Ο Βίκτορ Όρμπαν δεν είναι απλώς ένας ακόμη ενοχλητικός ηγέτης για τις Βρυξέλλες. Είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό: η πιο επιτυχημένη πολιτική απόδειξη ότι η ακροδεξιά μπορεί όχι μόνο να επιβιώσει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και να εδραιωθεί, να επηρεάσει και τελικά να μετατοπίσει το ίδιο το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Ύστερα από 16 συνεχόμενα χρόνια στην εξουσία, κατά τα οποία διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό το ουγγρικό κράτος σύμφωνα με τις δικές του επιδιώξεις — χάρη και σε μια κοινοβουλευτική υπερπλειοψηφία — μια σειρά δημοσιευμάτων που τον συνδέουν με συνεργασία μεταξύ Βουδαπέστης και Μόσχας αρχίζουν να φθείρουν την ήρεμη, σχεδόν πατρική του εικόνα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να χάσει στις εκλογές της Κυριακής.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Για χρόνια, η κυρίαρχη αφήγηση στην Ευρώπη αντιμετώπιζε τον Όρμπαν ως εξαίρεση. Ένα «πρόβλημα» που περιορίζεται στην Ουγγαρία. Μια ιδιομορφία. Όμως αυτή η ανάγνωση αποδείχθηκε επικίνδυνα αφελής. Διότι ο Όρμπαν δεν απομονώθηκε — αντιθέτως, πολλαπλασιάστηκε πολιτικά.
Από το 2010, αξιοποιώντας μια συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο Όρμπαν δεν περιορίστηκε στη διακυβέρνηση. Αναδιαμόρφωσε τους θεσμούς ώστε να εδραιώσει την εξουσία του: έλεγξε τη Δικαιοσύνη, περιόρισε την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, αναδιαμόρφωσε τους εκλογικούς κανόνες. Όχι με πραξικόπημα — αλλά μεθοδικά, μέσα από τη νομιμότητα. Και ακριβώς αυτό είναι που καθιστά το μοντέλο του τόσο επικίνδυνο: δεν καταργεί τη δημοκρατία, την αδειάζει από το περιεχόμενό της.
Ο ίδιος μιλά για «ανελεύθερη δημοκρατία». Στην πράξη, πρόκειται για ένα σύστημα όπου οι εκλογές συνεχίζουν να διεξάγονται, αλλά οι όροι του παιχνιδιού είναι τόσο άνισοι που το αποτέλεσμα μοιάζει προδιαγεγραμμένο. Η εξουσία συγκεντρώνεται, η αντιπολίτευση αποδυναμώνεται και η δημόσια σφαίρα ελέγχεται.
Αυτή η πολιτική δεν περιορίζεται στα σύνορα της Ουγγαρίας. Ο Όρμπαν έχει αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για ένα ευρύτερο ρεύμα που εκτείνεται από το Brexit μέχρι την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ. Ένα ρεύμα που ντύνεται με τον μανδύα του «αντισυστημικού», αλλά στην ουσία επαναφέρει παλιές, γνώριμες ιδέες: εθνική περιχαράκωση, φόβο απέναντι στη μετανάστευση, δυσπιστία απέναντι στα δικαιώματα και στους θεσμούς.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η ύπαρξη αυτής της πολιτικής. Είναι η σταδιακή της κανονικοποίηση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντέδρασε — με καθυστέρηση και συχνά διστακτικά. Πάγωσε κονδύλια, άσκησε πιέσεις, μίλησε για κράτος δικαίου. Όμως, την ίδια στιγμή, συνέχισε να λειτουργεί με την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα είναι διαχειρίσιμο, ότι πρόκειται για μια παρεκτροπή και όχι για μια δομική πρόκληση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: ο Όρμπαν δεν είναι απλώς ένας «παραβάτης» των κανόνων. Είναι πολιτικός που αμφισβητεί τους ίδιους τους κανόνες. Και το κάνει με επιτυχία.
Ακόμη και σήμερα, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες επιλέγουν την εύκολη λύση: να τον παρουσιάζουν ως αποδιοπομπαίο τράγο για τα προβλήματα της Ένωσης. Όμως αυτή η στάση λειτουργεί περισσότερο ως άλλοθι παρά ως εξήγηση. Διότι η άνοδος του Όρμπαν δεν είναι η αιτία της κρίσης της Ευρώπης — είναι σύμπτωμά της.
Είναι το αποτέλεσμα μιας Ευρώπης που αδυνατεί να δώσει πειστικές απαντήσεις σε πραγματικές κοινωνικές ανησυχίες: την οικονομική ανασφάλεια, τη μεταναστευτική πίεση, την αίσθηση απώλειας ελέγχου. Σε αυτό το κενό, η ακροδεξιά δεν εισβάλλει — προσκαλείται.
Και ο Όρμπαν το κατάλαβε νωρίς.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Όρμπαν θα συνεχίσει να προκαλεί. Αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιδρά αμυντικά — ή αν θα αναμετρηθεί πολιτικά με αυτό που εκπροσωπεί.
Γιατί αν υπάρχει ένα πραγματικό μάθημα από την πορεία του, είναι αυτό: η δημοκρατία δεν καταρρέει πάντα με θόρυβο. Μπορεί να διαβρωθεί αργά, μέσα από εκλογές, νόμους και «κανονικές» διαδικασίες.
Και όταν αυτό συμβαίνει, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο Όρμπαν. Είναι όλοι όσοι τον υποτίμησαν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ο Αντιπρόεδρος Βανς επισκέπτεται την Ουγγαρία για να στηρίξει τον Όρμπαν στις Ουγγρικές Εκλογές
O Τραμπ παίζει τα ρέστα του για τον Όρμπαν: «Δεν θα αφήσει ποτέ τον σπουδαίο λαό της Ουγγαρίας»
PLUS


