Από πολύ νωρίς στη ζωή μας μαθαίνουμε ότι η ευτυχία βρίσκεται κάπου παρακάτω… Να είσαι καλός μαθητής για να προοδεύσεις. Να διαβάζεις για να περάσεις. Να περάσεις για να σπουδάσεις. Να σπουδάσεις για να βρεις μια καλή δουλειά. Να βρεις δουλειά για να βγάλεις πολλά χρήματα. Να βρεις έναν κατάλληλο σύντροφο για να κάνεις οικογένεια. Να κάνει ένα παιδί, και μετά άλλο ένα. Και μετά να παλεύεις να τα κρατήσεις όλα όρθια…
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: κουράσου τώρα για να απολαύσεις αργότερα.
Και έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, η ευτυχία μετατίθεται διαρκώς σε ένα αόριστο σημείο στο μέλλον. Όχι τώρα. Όχι σήμερα. Όταν πετύχω το επόμενο. Και μετά το επόμενο. Και μετά το επόμενο… Κάπως έτσι, η ζωή μετατρέπεται σε ένα μακρύ, μονότονο και εξαντλητικό μονόδρομο. Περιμένουμε να φτάσουμε κάπου για να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να χαρεί, να ξεκουραστεί, να νιώσει αρκετός, να ζήσει…
Υπάρχει ένα εύστοχο λογοπαίγνιο στα αγγλικά που λέει ότι : από human beings (άνθρωποι που υπάρχουν, αισθάνονται, σχετίζονται, βιώνουν και συνδέονται) έχουμε γίνει human doings (άνθρωποι που ορίζονται κυρίως από το τι κάνουν, τι πετυχαίνουν, τι παράγουν και τι αποδίδουν). Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες μάς ωθούν συχνά να ταυτίζουμε την ταυτότητά μας με την απόδοση, την παραγωγικότητα, τους τίτλους, τις σπουδές, το επάγγελμα, τους ρόλους μας. Όμως όλα αυτά είναι ρευστά. Μπορεί να αλλάξουν, να χαθούν ή να μην έρθουν όπως τα φανταστήκαμε. Και όταν όλη μας η αξία έχει ακουμπήσει εκεί, γινόμαστε πολύ εύθραυστοι.
Η καλή πρόθεση των γονιών και το βάρος που μπορεί να γίνει προσδοκία
Οι περισσότεροι γονείς λειτουργούν από αγάπη. Και μαζί με την αγάπη υπάρχει συχνά αγωνία, φόβος για το μέλλον, ανάγκη να προστατεύσουν το παιδί τους, να του δώσουν εφόδια, ασφάλεια, ευκαιρίες. Όμως ο υπερβάλλων ζήλος, ακόμη κι όταν ξεκινά από αγάπη, μπορεί να εισπραχθεί από το παιδί ως πίεση ή ως όρος αξίας. Στην επικοινωνία δεν έχει σημασία μόνο τι θέλω να πω. Έχει σημασία και πώς φτάνει αυτό στον άλλον. Αν το παιδί εισπράττει την αγάπη μου ως διαρκή προσδοκία, τότε χρειάζεται να σταθώ και να αναρωτηθώ: τι μήνυμα τελικά του περνάω;
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να θέλουμε να πετύχουν τα παιδιά μας. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα άκρα. Δεν χρειάζεται να βάλουμε αντιμέτωπες την επιτυχία και την ευτυχία. Η επιτυχία δεν είναι πρόβλημα. Πρόβλημα γίνεται όταν μετατρέπεται σε μοναδικό σκοπό ζωής. Όταν αποκτούμε εμμονή μαζί της. Όταν υπολογίζουμε την αξία ενός ανθρώπου αποκλειστικά με βάση όσα καταφέρνει. Γιατί τότε δεν μένει χώρος για ευτυχία, ευημερία και εσωτερική ισορροπία.
Ευτυχία δεν σημαίνει να είμαι καλά 24 ώρες το 24ωρο
Είναι σημαντικό να ορίσουμε λίγο την ευτυχία. Ευτυχία δεν σημαίνει να είμαι χαρούμενος 24 ώρες το 24ωρο. Δεν σημαίνει να δείχνω συνεχώς καλά, όπως συχνά υπονοείται μέσα από τα social media. Δεν σημαίνει να μην αγχώνομαι, να μη λυπάμαι, να μη δυσκολεύομαι, να μη χάνω τον δρόμο μου.
Πραγματική ευημερία σημαίνει να έχω νόημα, σχέσεις, στιγμές χαράς, αυτογνωσία, αλλά και ψυχική ανθεκτικότητα: την ικανότητα να αντέχω τη δυσκολία χωρίς να καταρρέει η αίσθηση της αξίας μου και να μπορώ να επανέρχομαι μετά από δυσκολίες.
Άρα, ίσως, πέρα από το «θέλω να πετύχεις» ή ακόμη και το «θέλω να είσαι ευτυχισμένος», το πιο βαθύ μήνυμα προς ένα παιδί να πρέπει να είναι: «Είμαι εδώ για σένα. Όταν είσαι καλά και όταν δεν είσαι. Όταν πετυχαίνεις και όταν δεν τα καταφέρνεις τόσο καλά. Όταν τα πράγματα πάνε καλά και όταν δεν πάνε. Εγώ σε αγαπάω το ίδιο».
Και μήπως χρειάζεται να πούμε ακριβώς την ίδια φράση και στον εαυτό μας;;;
Στόχοι, μόχθος και αυτοφροντίδα: η ισορροπία που ξεχνάμε
Ναι, μας ενδιαφέρουν οι στόχοι. Μας ενδιαφέρει η κατεύθυνση, η έμπνευση, η προσπάθεια, η επιμονή, η εργατικότητα, η στοχοπροσήλωση. Αλλά για να μπορεί κάποιος πραγματικά να κυνηγήσει τους στόχους του, να κοπιάσει και να αγωνιστεί χωρίς να εξαντληθεί, χρειάζεται να έχει γεμάτες τις μπαταρίες του. Και για να έχει γεμάτες τις μπαταρίες του, χρειάζεται να είναι και human being, όχι μόνο human doing. Δηλαδή να υπάρχει, να αισθάνεται, να σχετίζεται, να συνδέεται, να βιώνει, να φροντίζει τον εαυτό του.
Η αυτοφροντίδα δεν είναι πολυτέλεια. Δεν είναι κάτι προαιρετικό που κάνουμε αφού τα έχουμε πετύχει όλα κι αν βρούμε χρόνο. Είναι απαραίτητη. Είναι σημαντική γιατί μας γεμίζει, μας ενδυναμώνει ψυχικά και σωματικά, ώστε να έχουμε τη διάθεση, την αντοχή και την ενέργεια να προσπαθούμε για όσα έχουν νόημα για εμάς.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να ενοχοποιήσουμε τη θέσπιση στόχων. Το ζητούμενο είναι να μην αναβάλουμε την ίδια τη ζωή μέχρι να τους πετύχουμε. Ο μόχθος χρειάζεται να συνυπάρχει με τη ζωή: με αυτοφροντίδα, σχέσεις, ξεκούραση, χαρά και καθημερινό νόημα.
Και αυτό ξεκινάει από εμάς, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από τον τρόπο που μας βλέπουν να ζούμε. Αν μας βλέπουν διαρκώς εξαντλημένους, επικριτικούς με τον εαυτό μας, αγχωμένους, χωρίς παύση, χωρίς χώρο για ανάπαυση και χαρά, αυτό γίνεται μήνυμα. Γίνεται παράδειγμα. Πόσες φορές κι εμείς οι ίδιοι προσπαθούμε αδιάκοπα να είμαστε οι τέλειοι επαγγελματίες, οι τέλειοι γονείς, οι τέλειοι σύντροφοι; Να τα προλαβαίνουμε όλα. Να μην αποτυγχάνουμε πουθενά. Να μην πέφτει τίποτα κάτω…
Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να δώσουμε αρχικά λίγο χώρο να υπάρχουμε. Να υπάρχουμε όλοι.
Σπουδές, αγορά εργασίας και πραγματικότητα
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που αξίζει να δούμε ρεαλιστικά.
Παλαιότερα οι σπουδές συνδέονταν πιο άμεσα με μια καλή δουλειά και μια οικονομική ασφάλεια. Σήμερα το πτυχίο παραμένει σημαντικό εφόδιο, αλλά δεν λειτουργεί ως αυτόματη εγγύηση ζωής.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 ο μέσος όρος ικανοποίησης από τη ζωή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 7,2/10. Η Ελλάδα βρισκόταν κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στο 6,7/10 (με ουραγό τη Βουλγαρία με 6,2/10).
Άρα δεν μιλάμε θεωρητικά. Ζούμε σε μια κοινωνία που πιέζεται. Και έχει νόημα να αναρωτηθούμε: μήπως ο τρόπος που κυνηγάμε την επιτυχία δεν μας κάνει τελικά ευτυχισμένους;
Παράλληλα, η αγορά εργασίας αλλάζει γρήγορα. Το World Economic Forum εκτιμά ότι μέχρι το 2030 θα αλλάξει περίπου το 39% των βασικών δεξιοτήτων που χρειάζονται οι εργαζόμενοι. Αυτό σημαίνει ότι αρκετές από τις δεξιότητες για τις οποίες εκπαιδευόμαστε σήμερα ενδέχεται να μην επαρκούν από μόνες τους αύριο. Θα χρειάζονται ολοένα περισσότερο δεξιότητες όπως ψηφιακή ευχέρεια, προσαρμοστικότητα, κριτική σκέψη, συνεργασία και διαρκής μάθηση.
Οι σπουδές είναι σημαντικό εφόδιο, αλλά δε μπορούν να είναι η μοναδική υπόσχεση ασφάλειας, αξίας ή ευτυχίας.
Κάποιες ερωτήσεις που αξίζει να κάνουμε ως γονείς
Ίσως, λοιπόν, αξίζει να σταθούμε λίγο και να αναρωτηθούμε:
Το παιδί μου ακούει πιο συχνά από εμένα ότι το αγαπώ ή ότι περιμένω κάτι από αυτό;
Πιστεύω ότι το παιδί μου νιώθει ότι αξίζει ακόμη κι όταν δεν αποδίδει καλά; Κι αν ναι, το εισπράττει αυτό από εμένα;
Πιστεύω ότι το παιδί μου αισθάνεται άνετα να μου μιλήσει για μια αποτυχία, χωρίς να φοβηθεί ότι θα με απογοητεύσει;
Μήπως το παιδί μου είναι πολύ επικριτικό με τον εαυτό του ή εμφανίζει έντονη τελειοθηρία; Κι αν ναι, μήπως έχω συμβάλει άθελά μου κι εγώ σε αυτό;
Δείχνω στο παιδί μου, σε κάθε δυσκολία και με κάθε αφορμή, ότι η ζωή δεν είναι μονόδρομος; Ότι υπάρχουν πάντα επιλογές και περισσότεροι από ένας δρόμοι;
Μιλάμε στο σπίτι μόνο για βαθμούς, στόχους και υποχρεώσεις ή μιλάμε και για πράγματα που μας κάνουν χαρούμενους, που μας ξεκουράζουν, για σχέσεις, επικοινωνία, προβληματισμούς, δυσκολίες και ανάγκες;
Και πάνω απ’ όλα: δίνω εγώ το παράδειγμα; Ζω με τρόπο που δείχνει στο παιδί μου ότι μπορούμε να βάζουμε στόχους, να μοχθούμε και να προσπαθούμε, χωρίς να χάνουμε την επαφή με τον εαυτό μας, την ανάγκη για φροντίδα, ξεκούραση, αγάπη και εσωτερική ισορροπία;
Ίσως τελικά το πιο σημαντικό δεν είναι να πείσουμε τα παιδιά ότι πρέπει πάντα να πετυχαίνουν. Είναι να τους δείξουμε ότι μπορούν να προσπαθούν, να δυσκολεύονται, να αποτυγχάνουν, να ξαναδοκιμάζουν και μέσα σε όλα αυτά να παραμένουν άξια αγάπης.
Τόνια Νικολαΐδη
Ψυχολόγος – MSc Θετικής Ψυχολογίας
Υποψήφια Διδάκτωρ Συμβουλευτικής Ψυχολογίας
PLUS


