Το τελευταίο διάστημα, οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας έχουν θέσει στο επίκεντρο ένα φαινόμενο που πλέον αντιμετωπίζεται ως σημαντική απειλή για την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια: τη χρήση των λεγόμενων πρακτόρων μίας χρήσης (single-use agents).
Τι είναι οι πράκτορες μίας χρήσης;
Ο όρος αναφέρεται σε άτομα που στρατολογούνται από ξένους παράγοντες και εκτελούν απλές, σε πρώτη άποψη «μικρής κλίμακας» ενέργειες, όπως δολιοφθορές, παραπληροφόρηση ή μικρές ενέργειες κατασκοπείας, έναντι ελάχιστης αμοιβής. Αυτοί οι πράκτορες δεν είναι επαγγελματίες κατάσκοποι με εκπαιδευμένο υπόβαθρο, ούτε έχουν πρόσβαση σε κλειστές δομές πληροφοριών, αλλά αναζητούνται μέσω κοινωνικών δικτύων και οnline καναλιών, και αξιοποιούνται κυρίως για ενέργειες που επηρεάζουν την καθημερινότητα ή όχι ευθέως κρίσιμες δομές.
Σύμφωνα με αναλύσεις γερμανικών υπηρεσιών, η στρατολόγηση γίνεται ακόμη και σε άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και ασταθείς οικονομικές συνθήκες, τα οποία πείθονται είτε από οικονομικά κίνητρα είτε από ιδεολογική εγγύτητα με τους στόχους του εκάστοτε «χειριστή».
Η στρατηγική πίσω από τους πράκτορες χαμηλού επιπέδου
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η χρήση πρακτόρων μιας χρήσης δεν αποσκοπεί στην άμεση κατασκοπεία ή υπονόμευση της άμυνας ενός κράτους σε βαθύ επίπεδο. Αντίθετα, η τακτική αυτή εντάσσεται στην προσέγγιση του υβριδικού πολέμου στην Ευρώπη, όπου στόχος είναι η δημιουργία ανασφάλειας, η αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η πρόκληση κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων, πέρα από την απλή κατασκοπεία.
Αυτές οι ενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν βανδαλισμούς, εμπρησμούς, προσπάθειες να επηρεαστούν εκλογικές διαδικασίες ή ακόμα και παραπληροφόρηση μέσω προπαγανδιστικών μηνυμάτων, stickers, γκράφιτι κ.λπ. — πρακτικές που στην επιφάνεια μοιάζουν «ήπιες», αλλά στο σύνολο τους έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο στην κοινωνική συνοχή και ασφάλεια.
Υποθέσεις με διεθνείς διαστάσεις: από τη δολιοφθορά σε γερμανικά πολεμικά πλοία…
Τα παραπάνω δεν είναι θεωρητικά: πρόσφατες περιπτώσεις δείχνουν πώς τέτοιου είδους απειλές μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικά περιστατικά με σημαντικές συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Μία από αυτές αφορά τη σύλληψη Έλληνα που κατηγορείται για απόπειρα δολιοφθοράς σε πολεμικά πλοία του γερμανικού ναυτικού σε ναυπηγείο στο Αμβούργο, υποθέσεις που εκκρεμούν από τον Οκτώβριο του 2025.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ύποπτος — ένας 55χρονος, μέλος της μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα — συνελήφθη στο χωριό Κοπτερό Ροδόπης έπειτα από ένταλμα που είχε εκδοθεί από τις γερμανικές αρχές για επτά περιπτώσεις απόπειρας δολιοφθοράς σε πέντε διαφορετικά πολεμικά πλοία.
Η έρευνα δείχνει ότι οι κατηγορούμενοι έχουν κατηγορηθεί ότι προσπάθησαν — μεταξύ άλλων — να ρίξουν πάνω από 20 κιλά αμμοβολής σε κινητήρα πλοίου, να προκαλέσουν ζημιές σε σωληνώσεις γλυκού νερού, να αφαιρέσουν καπάκια δεξαμενών καυσίμων και να απενεργοποιήσουν ηλεκτρονικές ασφάλειες.
Οι συγκλίνουσες έρευνες των ελληνικών, γερμανικών και ρουμανικών αρχών έγιναν υπό το συντονισμό της Eurojust — της ευρωπαϊκής υπηρεσίας δικαστικής συνεργασίας — και αναδεικνύουν πώς δράσεις που μοιάζουν «τοπικές» μπορεί να έχουν διακρατικές επιπτώσεις στην ασφάλεια υποδομών και εξοπλισμού.
…μέχρι την κατασκοπεία υπέρ Κίνας από Έλληνα αξιωματικό
Παράλληλα, ένα άλλο περιστατικό που έφερε στο προσκήνιο την προσοχή στις ξένες επιρροές μέσα στην Ευρώπη ήταν η σύλληψη Έλληνα αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, ο οποίος φέρεται να μετέφερε απόρρητες στρατιωτικές πληροφορίες σε τρίτη χώρα — συγκεκριμένα στην Κίνα.
Ο 50χρονος Σμήναρχος τέθηκε υπό επιτήρηση μετά από πληροφορίες που δόθηκαν στις ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών, και τελικά συνελήφθη όταν επρόκειτο να αποστείλει ευαίσθητα στρατιωτικά δεδομένα στους παραλήπτες του, χρησιμοποιώντας ακόμη και QR κωδικούς που άφησαν «ψηφιακά ίχνη» για τις αρχές.
Η υπόθεση αυτή τονίζει με έμφαση ότι οι απειλές δεν περιορίζονται μόνο σε «περιφερειακές» υποθέσεις δολιοφθοράς ή προπαγάνδας, αλλά μπορούν να περιλαμβάνουν και ανώτερα στελέχη κρατικών δομών με πρόσβαση σε κρίσιμη πληροφορία.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ευρώπη;
Οι δύο πιο πάνω υποθέσεις — τόσο η απόπειρα δολιοφθοράς σε πλοία όσο και η κατασκοπεία υπέρ τρίτης μεγάλης δύναμης — δείχνουν ότι οι κρατικές και μετα-κρατικές απειλές δεν περιορίζονται πλέον σε κλασικές μεθόδους. Οι μοντέρνες μορφές — μέσω ψηφιακών εργαλείων, απλών πρακτόρων χαμηλού επιπέδου, ή ακόμη και δίκτυων μέσα σε κράτη — απαιτούν εκτεταμένη συνεργασία υπηρεσιών ασφαλείας, δικαστικών αρχών και διπλωματικών μηχανισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της ΕΕ και των κρατών-μελών καλούνται να συνδυάσουν προληπτικά μέτρα, τεχνολογίες ανίχνευσης και δικαστική συνεργασία ώστε να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους υβριδικές απειλές — με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι πράκτορες μιας χρήσης δεν μετατρέπονται σε δεσμευτικούς παράγοντες υπονόμευσης της δημοκρατικής και στρατιωτικής σταθερότητας της ηπείρου.
Σε μια Ευρώπη που βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν αόρατο αλλά διαρκώς εξελισσόμενο πόλεμο επιρροής, οι πράκτορες μίας χρήσης αποτελούν τον πιο ύπουλο κρίκο της αλυσίδας: φθηνοί, αναλώσιμοι και δύσκολα ανιχνεύσιμοι. Από τις ναυπηγικές δεξαμενές του Αμβούργου έως τα γραφεία στρατιωτικών επιτελείων, οι υποθέσεις που έρχονται στο φως αποκαλύπτουν ότι η απειλή δεν φορά πάντα στολή ούτε κινείται στο σκοτάδι της κατασκοπίας τύπου Ψυχρού Πολέμου, αλλά συχνά κρύβεται στην καθημερινότητα, στα κοινωνικά δίκτυα και στην ανθρώπινη ευαλωτότητα. Το ερώτημα που πλέον τίθεται δεν είναι αν η Ευρώπη βρίσκεται στο στόχαστρο, αλλά αν μπορεί να προσαρμοστεί έγκαιρα σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η ασφάλεια κρίνεται όχι μόνο στα σύνορα, αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας της κοινωνίας της.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Το «αόρατο» κανάλι με το Πεκίνο: Πώς δρούσε ο σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας
PLUS


