«Θέλω να δω μια διοίκηση που να ακούει τους νέους, να στέκεται δίπλα τους και να παρεμβαίνει ουσιαστικά και με προτάσεις σε κάθε νομοθετική πρωτοβουλία που επηρεάζει τον κλάδο», υποστηρίζει στην «Μ» η δικηγόρος Κασσιανή Μιχοπούλου, υποψήφια στις επερχόμενες εκλογές στον ΔΣΑ
Η Κασσιανή Μιχοπούλου, δικηγόρος Αθηνών, μιλάει για τις προκλήσεις του κλάδου και τις εκλογές στον ΔΣΑ
Ερ.: Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής δικηγορίας;
Απ.: Η ελληνική δικηγορία βρίσκεται σε μια περίοδο μεγάλων προκλήσεων. Από τη μία πλευρά, οι νέες τεχνολογίες και η ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης προσφέρουν δυνατότητες για ταχύτερη απονομή δικαίου και καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών. Από την άλλη, η καθημερινότητα του μέσου δικηγόρου είναι γεμάτη δυσκολίες: χαμηλές αμοιβές, ανασφάλεια, υπερβολική γραφειοκρατία και έλλειψη υποστήριξης από την πολιτεία. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί νέοι συνάδελφοι εγκαταλείπουν το επάγγελμα ή αναζητούν καριέρα στο εξωτερικό.
Ερ.: Ποια θεωρείτε τα βασικά προβλήματα που χρειάζονται άμεση αντιμετώπιση;
Απ.: Πρώτα και κύρια, η επιβάρυνση των δικηγόρων με υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές υποχρεώσεις. Έπειτα, η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης, που δεν πλήττει μόνο τους πολίτες αλλά και την ίδια την αξιοπιστία του επαγγέλματος. Επιπλέον, χρειάζεται ουσιαστική μέριμνα για τη νεότερη γενιά των δικηγόρων, με στήριξη στην πρακτική τους άσκηση και προγράμματα ενίσχυσης των επαγγελματικών τους δεξιοτήτων.
Ερ.: Ποια η γνώμη σας για την πρόσφατη συζήτηση περί «αυστηροποίησης» των εξετάσεων για τη λήψη άδειας ασκήσεως επαγγέλματος;
Θεωρώ ότι καταρχήν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Το να επιθυμεί ένας νέος άνθρωπος να σπουδάσει τη νομική επιστήμη δεν μπορεί από μόνο του να τον καθιστά και δικηγόρο. Και η άποψή μου αυτή δεν κατατείνει μόνο στην αντιμετώπιση της υπερπληθώρας δικηγόρων, που αναγκάζει κάθε νέο συνάδελφο να καθίσταται υπάλληλος εταιρειών, χωρίς όνειρο για δημιουργία δικού του γραφείου, αλλά και στην αποκατάσταση του κύρους της δικηγορίας, την οποία αντιμετωπίζω ως ύψιστο λειτούργημα.
Ερ.: Σε λίγες εβδομάδες έχουμε τις εκλογές στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Τι διακυβεύεται σε αυτές;
Απ.: Οι εκλογές του ΔΣΑ δεν είναι απλώς μια διαδικασία ανάδειξης προέδρου και διοίκησης. Είναι η ευκαιρία να καθορίσουμε τη στάση του κλάδου μας για τα επόμενα χρόνια. Θα κριθεί αν θα υπάρξει πραγματική στήριξη σε όλους τους συναδέλφους, αν θα αναδειχθεί η ανάγκη για θεσμικές παρεμβάσεις και αν ο Σύλλογος θα σταθεί ουσιαστικά και με ρεαλιστικές προτάσεις απέναντι στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε.
Ερ.: Οι περισσότεροι νέοι δικηγόροι δηλώνουν ότι το επάγγελμα είναι «αδιέξοδο». Τι θα τους λέγατε;
Απ.: Θα τους έλεγα να μην το βάλουν κάτω, αλλά και να μη συμβιβαστούν. Να απαιτήσουν καλύτερες συνθήκες, αξιοπρεπείς αμοιβές και έναν Σύλλογο που θα τους στηρίζει. Αν συνεχίσουμε να δεχόμαστε την κατάσταση ως «φυσιολογική», τότε όντως το επάγγελμα θα καταντήσει αδιέξοδο. Φυσικά θα πρέπει και οι ίδιοι να επιδιώκουν τη συνεχή επιμόρφωση και εκπαίδευσή τους.
Ερ.: Ποιες είναι οι δικές σας προσδοκίες από τη νέα διοίκηση του συλλόγου;
Απ.: Θα ήθελα να δω μια διοίκηση που να ακούει τους νέους, να στέκεται δίπλα σε όλους τους δικηγόρους και να παρεμβαίνει ουσιαστικά και με προτάσεις σε κάθε νομοθετική πρωτοβουλία που επηρεάζει τον κλάδο και όχι με παλαιοκομματικού τύπου συνδικαλισμό. Χρειαζόμαστε διαφάνεια, ουσιαστικό διάλογο και δράσεις που θα δώσουν ξανά κύρος στη δικηγορία.
Ερ.: Αν σας ζητούσαμε να στείλετε ένα μήνυμα προς τους συναδέλφους σας;
Απ.: Να συμμετάσχουν ενεργά στις εκλογές και να μην αφήσουν άλλους να αποφασίζουν για το μέλλον τους. Η παρουσία μας στον Σύλλογο δεν είναι τυπική – είναι ζήτημα επαγγελματικής επιβίωσης και αξιοπρέπειας.
Ερ.: Πείτε μας δυο λόγια για εσάς και την ενασχόλησή σας με τα κοινά του συλλόγου σας.
Γεννήθηκα στο Τορόντο του Καναδά και μεγάλωσα στον Βόλο. Το 1993 εισήχθην στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και σχεδόν ταυτόχρονα ξεκίνησα να εργάζομαι σε δικηγορικό γραφείο της Αθήνας. Στα 30 χρόνια που μεσολάβησαν εργάστηκα πολύ σκληρά ως συνεργάτης άλλου συναδέλφου, του δασκάλου μου στη δικηγορία Πέτρου Καϊμακάμη, και κατάφερα να δημιουργήσω και το δικό μου δικηγορικό γραφείο, αφού η μάχιμη δικηγορία ήταν από την αρχή η μόνη μου επιδίωξη, αλλά και το μεγάλο μου όνειρο. Γνωρίζω καλά λοιπόν τις δοκιμασίες του καθεστώτος συνεργασίας, αλλά και τις απαιτήσεις και δυσκολίες τού να παλεύεις για το δικό σου γραφείο. Παράλληλα δημιούργησα οικογένεια αποκτώντας μία κόρη δεκαοκτώ και έναν γιο δεκαέξι ετών, βιώνοντας έτσι μια επίσης μεγάλη πρόκληση: Να είσαι μαχόμενη δικηγόρος στην Αθήνα και παράλληλα μητέρα δύο παιδιών.
Όπως όλοι μας κι εγώ συχνά αγανακτούσα και αγανακτώ με τα μεγάλα, αλλά και τα μικρά καθημερινά προβλήματα του επαγγέλματός μας και έχω κι εγώ συχνά αναφωνήσει «πού είναι ο Σύλλογος;». Η απόφασή μου να κατέλθω ως υποψήφια στις εκλογές του Συλλόγου μας είναι αποτέλεσμα της γνώσης των προβλημάτων μας, αφού τα έχω εγώ η ίδια αντιμετωπίσει όλα, αλλά και της επιθυμίας να προσπαθήσω να συμβάλω ενεργά στην επίλυσή τους.
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής
PLUS


