Η συμφωνία Τραμπ με το Ιράν: Από την «παράδοση» στην αναγκαστική αναδίπλωση

Ο Ντόναλντ Τραμπ ήθελε να εμφανιστεί ως ο πρόεδρος που θα ανάγκαζε το Ιράν να γονατίσει. Υποσχέθηκε πλήρη εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, τερματισμό της ιρανικής επιρροής στην περιοχή και μια συμφωνία που θα έμοιαζε περισσότερο με παράδοση της Τεχεράνης παρά με διαπραγμάτευση. Το προσχέδιο όμως της συμφωνίας των 14 σημείων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δείχνει κάτι πολύ διαφορετικό: όχι έναν θρίαμβο της Ουάσιγκτον, αλλά μια δύσκολη, ατελή και πολιτικά επικίνδυνη αναδίπλωση.

Η συμφωνία, γνωστή ως «Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ», δεν είναι τελική ειρηνευτική διευθέτηση. Είναι ένα μεταβατικό πλαίσιο 60 ημερών, μέσα στο οποίο οι δύο πλευρές καλούνται να σταματήσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και να διαπραγματευτούν τα πιο δύσκολα ζητήματα. Το κείμενο προβλέπει άμεσο τερματισμό των εχθροπραξιών, αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, σταδιακή άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, οικονομική ανάσα για το Ιράν και ένα νέο γύρο συνομιλιών στην Ελβετία.

Στα χαρτιά, όλα αυτά μπορούν να παρουσιαστούν ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία. Στην πράξη, όμως, η συμφωνία δείχνει πόσο μακριά βρίσκεται ο Τραμπ από τους αρχικούς του στόχους. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε μιλήσει για μια λύση που θα εξάλειφε την ιρανική πυρηνική απειλή. Το κείμενο, αντίθετα, περιορίζεται σε μια γνωστή ιρανική δέσμευση: ότι η Τεχεράνη δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Πρόκειται για υπόσχεση που το Ιράν επαναλαμβάνει εδώ και δεκαετίες. Το κρίσιμο ερώτημα —τι θα γίνει με τον εμπλουτισμό ουρανίου, τις υπάρχουσες ποσότητες υψηλά εμπλουτισμένου υλικού και τις εγκαταστάσεις του ιρανικού προγράμματος— παραπέμπεται στις επόμενες διαπραγματεύσεις.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αδυναμία της συμφωνίας. Δεν λύνει το πυρηνικό ζήτημα· το αναβάλλει. Το Ιράν δεν υποχρεώνεται, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, να παραδώσει άμεσα το εμπλουτισμένο ουράνιο ούτε να διαλύσει τις βασικές υποδομές του. Δέχεται να συζητήσει την τύχη τους υπό την εποπτεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, αλλά οι λεπτομέρειες μένουν ανοιχτές. Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον παίρνει μια πολιτική δήλωση, ενώ η Τεχεράνη κερδίζει χρόνο, χρήμα και άρση πίεσης.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το οικονομικό αντάλλαγμα. Το προσχέδιο προβλέπει σταδιακή άρση κυρώσεων, διευκόλυνση οικονομικών συναλλαγών, αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων και στήριξη ενός τεράστιου προγράμματος ανασυγκρότησης που μπορεί να φτάσει τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια. Ακόμη κι αν τα χρήματα δεν προέλθουν απευθείας από τις ΗΠΑ, η πολιτική εικόνα είναι σαφής: το Ιράν βγαίνει από τον πόλεμο όχι συντετριμμένο, αλλά με προοπτική οικονομικής ανάκαμψης.

Αυτό ακριβώς προκαλεί αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον. Δημοκρατικοί κατηγορούν τον Τραμπ ότι οδήγησε τη χώρα σε μια πολεμική κρίση για να επιστρέψει τελικά σε ένα πλαίσιο παρόμοιο με εκείνο που ο ίδιος απέρριπτε. Ρεπουμπλικανοί σκληροπυρηνικοί θεωρούν ότι η συμφωνία αφήνει την Τεχεράνη σε ισχυρότερη θέση απ’ ό,τι πριν. Αντί να επιβάλει «παράδοση», ο Τραμπ αποδέχεται έναν συμβιβασμό που επιτρέπει στο Ιράν να διατηρήσει μέρος της στρατηγικής του αμφισημίας.

Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά. Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ απειλούσε να τινάξει στον αέρα τις τιμές της ενέργειας και να προκαλέσει διεθνή οικονομική αναταραχή. Ο ίδιος ο Τραμπ φέρεται να παρουσίασε τη συμφωνία ως τρόπο αποφυγής μιας ευρύτερης οικονομικής καταστροφής. Με αυτή την έννοια, δεν διαπραγματεύτηκε μόνο με το Ιράν. Διαπραγματεύτηκε με τις αγορές, με τους συμμάχους, με τους φόβους για πετρέλαιο, πληθωρισμό και παγκόσμια ύφεση.

Το πρόβλημα είναι ότι η συμφωνία επιχειρεί να σταματήσει τον πόλεμο χωρίς να έχει απαντήσει πειστικά στο γιατί ξέσπασε. Το πυρηνικό πρόγραμμα μένει ανοιχτό. Η Χεζμπολάχ και ο Λίβανος εμφανίζονται στο κείμενο ως μέρος της περιφερειακής αποκλιμάκωσης, αλλά χωρίς σαφή μηχανισμό εφαρμογής. Το Στενό του Ορμούζ ανοίγει ξανά, όμως το ποιος θα εγγυηθεί πραγματικά την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας παραμένει θολό. Οι κυρώσεις αρχίζουν να χαλαρώνουν, αλλά η εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Γι’ αυτό η συμφωνία Τραμπ με το Ιράν δεν είναι ούτε καθαρή νίκη ούτε καθαρή ήττα. Είναι ένας συμβιβασμός ανάγκης, ντυμένος με θριαμβευτική ρητορική. Ο Τραμπ μπορεί να τον παρουσιάσει ως ειρήνη. Οι επικριτές του μπορούν να τον παρουσιάσουν ως υποχώρηση. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση: η Ουάσιγκτον απέφυγε μια βαθύτερη σύγκρουση, αλλά δεν πήρε την «παράδοση» που υποσχόταν.

Οι επόμενες 60 ημέρες θα δείξουν αν το μνημόνιο είναι η αρχή μιας πραγματικής συμφωνίας ή απλώς μια παύση πριν από την επόμενη κρίση. Για την ώρα, το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Τραμπ πήγε να επιβάλει όρους νικητή και κατέληξε να υπογράφει τους όρους μιας δύσκολης ανακωχής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Τραμπ: Η συμφωνία με το Ιράν θα υπογραφεί μέσα στις επόμενες 48 ώρες



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ