Η Οδύσσεια των αναπληρωτών και ο Γολγοθάς εύρεσης στέγης σε νησιά και περιφέρεια!
Ο Σπύρος Μαρίνης, πρόεδρος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας καταγγέλλει στην «Μ» την κατάσταση που βιώνει ο κλάδος προτείνοντας μέτρα που μπορούν να ληφθούν για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Της ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ – ΚΟΝΤΟΡΟΥΣΗ
Η στέγη, ένα από τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, μετατρέπεται για χιλιάδες εκπαιδευτικούς σε έναν αδυσώπητο γρίφο επιβίωσης, που επαναλαμβάνεται κάθε Σεπτέμβρη. Χιλιάδες δάσκαλοι και καθηγητές, μόνιμοι και αναπληρωτές, καλούνται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους για να στηρίξουν το δημόσιο σχολείο, όμως βρίσκονται αντιμέτωποι με ενοίκια που αγγίζουν ακόμα και τα 600 ευρώ, όταν ο μισθός ενός νεοδιόριστου μόλις ξεπερνά τα 700! Μιλάμε δηλαδή για εκπαιδευτικούς που βρίσκονται αντιμέτωποι με ενοίκια που «καταπίνουν» σχεδόν ολόκληρο το μισθό τους, με την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών λόγω τουριστικής εκμετάλλευσης και με μια Πολιτεία που παραμένει θεατής. Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: εκπαιδευτικοί να διαμένουν ακόμα και σε κάμπινγκ, σε αυτοκίνητα ή να εγκαταλείπουν τελικά την υπηρεσία τους, καθώς το βάρος γίνεται αβάσταχτο.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό· είναι κοινωνικό και βαθιά πολιτικό. Μια χώρα που υποδέχεται εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο αδυνατεί να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές σπίτι για τους δασκάλους των παιδιών της! Η στέγαση των εκπαιδευτικών δεν είναι «προνόμιο», αλλά προϋπόθεση για να λειτουργήσει ομαλά το σχολείο και να έχει η κοινωνία δασκάλους που μπορούν να αφοσιωθούν στην αποστολή τους χωρίς να παλεύουν καθημερινά για τα αυτονόητα.
Για όλα τα παραπάνω μιλάει στην «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» ο Σπύρος Μαρίνης, πρόεδρος της ΔΟΕ (Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας) εξηγώντας την κατάσταση που βιώνει ο κλάδος των εκπαιδευτικών αλλά και προτείνοντας μέτρα που μπορούν να ληφθούν για την αντιμετώπιση του φαινομένου.

«Το θέμα της στέγασης των εκπαιδευτικών αποδεικνύεται ως ένα από τα πάρα πολύ μεγάλα και σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες εκπαιδευτικοί κάθε χρόνο. Δεν είναι απλά ένα ατομικό πρόβλημα που κάθε συνάδελφος καλείται να αντιμετωπίσει. Μιλάμε για ένα συνολικό πρόβλημα, για ένα κοινωνικό ζήτημα που εντείνεται και οξύνεται από τις πολιτικές όλων των κυβερνήσεων, που οφείλουν άμεσα να επέμβουν στη ρίζα του προβλήματος.
Το πρόβλημα αφορά πρώτα από όλα τα πανάκριβα κόστη. Επεξηγηματικά για να νοικιάσει ένας εκπαιδευτικός ένα σπίτι χρειάζεται κατά μέσο όρο από 500-600 ευρώ, στην καλύτερη περίπτωση. Μιλάμε για έλλειψη κατοικιών σε πάρα πολλές περιοχές εξαιτίας της διόγκωσης του Airbnb και ταυτόχρονα για ένα πρόβλημα που εντείνεται από την πολιτική των χαμηλών μισθών, από την οικονομική εξαθλίωση. Μια παγιωμένη-δυστυχώς- κατάσταση που βιώνουμε χιλιάδες εκπαιδευτικοί.
Την ίδια ώρα πρόκειται για ένα μείζον ζήτημα που εντείνεται κάθε χρόνο. Να σημειώσουμε μόνο πως 35 με 40 χιλιάδες είναι οι αναπληρωτές που κάθε χρόνο καλούνται να αναλάβουν υπηρεσία σε ένα διαφορετικό μέρος της χώρας προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του δημόσιου σχολείου.
Η πολιτική της αναπλήρωσης είναι μια διαχρονική πολιτική όλων των κυβερνήσεων που στην ουσία έχουν επιλέξει με αυτό τον τρόπο να καλύπτουν τις ανάγκες! Αυτή την περίοδο χιλιάδες συνάδελφοι είτε είναι νεοδιόριστοι, είτε μετακινούνται σε μια νέα περιοχή είτε είναι αναπληρωτές είτε μόνιμοι αναγκάζονται να μπουν στη διαδικασία να μας ζητήσουν στέγη» σημειώνει ο κ. Μαρίνης.
Όπως επισημαίνει, τα ενοίκια είναι πανάκριβα και πλέον αυτό το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις τουριστικές περιοχές (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Κρήτη), δηλαδή τις περιοχές που και από τα διαθέσιμα στοιχεία που υπάρχουν, οι τιμές είναι πραγματικά στα ύψη. Το πρόβλημα διογκώνεται και μεταφέρεται σε όλη την Ελλάδα και στα αστικά κέντρα και εδώ στην Αθήνα, αλλά και σε μεγάλες πόλεις. «Σε πάνω από το 80% της επικράτειας τα ενοίκια είναι απλησίαστα, όταν αυτή τη στιγμή ο εισαγωγικός μισθός ενός νεοδιόριστου εκπαιδευτικού είναι 782 ευρώ που ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας μπορεί φυσικά να ανέβει. Επί της ουσίας ο εργαζόμενος αναγκάζεται να δίνει το 70-80% του μισθού του για στέγη. Είναι τραγικό, πραγματικά δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες στην επιβίωση των ανθρώπων».
Καμία μέριμνα
Δυστυχώς, όπως τονίζει ο πρόεδρος της ΔΟΕ, ενώ το ζήτημα διογκώνεται, από την πλευρά της κυβέρνησης, του Υπουργείου Παιδείας και του Υπουργείου Εσωτερικών δεν υπάρχει καμία μέριμνα, κανένα μέτρο, καμία πολιτική αντιμετώπισης του θέματος «παρά το γεγονός πως ως διδασκαλική ομοσπονδία έχουμε πραγματοποιήσει πάρα πολλές συναντήσεις και με τα δύο υπουργεία, παρά το γεγονός πως έχουμε πραγματοποιήσει δεκάδες κινητοποιήσεις για το θέμα της στέγης και παρά το γεγονός πως έχουμε προχωρήσει σε επιτόπιες παρεμβάσεις σε μια σειρά νησιωτικών περιοχών, οι οποίες συμπεριελάμβαναν συναντήσεις με δημάρχους, αρμόδιους φορείς. Ενώ υπάρχει από όλες τις πλευρές αναγνώριση του προβλήματος στην πράξη δεν υπάρχουν μέτρα αντιμετώπισης.
Καταλαβαίνουμε όλοι ότι αυτή η κατάσταση δημιουργεί τεράστια δυσκολία και σε βιοτικό και σε ψυχολογικό και ανθρώπινο επίπεδο. Είναι πολύ μεγάλο το άγχος και η αγωνία των ανθρώπων που μετακινούνται σε μια νέα περιοχή, για να προσφέρουν πολύτιμο έργο που αφορά τη μόρφωση των παιδιών, την διαπαιδαγώγηση των μαθητών. Καταλαβαίνουμε πως αν δεν μπορείς να λύσεις τα βασικά ζητήματα της επιβίωσης σου αυτό ουσιαστικά επιδρά και στους ίδιους τους μαθητές. Δεν διαχωρίζεται αυτό το θέμα είναι και εκπαιδευτικό ζήτημα.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε πραγματικά ζήσει τραγικές καταστάσεις όπως για παράδειγμα και την περσινή χρονιά σε μια σειρά από περιοχές όπως τη Μήλο, την Κρήτη, με εκπαιδευτικούς να μένουν σε κάμπινγκ και να κοιμούνται μέσα σε αυτοκίνητα! Πραγματικά προσβλητικές καταστάσεις για οποιονδήποτε εργαζόμενο τον 21ο αιώνα.
Ακόμη όμως και εκείνοι που καταφέρνουν να βρουν στέγη, προς τα τέλη κάθε σχολικής χρονιάς- από μέσα Μαΐου-, όταν ανοίγει η τουριστική σεζόν, έχουμε περιπτώσεις συνάδελφων να τους διώχνουν άρον άρον οι ιδιοκτήτες των σπιτιών για να τα νοικιάσουν σε πολύ υψηλότερες τιμές. Το πρόβλημα είναι πολύ συγκεκριμένο είναι μια τραγική κατάσταση, που οφείλει το αρμόδιο υπουργείο αλλά και η ίδια η κυβέρνηση να το αντιμετωπίσει».
Το πρώτο και το βασικό που θέτουμε ως Ομοσπονδία, τονίζει ο κ. Σπύρος Μαρίνης «είναι το θέμα των μισθών. Αυτή η κατάσταση, δεδομένης και της ακρίβειας δεν δύναται να αντιμετωπίζεται με τους σημερινούς μισθούς. Μόνο τα τελευταία 15 χρόνια με τα μνημόνια και τις περικοπές όλων των κυβερνήσεων έχουμε χάσει πάνω από το 45% του μισθού μας. Και αν συνυπολογίσουμε την ακρίβεια μιλάμε για μείωση πάνω από 60%. Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση, το πρώτο και το άμεσο μέτρο που πρέπει να ληφθεί είναι αυτό. Να υπάρξουν αποφασιστικές αυξήσεις, να επιστραφούν πίσω οι κλεμμένοι 13ος και 14ος μισθός, ώστε να μπορούμε να καλύπτουμε τις ανάγκες μας. Πραγματικά υπάρχει ένα μεγάλο θέμα ως προς την προκλητική στάση του Υπουργείου Παιδείας και της κυβέρνησης, όταν διεκδικούμε αυξήσεις να μας λένε πως είναι μέτρο εκτός ορίων προϋπολογισμού πως αυτό έχει δημόσιο οικονομικό κόστος. Θεωρούμε πρόκληση να μας λένε πως οι δημοσιοοικονομικοί περιορισμοί της χώρας, δεν χωράνε έναν μισθό αξιοπρέπειας για τους εκπαιδευτικούς, από τη στιγμή που βλέπουμε τεράστιες φοροαπαλλαγές για τις μεγάλες επιχειρήσεις ή να δίνονται δις ευρώ για πολεμικές δαπάνες και εξοπλισμούς που πραγματικά εμπλέκουν τη χώρα μας σε επικίνδυνα σχέδια. Είναι πρόκληση η χώρα που υποδέχεται κάθε χρόνο κοντά στα 40 εκατομμύρια τουρίστες να μην μπορεί να εξασφαλίσει στέγη για τους δασκάλους των παιδιών της».
Παράλληλα, όπως σημειώνει ο πρόεδρος της ΔΟΕ «η κυβέρνηση οφείλει να πάρει μέτρα μέσα από ένα πρόγραμμα λαϊκής στέγασης και κατοικίας, παρέχοντας δωρεάν στέγη σε όλους τους συναδέλφους μας που μετακινούνται εκτός του τόπου συμφερόντων τους, με μοναδικό σκοπό να μορφώσουν τα παιδιά μας και να στηρίξουν το δημόσιο σχολείο. Υπάρχουν οι υποδομές και πρέπει να υπάρξει και το αντίστοιχο πρόγραμμα. Υπενθυμίζω μόνο πως πριν μερικά χρόνια υπήρχε οργανισμός εργατικής κατοικίας, με πάνω από 2 δις αποθεματικά αυτή τη στιγμή. Ζητάμε αυτά τα κονδύλια αλλά και οι υπάρχουσες υποδομές να αξιοποιηθούν ώστε να δίνεται δωρεάν στέγη.
Αξίζει να αναφέρουμε πως υπάρχει η νομοθετική ρύθμιση σε δήμους κάτω των 30000 κατοίκων, σύμφωνα με την οποία μπορεί να δίνεται από τον εκάστοτε Δήμο ένα ποσό ως επιδότηση διαβίωσης. Δυστυχώς, όμως, και αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις δε δίνεται, γιατί επικαλούνται οικονομική αδυναμία».
Ως έσχατη λύση, συμπληρώνει ο κ. Μαρίνης «ζητάμε με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς να δοθεί το επίδομα ενοικίου ώστε να καλυφθούν οι άμεσες ανάγκες των εκπαιδευτικών. Διαφορετικά θα έχουμε διόγκωση του φαινομένου και θα δούμε εκπαιδευτικούς να μην αναλαμβάνουν υπηρεσία. Παράδειγμα ήταν η περσινή χρονιά που είχαμε 1.500 παραιτήσεις αναπληρωτών εκπαιδευτικών που ενώ κλήθηκαν από τη υπηρεσία να δουλέψουν, παραιτήθηκαν γιατί δεν μπορούσαν να τα φέρουν βόλτα με τα πολύ υψηλά κόστη μετακίνησης και ενοικίου.
Καταλαβαίνουμε όλοι πως ένας άνθρωπος που έχει κάνει μια μεγάλη προσπάθεια να μπει στο δημόσιο σχολείο και τελικά εξωθείται στη παραίτηση, σε τι μεγάλο αδιέξοδο οδηγείται. Αυτό πρέπει να γνωρίζουμε πως έχει τεράστιες επιπτώσεις και στην ίδια τη λειτουργία των σχολείων καθότι αυτά τα κενά θα μεταφραστούν σε χαμένες διδακτικές ώρες. Άρα αυτή η πολιτική αυτή η στάση, αυτό το ανεπίλυτο πρόβλημα έχει και εκπαιδευτικές και μαθησιακές επιπτώσεις.
Πολιτική επιλογή
Δεν θεωρούμε πως είναι αδυναμία τους, αλλά πολιτική επιλογή να αντιμετωπίζονται οι ανάγκες μας ως κόστος, να αντιμετωπίζεται και το θέμα της στέγης με όρους εμπορευματοποίησης και να γίνεται ένα πεδίο κερδοφορίας αντί για δικαίωμα όπως και είναι.
Ως διδασκαλική ομοσπονδία, τα εκπαιδευτικά σωματεία και οι σύλλογοι μας σε όλη την Ελλάδα έχουμε πραγματοποιήσει πληθώρα παρεμβάσεων και κινητοποιήσεων τα περασμένα χρόνια. Έτσι και τώρα θα βρεθούμε στην πρώτη γραμμή με κάθε δυνατό μέσο και κάθε δυνατή παρέμβαση ώστε να δοθούν ουσιαστικές λύσεις για να μη ζήσουμε ξανά τραγικές καταστάσεις, εκπαιδευτικοί να ζουν σε σκηνές, σε αντίσκηνα, σε αυτοκίνητα και σε κάμπινγκ.
Για μας η μόρφωση, μέσα στο κομμάτι το οποίο είναι και οι όροι που δουλεύει ένας εκπαιδευτικός, είναι δικαίωμα, είναι λαϊκή απαίτηση. Δεν είναι κόστος, άρα οι κυβερνώντες οφείλουν να πάρουν θέση, να αφήσουν τις επικοινωνιακές τακτικές να αφήσουν τις κενές δηλώσεις και τα μεγάλα λόγια περί αναβάθμισης της εκπαίδευσης και να σκύψουν πάνω από τα πραγματικά προβλήματα»
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ της Κυριακής
PLUS


