Ολοένα πληθαίνουν τα δημοσιεύματα στον ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό Τύπο, τα οποία αναφέρονται σε μια σοβαρή προσπάθεια του ΟΗΕ να καταθέσει σχέδιο λύσης του Κυπριακού στην επερχόμενη πενταμερή διάσκεψη που προγραμματίζεται για το καλοκαίρι. Σύμφωνα με σειρά δημοσιευμάτων, τα οποία επικαλούνται πηγές του ΟΗΕ, πυρήνας της πρότασης των Ηνωμένων Εθνών είναι η λύση του Κυπριακού στη βάση του μοντέλου της χαλαρής ομοσπονδίας εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης με επιστροφή εδαφών έναντι ουσιαστικής αναγνώρισης της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων.
Κάθε φορά που το Κυπριακό φαίνεται να επιστρέφει στο προσκήνιο, η πρώτη αντίδραση είναι συνήθως η ίδια: συγκρατημένη αισιοδοξία από τη διεθνή κοινότητα και έντονος σκεπτικισμός στη Λευκωσία. Δεν είναι παράλογο. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, το Κυπριακό έχει μετατραπεί σε ένα από τα πλέον ανθεκτικά διπλωματικά αδιέξοδα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Κάθε νέο σχέδιο παρουσιάζεται ως ευκαιρία. Κάθε αποτυχία βαθαίνει ακόμη περισσότερο την αμοιβαία δυσπιστία.
Οι πληροφορίες για την νέα πρόταση ενόψει της επόμενης πενταμερούς διάσκεψης δείχνουν πως η διεθνής διπλωματία αναζητά έναν διαφορετικό δρόμο. Η βασική ιδέα φαίνεται να κινείται γύρω από μια περισσότερο αποκεντρωμένη ομοσπονδιακή δομή, με δύο συνιστώσες πολιτείες που θα διαθέτουν ευρείες αρμοδιότητες, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα περιορίζεται κυρίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ευρωπαϊκής εκπροσώπησης. Παράλληλα, προβλέπονται εδαφικές επιστροφές, μεταβατική περίοδος εφαρμογής και ένα νέο σύστημα ασφάλειας που θα επιχειρούσε να αντικαταστήσει το ξεπερασμένο καθεστώς των εγγυήσεων.
Η φιλοδοξία του σχεδίου είναι προφανής: να υπερβεί τις αιτίες που οδήγησαν στην κατάρρευση όλων των προηγούμενων διαπραγματεύσεων.
Το ερώτημα όμως είναι αν αντιμετωπίζει πραγματικά το πρόβλημα ή αν απλώς επιχειρεί να το διαχειριστεί με διαφορετική ορολογία.
Η εμπειρία δείχνει ότι το Κυπριακό δεν αποτυγχάνει επειδή λείπουν οι δημιουργικές ιδέες. Αντιθέτως, στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχουν παρουσιαστεί δεκάδες περίπλοκες συνταγματικές φόρμουλες, μηχανισμοί κατανομής εξουσιών, σχέδια εδαφικών ανταλλαγών και περίτεχνες ρυθμίσεις για την ασφάλεια. Εκεί όπου σκοντάφτουν όλες οι προσπάθειες είναι στο θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα: ποια είναι η τελική μορφή του κυπριακού κράτους και ποιος θα έχει την τελευταία λέξη στη λειτουργία του.
Η συζήτηση περί «χαλαρής ομοσπονδίας» αντανακλά ακριβώς αυτή την αναζήτηση ισορροπίας. Για τους υποστηρικτές της, περισσότερες εξουσίες στις δύο συνιστώσες πολιτείες σημαίνουν λιγότερες αφορμές σύγκρουσης. Για τους επικριτές της, όμως, μια υπερβολικά αποκεντρωμένη δομή κινδυνεύει να οδηγήσει σε ένα κράτος με περιορισμένη συνοχή, όπου η πολιτική παράλυση θα αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό.
Εξίσου ευαίσθητο παραμένει το ζήτημα της ασφάλειας. Η ιδέα αντικατάστασης του συστήματος εγγυήσεων από ένα νέο πλαίσιο με ευρύτερη διεθνή συμμετοχή αποτυπώνει την αναγνώριση ότι το μοντέλο του 1960 έχει εξαντλήσει τα ιστορικά του όρια. Ωστόσο, οποιαδήποτε νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας θα κριθεί όχι από τη θεωρητική της κομψότητα αλλά από το αν θα μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη και στις δύο κοινότητες. Για τους Ελληνοκυπρίους, η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων εξακολουθεί να αποτελεί υπενθύμιση της εισβολής του 1974. Για πολλούς Τουρκοκυπρίους, αντίθετα, η τουρκική στρατιωτική παρουσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως εγγύηση προστασίας. Αυτή η θεμελιώδης διαφορά αντίληψης δεν εξαφανίζεται με μια νέα διατύπωση σε ένα διπλωματικό έγγραφο.
Το ίδιο ισχύει και για τις προτάσεις που φέρονται να συνδέουν επιστροφές εδαφών με ανταλλάγματα, όπως η διευκόλυνση του απευθείας εμπορίου ή των αεροπορικών συνδέσεων της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Θεωρητικά πρόκειται για μια λογική αμοιβαίων παραχωρήσεων. Στην πράξη, όμως, κάθε τέτοια ανταλλαγή αγγίζει ζητήματα διεθνούς αναγνώρισης, κυριαρχίας και πολιτικής ισότητας που παραμένουν εξαιρετικά ευαίσθητα.
Από την άλλη πλευρά, η διατήρηση του σημερινού αδιεξόδου δεν αποτελεί ουδέτερη επιλογή. Ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της λύσης. Αντίθετα, παγιώνει τη διαίρεση, δημιουργεί νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα στα κατεχόμενα και απομακρύνει τις δύο κοινότητες από την προοπτική μιας κοινής πολιτείας. Κάθε χαμένη δεκαετία καθιστά τη μελλοντική επανένωση πιο δύσκολη από την προηγούμενη.
Γι’ αυτό και η επόμενη διπλωματική πρωτοβουλία του ΟΗΕ αξίζει να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα, αλλά όχι με αυταπάτες. Η επιτυχία της δεν θα εξαρτηθεί από την ευρηματικότητα των συνταγματικών διατάξεων ούτε από την πολυπλοκότητα των μηχανισμών εφαρμογής. Θα εξαρτηθεί από το αν οι δύο πλευρές είναι πραγματικά διατεθειμένες να αποδεχθούν έναν ιστορικό συμβιβασμό.
Η κυπριακή κυβέρνηση έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν συζητά οποιαδήποτε μορφή λύσης εκτός του πλαισίου της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας που προβλέπουν τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτή η θέση υπογραμμίζει και το βασικό όριο κάθε νέας πρωτοβουλίας: όσο δημιουργική κι αν είναι μια πρόταση, δεν μπορεί να αποκτήσει πολιτική νομιμοποίηση αν θεωρηθεί ότι αποκλίνει από το διεθνώς συμφωνημένο πλαίσιο.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο εμπόδιο στο Κυπριακό να μην είναι η έλλειψη σχεδίων αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης. Οι διπλωμάτες μπορούν να σχεδιάσουν θεσμούς, να προτείνουν χρονοδιαγράμματα και να επινοήσουν μηχανισμούς επίλυσης διαφορών. Δεν μπορούν όμως να επιβάλουν την πολιτική βούληση που απαιτεί μια βιώσιμη ειρήνη.
Η νέα πρωτοβουλία του ΟΗΕ μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία. Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπιστεί ως η μαγική λύση που θα εξαφανίσει μισό αιώνα συγκρούσεων, φόβων και αμοιβαίας καχυποψίας. Αν υπάρχει ένα πραγματικό μάθημα από την ιστορία του Κυπριακού, είναι ότι καμία φόρμουλα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική απόφαση των ίδιων των πλευρών να συνυπάρξουν σε ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Χριστοδουλίδης: Ενδεχόμενο σχέδιο λύσης του Κυπριακού πριν από το τέλος του χρόνου
Τουρκία: Φιντάν επιμένει στη λύση δύο κρατών για το Κυπριακό
PLUS


