Η εικόνα ήταν σχεδόν αδιανόητη πριν από λίγους μήνες. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο πολιτικός που είχε καταφέρει να επιβάλει σχεδόν απόλυτη πειθαρχία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια σπάνια και ιδιαίτερα συμβολική ανταρσία στο ίδιο το Κογκρέσο. Η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών ψήφισε με 50 ψήφους υπέρ και 48 κατά υπέρ ενός ψηφίσματος που ζητά τον τερματισμό των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, ακολουθώντας την αντίστοιχη απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων που είχε ληφθεί νωρίτερα μέσα στον μήνα.
Η εξέλιξη δεν αλλάζει άμεσα την κατάσταση στο πεδίο των επιχειρήσεων. Ο Λευκός Οίκος έχει ήδη χαρακτηρίσει το ψήφισμα νομικά ανίσχυρο, ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι εχθροπραξίες έχουν ουσιαστικά παγώσει μετά την προκαταρκτική συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που επιτεύχθηκε τον Απρίλιο. Ωστόσο, η πολιτική σημασία της ψηφοφορίας είναι τεράστια. Για πρώτη φορά από την υιοθέτηση του Νόμου περί Πολεμικών Εξουσιών το 1973, και τα δύο σώματα του αμερικανικού Κογκρέσου συμφώνησαν σε ψήφισμα που ζητά από έναν πρόεδρο να αποσύρει τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις από μια σύγκρουση.
Η ρωγμή στο ρεπουμπλικανικό μέτωπο
Ακόμη πιο σημαντικό από το ίδιο το αποτέλεσμα είναι το ποιοι το διαμόρφωσαν. Τέσσερις Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές επέλεξαν να αγνοήσουν τις πιέσεις του Λευκού Οίκου και να συνταχθούν με τους Δημοκρατικούς, στέλνοντας ένα μήνυμα ότι η πολιτική συναίνεση γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν αρχίζει να καταρρέει.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο Τραμπ προσπαθεί να εξασφαλίσει επιπλέον χρηματοδότηση για τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και ταυτόχρονα να πείσει την αμερικανική κοινή γνώμη ότι η σύγκρουση υπήρξε στρατηγική επιτυχία. Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία φαίνεται να έχει διαφορετική άποψη.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, μόλις ένας στους τέσσερις Αμερικανούς θεωρεί ότι ο πόλεμος με το Ιράν άξιζε το κόστος του, ενώ η πλειοψηφία εκφράζει αμφιβολίες ακόμη και για τη βιωσιμότητα της εκεχειρίας που έχει επιτευχθεί. Η δημοτικότητα του προέδρου υποχώρησε στο 34%, το χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης θητείας του.
Από τον «πρόεδρο της ειρήνης» στον πρόεδρο μιας αμφισβητούμενης σύγκρουσης
Η ειρωνεία είναι προφανής. Ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος ότι θα τερματίσει τους ατελείωτους πολέμους της Αμερικής και ότι δεν θα εμπλέξει τη χώρα σε νέες στρατιωτικές περιπέτειες. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε επικεφαλής μιας σύγκρουσης που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου με αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν και εξελίχθηκε σε μια από τις σοβαρότερες γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων ετών.
Το πολιτικό κόστος άρχισε να γίνεται εμφανές όταν οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης έφτασαν στην καθημερινότητα των Αμερικανών. Οι διαταραχές στις ενεργειακές αγορές, η άνοδος των τιμών και η αίσθηση ότι η Ουάσιγκτον παρασύρθηκε σε έναν πόλεμο χωρίς ξεκάθαρο στόχο δημιούργησαν ένα κλίμα δυσπιστίας που πλέον αποτυπώνεται και στους αριθμούς.
Η μάχη για το Σύνταγμα
Πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση κρύβεται ένα βαθύτερο θεσμικό ζήτημα. Ποιος αποφασίζει για τον πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες;
Οι υποστηρικτές του ψηφίσματος υποστηρίζουν ότι το Σύνταγμα αναθέτει στο Κογκρέσο την εξουσία να κηρύσσει πόλεμο και ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να εμπλέκει τη χώρα σε παρατεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς σαφή κοινοβουλευκή έγκριση. Η κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, θεωρεί ότι ο Νόμος περί Πολεμικών Εξουσιών είναι αντισυνταγματικός και ότι ο πρόεδρος διαθέτει ευρύτερες εξουσίες ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων.
Η σύγκρουση αυτή δεν είναι καινούργια. Από το Βιετνάμ μέχρι το Ιράκ και το Αφγανιστάν, οι Αμερικανοί πρόεδροι διεύρυναν σταδιακά τις εξουσίες τους σε θέματα πολέμου. Αυτό που καθιστά τη σημερινή περίπτωση ιδιαίτερη είναι ότι για πρώτη φορά εδώ και μισό αιώνα το Κογκρέσο επιχειρεί συλλογικά να τραβήξει μια ξεκάθαρη γραμμή απέναντι στον Λευκό Οίκο.
Ένα προειδοποιητικό μήνυμα προς τον Λευκό Οίκο
Ακόμη κι αν το ψήφισμα δεν παράγει άμεσες νομικές συνέπειες, η πολιτική του βαρύτητα είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Ο Τραμπ μπορεί να εξακολουθεί να κυριαρχεί στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, όμως η εποχή της απόλυτης πειθαρχίας φαίνεται να τελειώνει. Όσο ο πόλεμος παραμένει αντιδημοφιλής και όσο οι οικονομικές του συνέπειες γίνονται αισθητές στην αμερικανική κοινωνία, τόσο περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές θα αναζητούν αποστάσεις ασφαλείας από τον Λευκό Οίκο.
Η ψηφοφορία της Γερουσίας δεν τερματίζει τον πόλεμο. Δεν ακυρώνει τις αποφάσεις του προέδρου. Δεν αλλάζει άμεσα τους συσχετισμούς στη Μέση Ανατολή.
Αποκαλύπτει όμως κάτι ίσως πιο σημαντικό: ότι η πολιτική συναίνεση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η στρατηγική του Τραμπ απέναντι στο Ιράν έχει αρχίσει να διαβρώνεται. Και όταν ένας πρόεδρος χάνει την απόλυτη στήριξη του ίδιου του κόμματός του σε ζητήματα πολέμου, το πρόβλημα συνήθως δεν βρίσκεται στο πεδίο των μαχών αλλά στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.
Η ψήφος της Γερουσίας ήταν, πάνω απ’ όλα, μια προειδοποίηση. Και οι προειδοποιήσεις στην Ουάσιγκτον σπάνια δίνονται χωρίς λόγο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Στενό του Ορμούζ: Η διπλωματία επιστρέφει, αλλά το δάχτυλο παραμένει στη σκανδάλη
Η Δανία στέλνει νεοσύλλεκτους στη Γροιλανδία μετά τις απειλές Τραμπ
PLUS


