Η δήλωση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι η Ουκρανία είναι «έτοιμη για εκλογές» μέσα στους επόμενους μήνες — εφόσον η Δύση εγγυηθεί την ασφάλεια — δεν είναι απλώς μια πολιτική τοποθέτηση. Είναι μια ξεκάθαρη απάντηση σε μια ανοιχτή αμφισβήτηση. Και είναι, ταυτόχρονα, μια υπενθύμιση ότι η δημοκρατία, όσο κι αν την επικαλούμαστε, δεν λειτουργεί σε κενό· χρειάζεται συνθήκες για να αναπνεύσει.
Η πίεση από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αμφισβήτησε τη νομιμοποίηση της ουκρανικής κυβέρνησης και ζήτησε άμεσες εκλογές, λειτούργησε ως καταλύτης. Μια παρέμβαση που σε άλλες εποχές ίσως περνούσε στα ψιλά, τώρα πήρε τη μορφή διεθνούς υπαινιγμού: «Αν δεν ψηφίζετε, παύετε να είστε δημοκρατία». Σε μια χώρα που βρίσκεται στον τέταρτο χρόνο εισβολής, η φράση αυτή δεν είναι απλώς προκλητική — είναι πολιτική νάρκη.
Ο Ζελένσκι ανταποκρίθηκε, αλλά με τρόπο που μεταφέρει το βάρος πίσω στη Δύση. «Είμαστε έτοιμοι, εάν εξασφαλιστεί η ασφάλεια». Η διατύπωση δεν είναι τυχαία. Θέτει μια συνθήκη που γνωρίζει ότι κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πλήρως. Ζητά από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη να βεβαιώσουν κάτι που οι ίδιες παραδέχονται ότι δεν μπορούν να ελέγξουν: ότι μια χώρα υπό συνεχή ρωσικό βομβαρδισμό μπορεί να στήσει εκλογές χωρίς ρίσκο, χωρίς χάος, χωρίς θύματα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ουκρανός πρόεδρος απαντά στην πίεση με τρόπο έξυπνο: δεν αρνείται τις εκλογές, αλλά εκθέτει τις αντιφάσεις όσων τις ζητούν.
Ας είμαστε ειλικρινείς: το να μιλά κανείς για εκλογές σε συνθήκες πολέμου είναι σχεδόν παράδοξο. Ένα μεγάλο τμήμα της χώρας είναι κατεχόμενο. Εκατομμύρια πολίτες είναι εκτοπισμένοι στο εξωτερικό. Χιλιάδες στρατιώτες βρίσκονται στα χαρακώματα. Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται σχεδόν καθημερινά. Σε ποιο εκλογικό τμήμα θα ψηφίσουν όσοι υπερασπίζονται την πρώτη γραμμή; Ποιοι παρατηρητές θα τολμήσουν να σταθούν κοντά σε κρίσιμες περιοχές; Ποια διαδικασία θα διασφαλίσει ότι η Μόσχα δεν θα επιχειρήσει κυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση ή ευθεία τρομοκράτηση των ψηφοφόρων;
Αυτά δεν είναι θεωρητικά ερωτήματα. Είναι η πραγματικότητα μιας χώρας που προσπαθεί να διατηρήσει τη δημοκρατία της με το μισό της κράτος υπό απειλή.
Και όμως, παρά τις δυσκολίες, η προοπτική εκλογών έχει βαρύ συμβολικό φορτίο. Για πολλούς Ουκρανούς, είναι μια ευκαιρία να δείξουν ότι η δημοκρατία τους δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά μια ζωντανή πράξη αντίστασης. Η Ρωσία θέλει να παρουσιάσει την Ουκρανία ως «κράτος σε αποσύνθεση». Η διεξαγωγή εκλογών — αν επιτευχθεί — θα είναι το αντίθετο: μια επίδειξη ζωτικότητας.
Όμως και η άλλη πλευρά του επιχειρήματος είναι εξίσου ισχυρή. Πολλοί πολιτικοί και αναλυτές στη χώρα προειδοποιούν: μια εκλογική διαδικασία μέσα σε αυτές τις συνθήκες ίσως δεν είναι επίδειξη δύναμης αλλά άνοιγμα ενός επικίνδυνου μετώπου. Η ενότητα που κρατά την Ουκρανία όρθια μπορεί να μετατραπεί σε κομματική αντιπαράθεση. Οι αντίπαλοι του Ζελένσκι μπορεί να προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν την κούραση και τον πόνο της κοινωνίας. Και η Μόσχα — η μεγάλη σκιά πάνω από όλα — σίγουρα θα επιδιώξει να σπείρει αστάθεια.
Σε αυτό το σκηνικό, η στάση των συμμάχων θα μετρήσει περισσότερο από ποτέ. Η Δύση καλείται να αποφασίσει αν θέλει πραγματικά εκλογές — όχι ως σημείο πίεσης, αλλά ως εγγύηση δημοκρατίας. Γιατί το πρώτο είναι εύκολο. Το δεύτερο απαιτεί πόρους, δέσμευση, πολιτικό θάρρος και κυρίως αναγνώριση της πραγματικότητας στο πεδίο.
Η ουκρανική δημοκρατία δεν χρειάζεται απλώς συμβουλές. Χρειάζεται ασφάλεια, σταθερότητα και μια Δύση που δεν θα παίζει διπλά παιχνίδια.
Αν τελικά στηθούν κάλπες, θα είναι μια εκλογική διαδικασία διαφορετική από κάθε άλλη στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες: μια ψήφος μέσα σε ερείπια, αλλά και μια ψήφος για το πείσμα της δημοκρατίας. Αν όχι, η συζήτηση για τη νομιμοποίηση της εξουσίας θα συνεχίσει να επιβαρύνει τη χώρα — και θα χρησιμοποιείται ως εργαλείο από όσους επιδιώκουν να την αποδυναμώσουν.
Σε κάθε περίπτωση, το στοίχημα είναι ξεκάθαρο: η Ουκρανία δεν προσπαθεί απλώς να επιβιώσει. Προσπαθεί να παραμείνει δημοκρατία — ακόμη και όταν όλα γύρω της προσπαθούν να την κάνουν να γονατίσει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Μακρόν: Συνάντηση με Ζελένσκι, Στάρμερ και Μερτς τη Δευτέρα καθώς προχωρούν οι διαπραγματεύσεις
PLUS


