Η επιλογή Ροντρίγκες: η CIA, ο στρατός και η πολιτική του Τραμπ

Η επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ να στηρίξει την Ντέλσι Ροντρίγκες, πρώην αντιπρόεδρο της Βενεζουέλας και μακρά σύμμαχο του Μαδούρο, αντί της αντιπολιτευόμενης ηγέτιδος Μαρίας Κορίνα Ματσάδο, ήταν μία απόφαση που προκάλεσε εκπλήξεις και πολιτικές αντιδράσεις σε διεθνές επίπεδο. Αν και εξωτερικά έμοιαζε αντιφατική — δεδομένου ότι η Ματσάδο ήταν η πιο προβεβλημένη φιγούρα της αντιπολίτευσης και πρόσφατα βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης 2025 — υπάρχουν συγκεκριμένες στρατηγικές και πρακτικές αιτίες που οδήγησαν σε αυτήν την επιλογή.

Καταρχάς, μία από τις καθοριστικές παραμέτρους ήταν η εκτίμηση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, ειδικά της CIA. Μυστική ανάλυση που παρουσιάστηκε στον Τραμπ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν η Ματσάδο αναλάμβανε την εξουσία σε μία μετα-Μαδούρο Βενεζουέλα, θα είχε πολύ μεγαλύτερη δυσκολία να ελέγξει επαρκώς τις στρατιωτικές και ασφαλείας δυνάμεις της χώρας, οι οποίες παραμένουν δεμένες με τους μηχανισμούς του τσαβισμού. Αντίθετα, η Ροντρίγκες — ως επί χρόνια συνεργάτιδα του Μαδούρο και γνωστή φιγούρα του καθεστώτος — θεωρήθηκε πιο ικανή να διατηρήσει την τάξη και τη συνοχή του κράτους σε μια περίοδο τεράστιας αστάθειας.

Αυτό το επιχείρημα στα μάτια του Τραμπ και των συμβούλων του μεταφράστηκε σε ένα απλό αλλά κρίσιμο πολιτικό επιχείρημα: σ’ ένα περιβάλλον όπου η Βενεζουέλα βρισκόταν στο χείλος εμφυλιακών εντάσεων και κοινωνικής κατάρρευσης, η «σταθερότητα» θεωρήθηκε πιο πολύτιμη από την «απόλυτη δημοκρατική νομιμοποίηση». Από αυτή την οπτική, η επιλογή της Ροντρίγκες ήταν ουσιαστικά ένα ρεαλιστικό, αν και αμφιλεγόμενο, βήμα για να αποφευχθεί η πιθανότητα πλήρους χάους και παρατεταμένης σύγκρουσης.

Δεύτερον, υπήρξε και μια διάσταση προσωπικής και συμβολικής δυσαρέσκειας από τον ίδιο τον Τραμπ απέναντι στη Ματσάδο. Η Ματσάδο δεν ήταν απλώς μία αντιπολιτευόμενη ηγέτιδα — ήταν ένας διεθνώς αναγνωρισμένος σύμβουλος της δημοκρατίας και μια προσωπικότητα που κέρδισε το Νόμπελ Ειρήνης για το έργο της κατά του καθεστώτος της Βενεζουέλας. Πηγές αναφέρουν ότι η αποδοχή του βραβείου αντί να την ενισχύσει στα μάτια της Ουάσιγκτον, επέτεινε την εχθρότητα του Τραμπ, ο οποίος φέρεται να είχε εκφράσει την επιθυμία να λάβει ο ίδιος αυτή τη διάκριση. Αυτή η αντίληψη, αν και μη τυπική, πιθανώς συνέβαλε στο να θεωρήσει ο Τραμπ τη Ματσάδο ως «λιγότερο ελεγχόμενη» και πολιτικά ανεξέλεγκτη επιλογή.

Τρίτον, τόσο οι διεθνείς όσο και οι τοπικές συνθήκες στη Βενεζουέλα υπογράμμισαν την ανάγκη για έναν ηγέτη που τουλάχιστον «έχει το νούμερο» των δομών εξουσίας στα χέρια του, δηλαδή των ενόπλων δυνάμεων και των μηχανισμών ασφάλειας. Ο Τραμπ, υπέρμαχος μιας σκληρής ρεαλπολιτίκ προσέγγισης, προτίμησε τελικά να επενδύσει σε μια φιγούρα που τουλάχιστον θεωρητικά μπορούσε να διασφαλίσει μια πιο προβλέψιμη μετάβαση — ακόμα και αν αυτή συμβιβάζεται με την αμφιλεγόμενη πολιτική και ηθική της διαδρομή.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση αυτή αντικατοπτρίζει την αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στην ιδεολογία και τη γεωπολιτική στρατηγική: όταν οι στόχοι στα αμερικανικά συμφέροντα έρχονται αντιμέτωποι με τη δημοκρατική νομιμότητα, συχνά η σταθερότητα και ο έλεγχος υπερισχύουν. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της Ντέλσι Ροντρίγκες δείχνει ότι ακόμα και μια υπερδύναμη όπως οι ΗΠΑ, ακόμη και υπό μια ρητορική περί προώθησης της δημοκρατίας, τελικά παίρνει αποφάσεις βάσει της πραγματικότητας των επίγειων συμφερόντων και της διατήρησης της τάξης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Εκατό νεκροί στην επίθεση των ΗΠΑ εναντίον της Βενεζουέλας

Βενεζουέλα: Οι μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Ντέλσι Ροδρίγκες

 



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ