Η ρήξη του παγκόσμιου Νότου με τον Τραμπ ολοένα και βαθαίνει, επειδή οι αμερικανικοί δασμοί – όλοι εφαρμοσμένοι με προεδρικό εκτελεστικό διάταγμα εξαιρετικά αμφισβητήσιμης νομικής εξουσίας – χρησιμοποιούνται τώρα από τον Τραμπ όχι μόνο για να «αναδιαμορφώσουν» το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ ύψους 1,18 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ή για να απαιτήσουν από τις χώρες να παράσχουν κεφάλαια για να επενδύσει ο Τραμπ στις ΗΠΑ.
Ο Τραμπ χρησιμοποιεί τώρα τους δασμούς για να επιβάλει την πολιτική του βούληση σε ζητήματα που δεν σχετίζονται καθόλου με το εμπόριο. Για παράδειγμα αν και η πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούντια Σάινμπαουμ αρνείται οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ των δύο ζητημάτων, το Μεξικό έχει αναλάβει μια σειρά από ενέργειες κατά του οργανωμένου εγκλήματος, ικανοποιώντας τις απαιτήσει του Τραμπ, καθώς προσπαθεί να καταπολεμήσει την απειλή ενός δασμού 30%.
Επίσης η Ινδία θεωρεί ξεκάθαρα τον διπλασιασμό των δασμών στο 50% ως τιμωρία για την αύξηση των αγορών ρωσικού πετρελαίου με έκπτωση, ενώ και η απόφαση του Καναδού πρωθυπουργού, Μαρκ Κάρνεϊ, να αναγνωρίσει ένα παλαιστινιακό κράτος αναφέρθηκε από τον Τραμπ ως «εμπόδιο» για την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας με τον Καναδά.
Στη Βραζιλία, ο Τραμπ προσπαθεί να σταματήσει το «κυνήγι μαγισσών» εναντίον του συμμάχου του, του πρώην προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου, αμφισβητώντας το δικαίωμα του ανώτατου δικαστηρίου της Βραζιλίας να καθορίσει εάν ο Μπολσονάρου είχε επιχειρήσει να πραγματοποιήσει πραξικόπημα στο τέλος της θητείας του. Επέβαλε επίσης κυρώσεις στον δικαστή του ανώτατου δικαστηρίου Αλεξάντρ ντε Μοράες και απαίτησε την άρση των προγραμματισμένων περιορισμών στις αμερικανικές εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης.
Αυτό που αποδεικνύεται είναι πως σε πολλές περιπτώσεις, ο Τραμπ προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την οικονομική επιρροή των ΗΠΑ όχι μόνο για να προωθήσει τα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ, αλλά και για να καταπατήσει την εθνική κυριαρχία άλλων χωρών.
Η απειλή της άρνησης πρόσβασης στον μεγάλο Αμερικανό καταναλωτή έχει γίνει το διπλωματικό όπλο της προτίμησής του, το οποίο χρησιμοποιείται επανειλημμένα σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι οποιασδήποτε ανυπάκουης ξένης κυβέρνησης προς την πολιτική του.
Αλλά ολοένα και περισσότερα θύματα των συνεχώς κλιμακούμενων και μεταβαλλόμενων απαιτήσεων του Τραμπ συζητούν αν είναι λογικό να συνεχίσουν να ζητούν ειρήνη – με κίνδυνο να τους χτυπήσουν ένα προς ένα – ή αν μπορούν με κάποιο τρόπο να προστατεύσουν συλλογικά τον εαυτό τους, πιθανώς μέσω της προστασίας των BRICS, της συμμαχίας των 10 εθνών που σφυρηλατήθηκε ως αντίβαρο στη δυτική G7.
Άλλωστε, οι οικονομίες των BRICS φιλοξενούν πλέον περίπου 4,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους – πάνω από το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η ομάδα BRICS αντιπροσωπεύει επίσης περίπου το 37,3% του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης.
Το βασικό ερώτημα είναι εάν οι δασμοί και οι πολιτικές απαιτήσεις που τους συνοδεύουν θα επιβάλουν μια αλλαγή στον χαρακτήρα του μπλοκ – μέχρι τώρα μια ιδεολογικά ασυνάρτητη ομάδα που περιλαμβάνει χώρες βαθιά εχθρικές προς την Αμερική, όπως η Κίνα, και χώρες παραδοσιακά φιλικές προς τις ΗΠΑ, όπως η Ινδία και η Βραζιλία.
Διαφορετικά, αν δεν ελεγχθεί, η δασμολογική διπλωματία του Τραμπ όχι μόνο θα αποδυναμώσει τις οικονομίες τους, αλλά θα καταστρέψει και την κυριαρχία τους.
Τους τελευταίους μήνες, οι τακτικές του Τραμπ αρχίζουν να παράγουν μια διακριτή πολιτική ανταπόκριση. Είναι πρόωρο να ισχυριστεί κανείς ότι οι δασμοί οδηγούν σε μια πλήρη πολιτική αναδιάταξη, αλλά η αντίσταση που επέδειξαν τις τελευταίες εβδομάδες οι ηγέτες της Βραζιλίας, της Ρωσίας, της Ινδίας και της Κίνας υποδηλώνει πώς οι δασμοί του Τραμπ μπορεί μεσοπρόθεσμα να γυρίσουν μπούμερανγκ, δημιουργώντας έναν άξονα αντίστασης που βασίζεται στην πεποίθηση ότι είναι δυνατόν να παρακαμφθεί η εξουσία που δίνει η οικονομία της Αμερικής στον πρόεδρο.
Ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping μετά από πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βραζιλιάνο ομόλογό του, Λούλα ντα Σίλβα, η χώρα του οποίου δέχεται πλήρη επίθεση αντιμετωπίζοντας δασμούς 50% σε μια σειρά προϊόντων, στο πλαίσιο μιας ευρείας επίθεσης κατά της Βραζιλίας που συγχέει ζητήματα εμπορίου, πολιτικής, ακόμη και προσωπικής εκδίκησης, δήλωσε πως «Πρέπει να ενωθούμε και να λάβουμε σαφή θέση κατά της μονομερούς προσέγγισης και του προστατευτισμού».
Ο Λούλα έχει επίσης τηλεφωνήσει με άλλα θύματα της οργής του Τραμπ, τον Ναρέντρα Μόντι και τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Λούλα συνόψισε τον νέο πραγματισμό. «Θα συνεχίσουμε να πουλάμε [τα προϊόντα μας]… Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θέλουν να αγοράσουν [από εμάς], θα βρούμε νέους εταίρους», είπε. «Ο κόσμος είναι μεγάλος και είναι πρόθυμος να κάνει δουλειές με τη Βραζιλία».
Ο Λούλα ντα Σίλβα έχει επίσης αναλάβει την υπόθεση της παράκαμψης του δολαρίου, ενός μακροχρόνιου στόχου της Κίνας που στην πράξη έχει επιτύχει ελάχιστα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. «Η Βραζιλία δεν μπορεί να εξαρτάται από το δολάριο και η ομάδα BRICS πρέπει να δοκιμάσει εάν μπορεί να έχει ένα νόμισμα για εμπόριο», δήλωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα.
«Δεν είμαι υποχρεωμένος να αγοράζω δολάρια για να κάνω συναλλαγές με χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Βολιβία, η Χιλή, η Σουηδία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η Κίνα. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα δικά μας νομίσματα. Γιατί να είμαι συνδεδεμένος με το δολάριο, ένα νόμισμα που δεν ελέγχω», είπε ο Λούλα.
Η Ινδία επίσης, η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, αντιμετωπίζει πιέσεις να επιλέξει πλευρά.
Επιμένει ότι έχει μια αρκετά μεγάλη οικονομία για να αψηφήσει τον Τραμπ, ενώ ο Ινδός πρωθυπουργός Μόντι, ακόμη και στην τρίτη θητεία του, αισθάνεται ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να αντισταθεί για να προστατεύσει τα προϊόντα των μικρών αγροτών της, που αποτελούν τον κύριο στόχο των εμπορικών διαπραγματευτών των ΗΠΑ, δηλώνοντας πως «Πρέπει να γίνουμε αυτοδύναμοι – όχι από απελπισία, αλλά από υπερηφάνεια», είπε. «Ο οικονομικός εγωισμός βρίσκεται σε άνοδο παγκοσμίως και δεν πρέπει να καθόμαστε και να κλαίμε για τις δυσκολίες μας, πρέπει να ξεπεράσουμε τα όρια και να μην επιτρέψουμε σε άλλους να μας κρατούν στα νύχια τους».
Αναμφίβολα, ο πόλεμος των δασμών του Τραμπ θα εξελιχθεί σε φάσεις. Προς το παρόν, ο Τραμπ χαιρετίζει τις νίκες του με την ΕΕ, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, προσθέτοντας ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών συγκεντρώνει δισεκατομμύρια σε επιπλέον έσοδα. Προς το παρόν πρόκειται για έναν μακρύ πόλεμο που μόλις άρχισε, στον οποίο οι γραμμές μάχης χαράσσονται αργά, αλλά θα είναι βαθιά ειρωνικό αν τελικά η “ημέρα της απελευθέρωσης” του Τραμπ καταλήξει να απομονώσει την Αμερική από τον υπόλοιπο κόσμο, δίνοντας κίνητρα σε όλες τις άλλες χώρες να εμπορεύονται μεταξύ τους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Γαλλία: Ποιες επιλογές έχει ο πρόεδρος Μακρόν εάν πέσει η κυβέρνηση Μπαϊρού
Η Κομισιόν απαντά στις απειλές Τραμπ για δασμούς σε χώρες που κάνουν «διακρίσεις»
PLUS



