«Ψήφισμα για τη δουλεία: το “όχι” των ισχυρών και η σιωπή των υπολοίπων»

Την περασμένη Τετάρτη (25/3) στα Ηνωμένα Έθνη, ο πρόεδρος της Γκάνας Τζον Μαχάμα, κάλεσε τον κόσμο να επικυρώσει ένα ιστορικό ψήφισμα. Ήταν το ψήφισμα για την αναγνώριση της διατλαντικής δουλείας ως το «σοβαρότερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας».

Το συγκεκριμένο ψήφισμα δεν ήταν κάποιο αόριστο ηθικό κάλεσμα. Ήταν συγκεκριμένο: αναγνώριζε τη διατλαντική δουλεία και το δουλεμπόριο ως ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και επιχειρούσε να ενισχύσει τη διεθνή πίεση για ιστορική αναγνώριση, μνήμη και —έμμεσα— το άνοιγμα της συζήτησης για επανορθώσεις. Προωθήθηκε κυρίως από αφρικανικές και αναπτυσσόμενες χώρες, που εδώ και χρόνια ζητούν όχι μόνο συμβολική δικαίωση, αλλά και ουσιαστική αποκατάσταση.

Η ψηφοφορία αποκάλυψε κάτι βαθύτερο από μια διπλωματική διαφωνία. Αποκάλυψε τα όρια της δυτικής αυτοκριτικής.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η Αργεντινή καταψήφισαν. Ήταν μια στάση ωμή, σχεδόν κυνική, αλλά τουλάχιστον καθαρή: προτίμησαν να απορρίψουν το πλαίσιο συνολικά, παρά να εμπλακούν σε μια διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτικές και νομικές δεσμεύσεις. Σε έναν κόσμο όπου η υποκρισία είναι συχνά το βασικό διπλωματικό νόμισμα, η ευθύτητα —όσο σκληρή κι αν είναι— έχει τη δική της ειλικρίνεια.

Η Ευρώπη, αντίθετα, επέλεξε την πιο γνώριμη οδό: την αποχή. Μαζί της και χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Όχι άρνηση, όχι αποδοχή — αλλά μια προσεκτική αποστασιοποίηση. Το επιχείρημα ήταν τεχνικό: διαφωνία με τη διατύπωση, επιφυλάξεις για ιεράρχηση εγκλημάτων, ανησυχίες για πιθανές νομικές συνέπειες.

Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τα επιχειρήματα που δηλώνονται, αλλά και από αυτά που αποφεύγονται.

Η διατλαντική δουλεία δεν ήταν μια περιφερειακή εκτροπή της ιστορίας. Ήταν θεμέλιο της δυτικής οικονομικής και πολιτικής ανόδου. Από τα ευρωπαϊκά λιμάνια έως τις φυτείες της Αμερικής, ολόκληρα συστήματα πλούτου οικοδομήθηκαν πάνω σε ένα οργανωμένο σύστημα απανθρωποποίησης. Και όμως, όταν τίθεται το ζήτημα της πλήρους αναγνώρισης αυτού του εγκλήματος σε διεθνές επίπεδο, η ίδια αυτή Δύση δείχνει απροθυμία να προχωρήσει πέρα από το επίπεδο της ρητορικής.

Η αποχή παρουσιάζεται ως ουδετερότητα. Στην πραγματικότητα, είναι πολιτική επιλογή. Είναι ο τρόπος να αποφευχθεί το κόστος χωρίς να αναληφθεί η ευθύνη της άρνησης.

Και μέσα σε αυτό το χορό της υποκρισίας, η Ελλάδα και η Κύπρος έκαναν αυτό που κάνουν συχνά τα μικρότερα κράτη: ευθυγραμμίστηκαν σιωπηλά. Όχι γιατί είχαν άμεση ιστορική ευθύνη στη διατλαντική δουλεία — αλλά γιατί είχαν κάτι πιο σύγχρονο: εξαρτήσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Δύση αναγνωρίζει τη δουλεία ως έγκλημα. Αυτό το έχει κάνει εδώ και δεκαετίες. Το ερώτημα είναι αν είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί τις συνέπειες αυτής της αναγνώρισης όταν αυτές παύουν να είναι συμβολικές.

Η συγκεκριμένη ψηφοφορία έδειξε ότι υπάρχει ένα σαφές όριο. Μέχρι το σημείο της μνήμης, της εκπαίδευσης και των δηλώσεων, η συναίνεση είναι εύκολη. Από το σημείο όμως που η ιστορία αρχίζει να αποκτά νομικό και πολιτικό βάρος στο παρόν, η συναίνεση διαλύεται.

Και εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται η πραγματική στάση.

Η ιστορία δεν αλλάζει με ψηφίσματα. Αλλά τα ψηφίσματα δείχνουν ποιοι είναι διατεθειμένοι να την αντιμετωπίσουν — και ποιοι προτιμούν να την κρατούν σε ασφαλή απόσταση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

ProPublica: Η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί την αντι-τρανς ατζέντα της στα Ηνωμένα Έθνη

Ηνωμένα Έθνη: Το Σουδάν αντιμετωπίζει τη χειρότερη επισιτιστική ανασφάλεια των τελευταίων 20 ετών



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ