Η διπλωματία, στην καλύτερή της εκδοχή, είναι μια πράξη ισορροπίας: ανάμεσα σε συμφέροντα, αξίες και ευθύνη απέναντι στο δημόσιο καλό. Όταν όμως αυτή η ισορροπία διαταράσσεται από ιδιωτικά κίνητρα, τότε η εξωτερική πολιτική παύει να υπηρετεί τους πολίτες και αρχίζει να εξυπηρετεί λίγους.
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ
Η περίπτωση των απεσταλμένων του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς μια ακόμα πολιτική διαμάχη. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης αλλαγής. Ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στηβ Γουίτκοφ λειτουργούν σε έναν χώρο όπου η γραμμή ανάμεσα στη διπλωματία και το επιχειρείν έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ποιοι είναι, αλλά το τι αντιπροσωπεύουν: μια αντίληψη εξουσίας ως ευκαιρίας για προσωπικό όφελος.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι αυτό δεν ήταν πάντα ο κανόνας. Η αμερικανική πολιτική, παρά τις αδυναμίες της, είχε αναπτύξει —τουλάχιστον τυπικά— μηχανισμούς αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Ο πρόεδρος Τζίμυ Κάρτερ, για παράδειγμα, απομακρύνθηκε από τη διοίκηση της οικογενειακής του επιχείρησης και την παρέδωσε σε ανεξάρτητη διαχείριση, ώστε να μην υπάρχει καμία υποψία ότι επωφελείται προσωπικά από τη θέση του. Ο Τζωρτζ Μπους και ο Μπάρακ Ομπάμα τήρησαν επίσης αυστηρούς κανόνες, κρατώντας σαφή απόσταση ανάμεσα στα προσωπικά τους οικονομικά και τις κρατικές αποφάσεις.
Ακόμη και σε πιο αμφιλεγόμενες περιπτώσεις, η δημόσια πίεση λειτουργούσε ως φρένο. Το σκάνδαλο Watergate μια υπόθεση παράνομων ενεργειών και συγκάλυψης, οδήγησε στην παραίτηση του Ρίτσαρντ Νίξον, όχι επειδή υπήρξε οικονομικό όφελος, αλλά επειδή παραβιάστηκε η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς. Αντίστοιχα, η υπόθεση Iran-Contra επί Ρόναλντ Ρήγκαν προκάλεσε μεγάλη πολιτική κρίση, επειδή αποκαλύφθηκε ότι σημαντικές αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής λαμβάνονταν παρακάμπτοντας τους επίσημους κανόνες και τους ελέγχους.
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η σημερινή κατάσταση φαίνεται ποιοτικά διαφορετική. Δεν πρόκειται απλώς για παραβίαση κανόνων, αλλά για αλλαγή του ίδιου του τρόπου σκέψης. Όταν άνθρωποι που συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις με χώρες της Μέσης Ανατολής διατηρούν ταυτόχρονα οικονομικά συμφέροντα στην ίδια περιοχή, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς μια «γκρίζα ζώνη» — είναι μια σύγκρουση συμφερόντων που αντιμετωπίζεται σαν κάτι φυσιολογικό.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι ένα αφηρημένο πεδίο. Αφορά πολέμους, ειρήνη, ενεργειακές συμφωνίες και ζωές ανθρώπων. Αν οι αποφάσεις αυτές επηρεάζονται από προσωπικά οικονομικά κίνητρα, τότε το ρίσκο δεν είναι μόνο ηθικό· είναι και πραγματικό. Μια κρίση μπορεί να επιδεινωθεί ή μια συμφωνία να μην προχωρήσει, όχι επειδή αυτό εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον, αλλά επειδή δεν συμφέρει οικονομικά κάποιους εμπλεκόμενους.
Η ιστορία δείχνει ότι οι δημοκρατίες δεν καταρρέουν ξαφνικά. Διαβρώνονται σταδιακά, όταν πρακτικές που κάποτε θεωρούνταν απαράδεκτες αρχίζουν να γίνονται ανεκτές. Σήμερα, η σύγκρουση συμφερόντων φαίνεται να έχει μετακινηθεί από το περιθώριο στο κέντρο της πολιτικής ζωής.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο τι συμβαίνει τώρα, αλλά τι θα θεωρείται φυσιολογικό στο μέλλον. Αν η εξουσία συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως μέσο προσωπικού πλουτισμού, τότε η διπλωματία θα πάψει να είναι εργαλείο σταθερότητας και θα μετατραπεί σε εργαλείο συναλλαγής. Και αυτό είναι ένα τίμημα που καμία κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει για πολύ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΝΑΤΟ και Ιαπωνία ενισχύουν τη στρατηγική τους συνεργασία στον Ινδο-Ειρηνικό
PLUS


