιοσύνη κινδυνεύει να βρεθεί στο επίκεντρο μιας πολιτικής σύγκρουσης που δεν της ανήκει.
Το ουσιαστικό δίδαγμα αυτής της υπόθεσης είναι ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες εισέρχονται σε μια εποχή όπου τα όρια ανάμεσα στη δικαστική, την πολιτική και την επικοινωνιακή εξουσία γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα. Η υπόθεση της Μαρίν Λεπέν δεν είναι απλώς μια προσωπική περιπέτεια. Είναι ένα τεστ αντοχής για τους γαλλικούς θεσμούς και, ταυτόχρονα, ένας καθρέφτης των αντιφάσεων που αντιμετωπίζουν όλες οι δυτικές δημοκρατίες.
Το 2027 οι Γάλλοι δεν θα κληθούν απλώς να επιλέξουν έναν πρόεδρο. Θα αποφασίσουν ποια αρχή θεωρούν ισχυρότερη: την πολιτική νομιμοποίηση που απορρέει από την κάλπη ή την ηθική ευθύνη που επιβάλλει το κράτος δικαίου. Και αυτή η επιλογή, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, θα επηρεάσει όχι μόνο το μέλλον της Γαλλίας αλλά και ολόκληρη την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Θα είμαι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές χωρίς βραχιολάκι, λέει η Μαρίν Λεπέν

Γαλλία: Η Μαρίν Λεπέν μπορεί να είναι υποψήφια για την προεδρία – αλλά με ηλεκτρονικό βραχιολάκι.



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ