Marfin: Στο επίκεντρο ο άνδρας που φέρεται να πέταξε τη μολότοφ – «Δεν υπάρχει ταυτοποίηση προσώπων», λέει η υπεράσπιση

Καθοριστικής σημασίας για την πορεία της έρευνας θεωρούνται τα ψηφιακά ευρήματα που κατασχέθηκαν κατά τις κατ’ οίκον έρευνες, ενώ οι Αρχές επικεντρώνουν την προσοχή τους σε άνδρα που εμφανίζεται σε οπτικό υλικό δίπλα σε έναν από τους συλληφθέντες.

Νέα στοιχεία έρχονται στο φως για την πολύκροτη υπόθεση της εμπρηστικής επίθεσης στη Marfin, την ώρα που οι δύο 42χρονοι που συνελήφθησαν κρίθηκαν προφυλακιστέοι μετά τις απολογίες τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι έρευνες των Αρχών έχουν πλέον επικεντρωθεί σε έναν άνδρα, ο οποίος καταγράφεται σε βιντεοληπτικό υλικό δίπλα στον 42χρονο που φέρεται να έσπασε με βαριοπούλα τη βιτρίνα του υποκαταστήματος της Marfin.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι οι ερευνητές εκτιμούν πως πρόκειται για το πρόσωπο που στη συνέχεια εκτόξευσε τη μολότοφ στο εσωτερικό της τράπεζας. Οι αστυνομικοί φέρονται να έχουν διαμορφώσει αρκετά σαφή εικόνα για τον σωματότυπο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.

Καθοριστικό ρόλο στην περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης αναμένεται να διαδραματίσουν τα ψηφιακά ευρήματα που προέκυψαν από τις έρευνες στις κατοικίες των συλληφθέντων.

Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, στη δικογραφία περιλαμβάνονται τουλάχιστον εννέα μαρτυρικές καταθέσεις. Σε μία εξ αυτών γίνεται αναφορά σε γυναικεία φωνή που φέρεται να ακούστηκε να φωνάζει «κάψτε τους, κάψτε τους» κατά τη διάρκεια των επεισοδίων.

Προφυλακίστηκαν οι δύο κατηγορούμενοι

Στη φυλακή οδηγήθηκαν, μετά τις απολογίες τους, οι δύο 42χρονοι που συνελήφθησαν για την υπόθεση του εμπρησμού του υποκαταστήματος της Marfin στη Σταδίου, από τον οποίο τον Μάιο του 2010 έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι.

Οι δύο κατηγορούμενοι πέρασαν το πρωί της Τρίτης το κατώφλι του ανακριτή, όπου αρνήθηκαν οποιαδήποτε εμπλοκή στα επεισόδια έξω από το υποκατάστημα.

 

Ο ένας εξ αυτών, ο οποίος σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα φέρεται να έσπασε την τζαμαρία του κτιρίου, υποστήριξε ότι συμμετείχε στην πορεία της 5ης Μαΐου 2010, ωστόσο αποχώρησε όταν ξεκίνησαν τα επεισόδια. Από την πλευρά του, ο δεύτερος κατηγορούμενος φέρεται να δήλωσε ότι βρισκόταν στην ίδια πορεία, αλλά σε διαφορετικό σημείο από εκεί όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα.

Παρά τους ισχυρισμούς τους, ανακρίτρια και εισαγγελέας αποφάσισαν την προφυλάκισή τους, κρίνοντας ότι, λόγω της φύσης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πράξεων που τους αποδίδονται, συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων.

Την ίδια ώρα, το τρίτο πρόσωπο που έχει ταυτοποιηθεί στην υπόθεση, μια 46χρονη γυναίκα η οποία συνελήφθη στη Βρετανία, αναμένεται να εκδοθεί στην Ελλάδα.

«Δεν υπάρχει ταυτοποίηση προσώπων»

Ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων, Θανάσης Καμπαγιάννης, μίλησε στην εκπομπή

«Κοινωνία Ώρα MEGA», εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για την επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων.

«Θεωρώ όμως ότι δεν πρόκειται να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα θύματα της Marfin αν υπάρξει απλά μία «εξιχνίαση» της υπόθεσης επί δικαίων και αδίκων, και χωρίς στιβαρά αποδεικτικά στοιχεία. Δεν υπάρχουν στοιχεία. Θέλω να πω μετά λόγου γνώσεως, ότι σε αυτή την υπόθεση, αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει ταυτοποίηση. Δηλαδή η ίδια η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών λέει ότι δεν μπορεί να συναγάγει συμπέρασμα όσον αφορά την ταυτοποίηση, τόσο του δικού μου εντολέα όσο και των υπολοίπων που κατηγορούνται σε αυτή την υπόθεση. Γι’ αυτόν τον λόγο σας καλώ να είμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί έχουν ξαναϋπάρξει τέτοιου τύπου – και σε αυτή την υπόθεση – ασκήσεις ποινικής δίωξης που κατέληξαν σε φιάσκο το 2016. Και ταλαιπωρήθηκαν άνθρωποι, και ταλαιπωρήθηκαν και οι συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι κλήθηκαν να πάνε στο δικαστήριο να ξαναζήσουν το τραύμα εκείνης της ημέρας για να καταθέσουν, και στο τέλος αυτό κατέληξε σε μία πανηγυρική αθώωση γιατί η υπόθεση δεν ήταν δεμένη. Σας λέω λοιπόν ότι, αυτή τη στιγμή, ταυτοποίηση δεν υπάρχει», είπε αρχικά.

 

Στη συνέχεια ανέφερε:

«Εγώ από τη δική μου την πλευρά, και η υπεράσπιση γενικότερα, δεν έχει δώσει οποιοδήποτε έγγραφο στη δημοσιότητα. Και άρα αντιλαμβάνεστε ότι άλλοι έχουν τη σκοπιμότητα και έχουν δώσει έγγραφα αυτής της υπόθεσης στη δημοσιότητα, δεν θα το σχολιάσω. Αυτά τα πράγματα, έτσι όπως τα περιγράφετε, δείχνουν ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση. Δείχνουν, λοιπόν, ότι υπάρχει μία αναφορά σε κάποια κινητά αντικείμενα. Και περιμένουμε, αυτή η ένδειξη να γίνει απόδειξη. Να θωρακιστεί με άλλα στοιχεία τα οποία θα υποδεικνύουν την παρουσία των συγκεκριμένων ανθρώπων. Σας το λέω αυτό διότι, ας πούμε, το άτομο το οποίο λέτε που αναφέρεται ότι έσπασε τη βιτρίνα, είναι ο τρίτος στη σειρά που έχει ταυτοποιήσει η αστυνομία. Δηλαδή, το 2016 η αστυνομία έλεγε ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν ο Χ. Το 2020-2021 η αστυνομία έλεγε πάλι με βεβαιότητα ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν ο Ψ. Και τώρα η αστυνομία λέει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ο Ω. Και μάλιστα να σας πω ότι, για συγκεκριμένα άτομα τα οποία κατηγορούνται, έχει στο παρελθόν υπάρξει εκτίμηση από τις αρχές ότι δεν είναι, και δεν ταυτοποιούνται ως αυτοί οι οποίοι ήταν στο σημείο. Υπάρχει ένα παράλογο».

Ο κ. Καμπαγιάννης σημείωσε ακόμη ότι ο εντολέας του συμμετείχε στη συγκεκριμένη διαδήλωση, όπως και χιλιάδες άλλοι πολίτες, υπογραμμίζοντας πως υπάρχουν μάρτυρες που μπορούν να επιβεβαιώσουν την παρουσία του. Παράλληλα, επισήμανε τη δυσκολία διερεύνησης μιας υπόθεσης έπειτα από 16 χρόνια.

«Ο πελάτης μου, όπως και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ήταν σε αυτή την πορεία. Ήταν σε αυτή τη διαδήλωση. Άρα, έχει ανθρώπους με τους οποίους ήταν μαζί. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα κληθεί και η ανάκριση να τα ερευνήσει, να εξετάσει τους μάρτυρες και ούτω καθεξής. Εντοπίζουμε όμως και το πρόβλημα ότι, όταν έχουν παρέλθει 16 χρόνια από ένα γεγονός, αντιλαμβάνεστε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Ακόμα και για τον υπερασπιστή, και για τον άνθρωπο ο οποίος κατηγορείται, να ανατρέξει πίσω», τόνισε.

Μπορούν να σταθούν σε μία δίκη τα στοιχεία αυτά;

Ο συνήγορος υπεράσπισης εξέφρασε την άποψη ότι, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, τα στοιχεία δεν επαρκούν για να στηρίξουν μια καταδικαστική απόφαση, επισημαίνοντας τον κίνδυνο να επαναληφθούν όσα συνέβησαν το 2016.

«δική μου εκτίμηση είναι ότι αυτά τα στοιχεία, έτσι όπως τα έχει τώρα η υπόθεση, δεν μπορούν να σταθούν από μόνα τους σε μία δίκη. Και κινδυνεύει να γίνει το ίδιο το οποίο συνέβη το 2016. Και έχουν δίκιο και οι συγγενείς οι οποίοι έχουν βγει – κάποιες επιζήσασες που έχω ακούσει κι εγώ σε δημόσιες παρεμβάσεις τους – και λένε ότι «κινδυνεύουμε να ζούμε τον επανατραυματισμό μίας υπόθεσης ξανά και ξανά, άμα η υπόθεση δεν είναι με σαφήνεια δομημένη και δεμένη» – όπως λέμε δημοσιογραφικά και δικηγορικά.

Αναφερόμενος στους ισχυρισμούς περί αξιοποίησης τεχνητής νοημοσύνης, υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, δεν προκύπτει χρήση AI πέρα από μία έκθεση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και ένα ανώνυμο e-mail.

«Από όσο εγώ τουλάχιστον μπορώ να σας πω, έχοντας εικόνα, δεν μου προκύπτει κάποια τέτοιου τύπου χρήση, εκτός από μία έκθεση η οποία υπάρχει από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Και ένα ανώνυμο e-mail το οποίο κατονομάζει κάποιους ανθρώπους. Αλλά για το συγκεκριμένο e-mail το πρώτο πρόσωπο που κατονομάζει ως έναν από αυτούς που έκαψαν τη Marfin, γνωρίζουμε – και το γνωρίζω και εγώ προσωπικά – ότι ήταν στη φυλακή εκείνη την περίοδο που έγινε, το 2010. Το e-mail, δηλαδή, κατονομάζει πρόσωπο το οποίο ήταν τότε φυλακή».

«Να ταυτοποιηθεί ο αποστολέας του e–mail – Αναφέρεται ως δράστης άτομο που τότε ήταν στη φυλακή»

Ο κ. Καμπαγιάννης υποστήριξε ότι η υπεράσπιση έχει ζητήσει να εντοπιστεί ο αποστολέας του συγκεκριμένου e-mail, χωρίς – όπως είπε – να έχει υπάρξει σχετική ενέργεια από τις εισαγγελικές αρχές.

«Υπάρχει το συγκεκριμένο mail, αλλά εμείς το πρώτο πράγμα το οποίο ζητήσαμε – και το ζητάμε και δημόσια, το ζητήσαμε και χθες – είναι να ταυτοποιηθεί ο αποστολέας του συγκεκριμένου e-mail από την αστυνομία. Και όμως, με έκπληξή μας, διαπιστώσαμε ότι οι εισαγγελικές αρχές δεν έχουν κάνει καμία ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση. Και άρα αντιλαμβάνεστε ότι έχουμε ένα mail το οποίο είναι αστείο. Γιατί, σας ξαναλέω, αναφέρει ως υποτιθέμενο δράστη έναν άνθρωπο, που το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν στη φυλακή. Και έχουμε και φωτογραφίες, από τις οποίες δεν προκύπτει ταυτοποίηση όσον αφορά τον δικό μου εντολέα για παράδειγμα, αλλά και για τους υπόλοιπους. Η αναφορά είναι «inconclusive evidence». Δηλαδή: «στοιχείο το οποίο δεν καταλήγει σε συμπέρασμα». Άρα, αντιλαμβάνεστε ότι θέλω να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις δημόσιες αναφορές της συγκεκριμένης υπόθεσης. Εδώ υπάρχει και μία συγκυρία χρονική. Και μάλιστα υπάρχει και μία σύγχυση, δηλαδή άκουσα την κυρία Δημογλίδου να λέει ότι το συγκεκριμένο e-mail έχει σταλεί πριν από ενάμιση χρόνο. Εμένα δεν μου προκύπτει αυτό. Εμένα μου προκύπτει πολύ πιο πρόσφατη αποστολή. Μετά άκουσα τον κύριο Χρυσοχοΐδη να λέει ότι είναι μύθος το συγκεκριμένο mail. Εγώ καταλαβαίνω ότι οι ανακριτικές και οι εισαγγελικές αρχές, όταν έχουνε την πίεση μιας τόσο μεγάλης υπόθεσης, κι άλλες φορές με περιστασιακά στοιχεία, βασισμένα σε κινητά αντικείμενα, έχουν προχωρήσει στην απόφαση της προφυλάκισης».

Ως παράδειγμα ανέφερε την υπόθεση του Νίκου Ρωμανού, υποστηρίζοντας ότι η προφυλάκιση δεν θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε περιστασιακά στοιχεία.

«Πρόσφατη είναι η υπόθεση της απαλλαγής του Νίκου Ρωμανού, με ένα περιστασιακό στοιχείο, που ήταν ένα δακτυλικό αποτύπωμα σε ένα κινητό αντικείμενο. 18 μήνες ο συγκεκριμένος άνθρωπος έμεινε στη φυλακή, και ήρθε το δικαστήριο και τον αθώωσε. Δεν θεωρώ ότι είναι σωστή πρακτική. Άμα με ρωτάτε, θεωρώ ότι όταν υπάρχει περιστασιακό στοιχείο, φτάνουμε σε σημείο ένας άνθρωπος μετά από 18 μήνες στη φυλακή, να έρχεται το δικαστήριο και να λέει ότι, “ξέρετε τι, μόνο με αυτό το στοιχείο εγώ δεν μπορώ να τον καταδικάσω”. Και άρα, θεωρώ ότι από αυτή την άποψη θα έπρεπε να είναι πιο φειδωλές οι ανακριτικές και οι εισαγγελικές αρχές. Από τη στιγμή που υπάρχουν και άλλες μέθοδοι, για παράδειγμα το βραχιολάκι ηλεκτρονικής επιτήρησης και ο κατ’ οίκον περιορισμός, που θα μπορούσαν να μη φτάνουν στον βαρύτερο καταναγκασμό, που είναι η προφυλάκιση», σημείωσε.

Κλείνοντας, επανέλαβε ότι, κατά την άποψή του, δεν υπάρχει ταυτοποίηση των κατηγορουμένων ως δραστών της επίθεσης.

«Δεν υπάρχει καμία ταυτοποίηση προσώπου. Κανένας από τους δύο οι οποίοι κατηγορούνται, δεν κατηγορείται γιατί έχει ρίξει τη μολότοφ. Κανένας, δεν έχει εντοπιστεί ως το συγκεκριμένο πρόσωπο. Και δεν υπάρχει ταυτοποίηση προσώπου. Σας το λέω αυτό κατηγορηματικά, έτσι, προκειμένου να είναι ξεκάθαρος ο λόγος», τόνισε χαρακτηριστικά.

Αναφερόμενος στην 46χρονη κατηγορούμενη, διευκρίνισε ότι δεν την εκπροσωπεί, ωστόσο εξέφρασε τον προβληματισμό του για την εξέλιξη της υπόθεσης.

«Όσον αφορά στην κοπέλα, δεν την εκπροσωπώ. Αλλά είναι πολύ κρίμα αυτό το οποίο συμβαίνει. Γιατί ένας άνθρωπος, για τον οποίο σε προγενέστερη φάση αυτής της έρευνας – η ίδια η αρχή έχει βεβαιώσει ότι δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί – αυτή τη στιγμή η ίδια αρχή λέει το αντίθετο! Είναι πολύ κρίμα αυτό το οποίο συμβαίνει με την κοπέλα, και δεν νομίζω ότι δικαιώνει τους νεκρούς της Marfin, κάτι τέτοιο».



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ