Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει επιτέλους μια νίκη, όπως μια συμφωνία με το Ιράν

Στις προσπάθειές του να διαγράψει οτιδήποτε είχε πετύχει ο Μπαράκ Ομπάμα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε «τορπιλίσει» το σχέδιο δράσης JCPOA!

Του Νίκου Βασιλειάδη

Πριν από επτά χρόνια ο Ντόναλντ Τραμπ τίναξε στον αέρα χωρίς καλό λόγο την επιτυχημένη συμφωνία που είχαν διαπραγματευθεί οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους με το Ιράν. Τώρα προσπαθεί να πετύχει μια νέα. Ευχής έργον είναι, και αν όχι για τους σωστούς λόγους, να μπορέσει να λειτουργήσει.

Το 2018, κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρίας του, ο Τραμπ αποχώρησε από τη συμφωνία που είχε συρρικνώσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το υποχρέωσε σε ένα μόνιμο καθεστώς επιθεώρησης και παρακολούθησης και απέκλεισε επιτυχώς όλους τους δρόμους του Ιράν προς μια βόμβα. Η συμφωνία, γνωστή ως Κοινό Συνολικό Σχέδιο Δράσης, ή JCPOA, ήταν τόσο ισχυρή που ακόμη και αν το Ιράν αποχωρούσε από τη συμφωνία, θα χρειαζόταν περισσότερο από ένα χρόνο για να παραγάγουν οι Ιρανοί αρκετό υλικό για μια βόμβα. Ικανό δηλαδή χρονικό διάστημα ώστε αν επιχειρούσε να το κάνει, θα έδινε στις ΗΠΑ χρόνο για οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές απαντήσεις.

Στις προσπάθειές του να διαγράψει οτιδήποτε είχε πετύχει ο Μπαράκ Ομπάμα, ο Τραμπ έσπασε τη συμφωνία. Υποσχέθηκε ότι μια νέα εκστρατεία απειλών και κυρώσεων «μέγιστης πίεσης» θα γονάτιζε το Ιράν, οδηγώντας σε μια «μεγαλύτερη, καλύτερη συμφωνία». Κάτι όμως που δεν έγινε.

 

Ουράνιο

Αντίθετα, υπό τον Τραμπ και τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν το Ιράν ανοικοδόμησε σιγάσιγά το εκτεταμένο πυρηνικό του πρόγραμμα, παράγοντας τόσο πολύ ουράνιο χαμηλού και μεσαίου εμπλουτισμού που σήμερα πιθανότατα θα μπορούσε να μετατρέψει αυτό το απόθεμα σε αρκετό ουράνιο υψηλού εμπλουτισμού,το οποίο θα αρκούσε για την κατασκευή έξι ή επτά βομβών σε μόνο λίγες εβδομάδες.

Το χειρότερο, δε, είναι πως ό,τι απομένει από τη συμφωνία πρόκειται να λήξει στις 18 Οκτωβρίου. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ θα πρέπει είτε να την αφήσει να λήξει, απαλλάσσοντας το Ιράν από όλες τις διεθνείς κυρώσεις και τις υποχρεωτικές επιθεωρήσεις, είτε να επιβάλει νέες ακρωτηριαστικές κυρώσεις, πυροδοτώντας μια νέα κρίση που θα μπορούσε να προκαλέσει το Ιράν να εγκαταλείψει τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων και να αρχίσει ανοιχτά να κατασκευάζει πυρηνικά όπλα.

Εξ ου και το επείγον. Το Σάββατο 12 Απριλίου ο απεσταλμένος του Τραμπ για όλες τις δουλειές Στιβ Γουίτκοφ πέταξε στο Ομάν για να συναντηθεί με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αράγκτσι προκειμένου να ξεκινήσουν ξανά οι διαπραγματεύσεις για το πρόγραμμα του Ιράν.

Σύμφωνα με όλα τα δημοσιεύματα, η κυβέρνηση Τραμπ έμεινε ικανοποιημένη από τον πρώτο γύρο συνομιλιών στο Ομάν, ο οποίος εξελίχθηκε σύμφωνα με το σχέδιο, και πέτυχε τον στόχο της να μετατοπίσει τη μορφή τους από έμμεση -η οποία γίνεται μέσω ενδιάμεσων- σε άμεση, με τους δύο εκπροσώπους να συνομιλούν στο τέλος απευθείας για δυόμισι ώρες. Συμφώνησαν να συναντηθούν ξανά το επόμενο Σάββατο 19 Απριλίου για να ξεκινήσουν σοβαρές διαπραγματεύσεις.

 

Ενστάσεις

Οι περισσότερες αναλύσεις των συνομιλιών επικεντρώθηκαν στις εντάσεις μεταξύ δύο στρατοπέδων στην κυβέρνηση Τραμπ. Το πρώτο εκπροσωπείται από τα γεράκια του Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του συμβούλου εθνικής ασφαλείας Μίχαελ Βαλτς, ο οποίος στο Face the Nation στις 6 Απριλίου έθεσε τον στόχο: «Πλήρης διάλυση. Το Ιράν πρέπει να εγκαταλείψει το πρόγραμμά του με τρόπο που να μπορεί να δει ολόκληρος ο κόσμος». Αυτή ήταν από καιρό η φαντασίωση της δεξιάς πτέρυγας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ισραήλ. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ να συμφωνήσει σε αυτή την ταπείνωση.

Θα επιτίθεντο τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Ιράν; Δεν υπάρχει εύκολη στρατιωτική λύση. Το συντηρητικό Ινστιτούτο της Ουάσιγκτον για την Πολιτική της Εγγύς Ανατολής προειδοποιεί σε νέα έκθεσή του ότι μια τέτοια επίθεση «είναι απίθανο να είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μάλλον ο εναρκτήριος γύρος μιας μακράς εκστρατείας». Οι ΗΠΑ βομβαρδίζουν τους Χούθι στην Υεμένη για πάνω από 10 χρόνια με, στην καλύτερη περίπτωση, ανάμεικτα αποτελέσματα. Ένας πόλεμος με το Ιράν θα είναιπολύ πιο δύσκολος και πιθανώς θα ακρωτηριάσει τις παγκόσμιες αποστολές πετρελαίου μέσω του Περσικού Κόλπου.

Ο αντιπρόεδρος Βανς είναι ίσως ο ηγέτης μιας λιγότερο πολεμικής φατρίας. «Νομίζω ότι κάνουμε λάθος», προειδοποίησε στην ομάδα συνομιλίας Signal που συντονίζει τους πρόσφατους βομβαρδισμούς στην Υεμένη. Αυτός και άλλοι, όπως ο υφυπουργός Πολιτικής του υπουργείου Άμυνας, Έλμπριτζ Κόλμπι, είναι διστακτικοί για έναν νέο πόλεμο.

Αυτή η παράταξη μπορεί να περιλαμβάνει και τον ίδιο τον Τραμπ. Όταν ένας Ισραηλινός δημοσιογράφος ρώτησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου που έδωσε με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου, εάν είναι «έτοιμος να αναλάβει στρατιωτική δράση για να καταστρέψει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και να άρει αυτή την απειλή», ο Τραμπ απάντησε: «Νομίζω ότι εάν οι συνομιλίες δεν είναι επιτυχείς με το Ιράν, θα βρεθεί σε μεγάλο κίνδυνο. Και δεν μου αρέσει να το λέω. Μεγάλο κίνδυνο γιατί δεν μπορούν να έχουν πυρηνικό όπλο».

 

Επιλογές

Εξετάζοντας όλα αυτά, ο Τραμπ έχει τρεις επιλογές, λέει ο αντιπρόεδρος της J Street (μια φιλελεύθερη μη κερδοσκοπική σιωνιστική ομάδα υπεράσπισης και λόμπι με έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, της οποίας οι στόχοι περιλαμβάνουν την ενίσχυση της εβραϊκής δημοκρατίας στο Ισραήλ), Ίλαν Γκόλντενμπεργκ, ο οποίος ασχολήθηκε με το Ιράν ως ανώτερος αξιωματούχος στην κυβέρνηση Μπάιντεν: «Μεταξύ μιας συμφωνίας ή ενός πολέμου με το Ιράν ή του να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν συγκεχυμένα, θα έβαζα τη σύγχυση στο 40%, με καθένα από τα άλλα δύο σενάρια στο 30%».

Το «κλειδί» για την κατανόηση των αποφάσεων της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ, ωστόσο, είναι να προχωρήσουμε πέρα ​​από την παραδοσιακή γεωπολιτική ανάλυση και να θέσουμε δύο απλά ερωτήματα. Το πρώτο αφορά το τι θα ήθελε ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Και το δεύτερο τι θα σήμαινε αυτό για τον Τραμπ.

Πριν φτάσει στο Ομάν, ο Στιβ Γουίτκοφ σταμάτησε στην Αγία Πετρούπολη για συζητήσεις με τον Ρώσο πρόεδρο. Αν και οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στο πρόβλημα της Ουκρανίας, είναι πολύ πιθανό οι δυο τους να συζήτησαν και το θέμα του Ιράν. Τον περασμένο μήνα ο Πούτιν συμφώνησε ακόμη και στο αίτημα του Τραμπ να μεσολαβήσει στις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν.

Μια νέα συμφωνία είναι σαφώς προς το συμφέρον του Πούτιν. Θα έβγαζε το Ιράν από τις κυρώσεις που έχουν ακρωτηριάσει την οικονομία του, θα οδηγούσε σε ομαλοποίηση των σχέσεων με τους γείτονες του Ιράν (και πιθανόν με τις Ηνωμένες Πολιτείες) και θα ενίσχυε την επιρροή της Ρωσίας στο Ιράν καιστην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Μέχρι τώρα πολλοί είναι αυτοί που ανοικτά ισχυρίζονται πως κάθε βήμα που έκανε ο Τραμπ τους τελευταίους μήνες ωφέλησε τον Πούτιν και αποδυνάμωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Γιατί να είναι διαφορετική μια συμφωνία με το Ιράν;

Μια νέα συμφωνία Τραμπ σίγουρα δεν θα ήταν αυτό που θέλουν τα γεράκια του Ιράν. Για παράδειγμα, ο Νετανιάχου υποστηρίζει ότι το μόνο αποδεκτό αποτέλεσμα είναι «μια συμφωνία τύπου Λιβύης… Μπείτε μέσα, ανατινάξτε τις εγκαταστάσεις, διαλύστε όλο τον εξοπλισμό, υπό την αμερικανική επίβλεψη με αμερικανική εκτέλεση».

Αλλά όπως αποκαλύπτει η απάντηση του Τραμπ στη συνέντευξη Τύπου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει μετατοπίσει τον στόχο προς τα αποτελέσματα της αρχικής συμφωνίας με το Ιράν, την οποία ο ίδιος ανατίναξε. «Ξέρετε, δεν είναι μια περίπλοκη φόρμουλα», πρόσθεσε. «Το Ιράν δεν μπορεί να έχει πυρηνικό όπλο. Αυτό είναι το μόνο που μας ενδιαφέρει». Έτσι εστιάζει την προσοχή του στον καθορισμό ορίων στο πρόγραμμα που χαράσσει τη γραμμή στην κατασκευή ενός όπλου αντί να επιδιώκει τον πιθανώς αδύνατο στόχο της πλήρους καταστροφής όλων των εγκαταστάσεων. Δεν έγινε καμία αναφορά για πρόσθετες παραχωρήσεις στους βαλλιστικούς πυραύλους ή για την υποστήριξη του Ιράν στους μαχητικούς συμμάχους του.

 

Βήματα πίσω

Αυτό θα μπορούσε να είναι μια χαλαρή συμφωνία με το Ιράν βασισμένη στις συμφωνίες που είχαν συναφθεί στις αρχικές διαπραγματεύσεις. Θα ήταν αρκετά απλό για το Ιράν να κάνει μια σειρά από βήματα πίσω – το πιο σημαντικό, να μειώσει όλο το ουράνιο που έχει εμπλουτίσει σε χαμηλά επίπεδα που απαιτούνται για καύσιμα, ώστε να μην ξεπερνούν το λεγόμενο «σημείο διάσπασης» που θα τους έθετε σε θέση να έχουν το απαραίτητο υλικό για μια βόμβα σε περίπου ένα χρόνο.

Το Ιράν φαίνεται να προετοιμάζεται για μια τέτοια συμφωνία. Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους το Ιράν σχεδόν τριπλασίασε το απόθεμα του εμπλουτισμένου ουρανίου σε 60% (η ποιότητα για την κατασκευή όπλων θεωρείται πως είναι το 90%). Είναι σαν να δημιουργεί ένα διαπραγματευτικό χαρτί για το οποίο οι Ιρανοί είναι έτοιμοι να συζητήσουν.

Το Ιράν πρόσθεσε πρόσφατα και έναν άλλον παράγοντα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν είπε: «Αμερικανοί επενδυτές: Ελάτε και επενδύστε». Είπε ότι ο Χαμενεΐ «δεν έχει αντίθεση στο να έρθουν επενδύσεις Αμερικανών επενδυτών στο Ιράν». Αυτό είναι κάτι που ο Χαμενεΐ δεν επέτρεψε ακόμη και μετά τη συμφωνία του 2015 με τον Ομπάμα. Ο Τραμπ, όντας αυτός που είναι, αναμφίβολα ερμήνευσε αυτή τη φράση ως ευκαιρία. Μια εσωτερική διαδρομή προς την κερδοφόρα αγορά του Ιράν θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά επικερδής για τον Τραμπ, την οικογένειά του και τους φίλους του.

Τέλος, ο Τραμπ θέλει πραγματικά μια συμφωνία. Μιλάει γι’ αυτό επανειλημμένως. Αν και καυχιέται για τα όσα έχει κάνει μέχρι σήμερα, έχει λίγα επιτεύγματα να επιδείξει στις πρώτες 100 ημέρες του, πέρα ​​από την αποτελεσματική καταστροφή δημοφιλών ομοσπονδιακών προγραμμάτων και τμημάτων. Χρειάζεται μια πραγματική νίκη.

Ενώ η ανικανότητα και η άγνοια του Αμερικανού προέδρου μπορεί να καταδικάσουν τις συνομιλίες, όλα δείχνουν προς τον Τραμπ και την προσπάθειά του να αποκαταστήσει τουλάχιστον εν μέρει τη ζημιά που έκανε επτά χρόνια μετά την κατάργηση μιας επιτυχημένης συμφωνίας με το Ιράν.

Ίσως είναι το μόνο θετικό πράγμα που θα κάνει στην προεδρία του. Έστω και για όλους τους λάθος λόγους.

*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ της Κυριακής 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Ντόναλντ Τραμπ: Δεν θα διεξάγεται δίκη για την υπόθεση κάθε αλλοδαπού που θα απελαύνεται



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ