Τα «μπάνια του λαού» έχουν τελειώσει και στη Γερμανία . Ο Σεπτέμβριος μπαίνει με δυσάρεστους οιωνούς για οδυνηρές περικοπές και πολιτικές αντιπαραθέσεις στον κυβερνητικό συνασπισμό Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) υπό τoν Φρίντριχ Μερτς .
Πάντως, όλοι οι κυβερνητικοί εταίροι συμφωνούν ότι η κύρια προτεραιότητα για τα επόμενα χρόνια είναι η συγκράτηση, αν όχι η μείωση των κοινωνικών παροχών , που είναι εδώ και χρόνια η μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών στον κρατικό προϋπολογισμό της Γερμανίας (περίπου 180 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2025).
Πρώτο δείγμα γραφής: Το αποκαλούμενο «επίδομα του πολίτη» (Bürgergeld), που είναι το βασικό επίδομα διαβίωσης, θα «παγώσει» τόσο για το τρέχον έτος, όσο και για το 2026. Η οριστική απόφαση θα ληφθεί στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στις 10 Σεπτεμβρίου. Υπολογίστε πως ως επίδομα διαβίωσης σήμερα ένας δικαιούχος στη Γερμανία λαμβάνει 563 ευρώ μηνιαίως, ενώ για κάθε παιδί προβλέπονται -ανάλογα με την ηλικία- από 357 έως 471 ευρώ μηνιαίως.
Περικοπές στο κοινωνικό κράτος
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια μεγαλώνει ο αριθμός των δικαιούχων , ενώ συνολικά το 2025 οι κοινωνικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 15%. Είναι και αυτός ένας λόγος που ο χριστιανοδημοκράτης καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιμένει ότι «αυτό το σύστημα, όπως είναι σήμερα, δεν μπορούμε πλέον να το χρηματοδοτήσουμε με βάση όσα παράγουμε στη Γερμανία. Εδώ και χρόνια ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας».
Έτσι περιέγραψε την κατάσταση του Φρίντριχ Μερτς μιλώντας το Σάββατο σε κομματικό συνέδριο στη Βόννη , μόλις δύο εβδομάδες πριν από τις δημοτικές εκλογές στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία , το πολυπληθέστερο ομόσπονδο κρατίδιο της Γερμανίας. Αν και είναι κατά κύριο λόγο τοπικά τα κριτήρια των ψηφοφόρων, οι εκλογές αυτές δεν παύουν να αποτελούν ένα «τεστ» και για τον καγκελάριο, καθώς ο ίδιος κατάγεται από τη Βεστφαλία.
Δεν πέρασαν 24 ώρες από τις δηλώσεις Μερτς και η απάντηση ήρθε από την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Μπέρμπελ Μπας, ανερχόμενος στέλεχος των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) και εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας του κόμματος. Μιλώντας σε εκδήλωση της σοσιαλιστικής Νεολαίας στο Γκελζενκίρχεν -ένα παραδοσιακό αριστερό προπύργιο στη βιομηχανική Κοιλάδα του Ρουρ, που όμως τα τελευταία χρόνια εμφανίζει «διαρροές» υπέρ της ξενοφοβικής «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD) – η Μπας δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «η συζήτηση για το δήθεν ακριβές κράτος δικαίου είναι bullshit και συγγνώμη για την έκφραση…».
Η δήλωση προκάλεσε ενθουσιασμό στο ακροατήριο, αλλά στο διά ταύτα ακόμα και η Μπέρμπελ Μπας προσυπογράφει το «πάγωμα» των κοινωνικών επιδομάτων. Γεγονός που προκαλεί την έντονη κριτική του Γιαν φαν Άκεν από το «Κόμμα της Αριστεράς» (Die Linke) . «Ο πληθωρισμός επιμένει, οι τιμές αυξάνονται, ήδη σήμερα ο κόσμος δεν έχει λεφτά» επισημαίνει ο συμπρόεδρος της Αριστεράς. «Έχω την εντύπωση ότι το SPD υποχωρεί ατάκτως μπροστά στον Μερτς, που μας λέει ότι ‘δεν έχουμε πλέον τη δυνατότητα να χρηματοδοτούμε το κοινωνικό κράτος’. Νομίζω ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να χρηματοδοτούμε τόσους δισεκατομμυριούχους…».
Με τη ρητορική υπέρ της «φορολόγησης των πλουσίων» το «Κόμμα της Αριστεράς» φαίνεται να επανέρχεται στο προσκήνιο. Στις τελευταίες τοπικές εκλογές του Αμβούργου, τον περασμένο Μάρτιο, κατέγραψε ποσοστό 11,5%, το υψηλότερο που έχει συγκεντρώσει στη συγκεκριμένη περιφέρεια, ξεπερνώντας την AfD. Ο Γιαν φαν Άκεν έκανε λόγο για ένα «μεγαλειώδες εκλογικό αποτέλεσμα», το οποίο ασφαλώς ήθελε να επαναλάβει στις δημοτικές εκλογές της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.
Τι λέει για όλα αυτά ο επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών Λαρς Κλίνγκμπαιλ ; Η θέση του είναι δύσκολη, καθώς πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στις ευαισθησίες ενός σοσιαλδημοκράτη και τις αναγκαιότητες ενός υπουργού οικονομικών, ο οποίος ήδη εντοπίζει μία «μαύρη τρύπα» 30 δισεκατομμυρίων ευρώ στον προϋπολογισμό του 2027 και ζητάει από όλα τα υπουργεία να προχωρήσουν στις απαραίτητες περικοπές και προσαρμογές.
Μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο ARD, ο Κλίνγκμπαιλ ξεκαθαρίζει ότι υποστηρίζει όχι μόνο το πάγωμα των κοινωνικών επιδομάτων, αλλά και την αναθεώρηση της νομοθεσίας, η οποία στο μέλλον προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις – ακόμα και περικοπή των επιδομάτων – εάν ο δικαιούχος δεν ανταποκρίνεται στις οδηγίες του (για παράδειγμα, δεν προσέρχεται εγκαίρως σε ραντεβού με τις αρμόδιες υπηρεσίες ή να απαντήσει θετικά σε δουλειές που προτείνονται). «Θεωρώ απαράδεκτο να παίρνει κάποιος χρήματα από το κράτος και μετά να χαλαρώνει και να λέει ‘Δεν κάνω τίποτα’» λέει ο Λαρς Κλίνγκμπαιλ.
Άρση της μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων
Παράληλα με τις περικοπές των κοινωνικών επιδομάτων ως μια άλλη «Επανάσταση στο γερμανικό δημόσιο» περιγράφει γλαφυρά η εφημερίδα Bild την πρόταση του γενικού γραμματέα και κορυφαίου στελέχους των Χριστιανοδημοκρατών Κάρστεν Λίνεμαν περί ριζικού περιορισμού του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων στη Γερμανία, αλλά και περί της άρσης της μονιμότητάς τους.
Με εξαίρεση τον σκληρό πυρήνα του δημοσίου, όπου απαιτείται «ιδιαίτερη σχέση αφοσίωσης προς το κράτος», όπως στην αστυνομία, την πυροσβεστική, τις μυστικές υπηρεσίες, τις εφορίες και τα τελωνεία, ο Λίνεμαν θεωρεί ότι το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων θα μπορούσε να μη σχετίζεται. με ισόβια θητεία. Για τον Λίνεμαν είναι επιτακτική η ανάγκη να ελαφρυνθεί σημαντικά το «υπερφορτωμένο» γερμανικό δημόσιο και παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο σχέδιο μείωσης του προσωπικού των γερμανικών υπουργείων έως και κατά 8% μέχρι το 2029.
Όπως παρατηρεί η Bild, αυτή τη στιγμή υπάρχουν πάνω από 1,7 εκατομμύρια εν ενεργεία δημόσιοι υπάλληλοι στη Γερμανία, αποτελώντας το ένα τρίτο των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Η μεγάλη ομάδα δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν οι εκπαιδευτικοί, έπονται οι διοικητικοί υπάλληλοι και ακολουθούν οι αστυνομικοί.
Οι συγκυβερνώντες Σοσιαλδημοκράτες προς το παρόν στηρίζουν με προσοχή την πρόταση Λίνεμαν, που θεωρείται τολμηρή, αν δεν λάβει κανείς υπόψιν τις ρίζες και δομές του ισχυρού γερμανικού δημόσιου τομέα. «Δεν υπάρχει συμφωνία για το θέμα, όμως σχετικές συζητήσεις μπορεί να γίνει επί της αρχής να διεξαχθεί» ανέφερε στην εφημερίδα Münchner Merkur ο Ζεμπάστιαν Ρόλοφ, εκπρόσωπος για θέματα οικονομικής πολιτικής από τους Σοσιαλδημοκράτες.
Πάντως το Συνδικάτο Δημοσίων Υπαλλήλων αντιδρά στις προτάσεις Λίνεμαν, με τον πρόεδρο του Φόλτερ Γκέγιερ να τονίζει, μιλώντας στην Tagesspiegel, ότι η δημόσια διοίκηση αποτελεί σημαντικό πυλώνα της σταθερότητας στη Γερμανία που ενσαρκώνει τη «συνέχεια, την αξιοπιστία και την πολιτική». ουδετερότητα» στο γερμανικό κράτος. Σύμφωνα με τον Γκέγιερ, το γεγονός ότι το δημοσιοϋπαλληλικό καθεστώς κατοχυρώνεται συνταγματικά, αποτελεί ένα ακόμη θεσμικό «ανάχωμα» ενάντια στον «εξτρεμισμό».
Ταυτόχρονα ο πρόεδρος του Συνδικάτου Δημοσίων Υπαλλήλων αντικρούει και το επιχείρημα Λίνεμαν περί ανάγκης μείωσης των υπαλλήλων στα υπουργεία, δείχνοντας το αμερικανικό «αντιπαράδειγμα» επί προεδρίας Τραμπ , όπου «ένας επικεφαλής της κυβέρνησης μπορεί να μην διώξει όλους τους δημόσιους. λειτουργούς και να αποδομήσει συλλήβδην το σύνολο του κρατικού μηχανισμού».
Λεφτά για όπλα υπάρχουν. Σχέδιο προμηθειών άμυνας ύψους άνω των 350 δισ. ευρώ
Την ίδια στιγμή το Υπουργείο Άμυνας της Γερμανίας καταρτίζει σχέδια προμηθειών αξίας άνω των 350 δισεκατομμυρίων ευρώ (409 δισεκατομμύρια δολάρια) έως το 2041, αντανακλώντας τη δέσμευση του Καγκελάριου Μερτς να καταστήσει την Γερμανία την ισχυρότερη συμβατική στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης.
Σύμφωνα με το προσχέδιο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού του 2026 που κατατέθηκε στο κοινοβούλιο στις 18/8, οι αμυντικοί σχεδιαστές έχουν χαράξει ένα πολυετές πλαίσιο για νέα όπλα, οχήματα και συστήματα.
Εάν εγκριθεί, το πλαίσιο αυτό θα καταστήσει τη Γερμανία ως έναν από τους κορυφαίους στρατιωτικούς επενδυτές του ΝΑΤΟ και θα αναδιαμορφώσει το αμυντικό τοπίο της Ευρώπης για τις επόμενες δεκαετίες.
Ο προϋπολογισμός προβλέπει 8,2 δισεκατομμύρια ευρώ για στρατιωτικές προμήθειες το 2025, αυξάνοντας απότομα τα 22,3 δισεκατομμύρια ευρώ το 2026.
Πέρα από αυτά τα ποσά, το σχέδιο εισάγει μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις γνωστές ως «Verpflichtungsermächtigungen» ή εξουσιοδοτήσεις δέσμευσης, που ισχύουν από το 2027 έως το 2041.
Αυτές οι δεσμεύσεις αξίας περίπου 325 δισεκατομμυρίων ευρώ, επιτρέπουν στο Υπουργείο Άμυνας να υπογράφει συμβάσεις για μεγάλα συστήματα όπως άρματα μάχης, πλοία και αεροσκάφη που θα παραδοθούν τα επόμενα χρόνια.
Σε συνδυασμό με τους προϋπολογισμούς του 2025 και του 2026, το σύνολο φτάνει περίπου τα 355 δισεκατομμύρια ευρώ .
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Έρευνα DIW: Ολοένα και λιγότεροι μετανάστες νιώθουν ευπρόσδεκτοι στη Γερμανία
Γερμανία: Ο Μερτς λέει «Nein» στην αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους
PLUS


