Προφυλάκιση: Μέσο απονομής δικαιοσύνης ή εργαλείο κοινωνικής εκτόνωσης;

Ακούς τη φράση «κρίθηκε προφυλακιστέος» κι αναρωτιέσαι εσύ, όπως καιεκατομμύρια κόσμος τι σημαίνει αυτό στην πράξη, στην ουσία, κι όχι στη σφαίρα της φαντασίας σου. Μένει να αιωρείται στον αέρα το «φρέσκο», δυσάρεστο καθημερινό γεγονός που αναστατώνει την κοινωνία, και συνάμα γίνεσαι εσύ δέσμιος της ανασφάλειας και του φόβου, και όχι ο ένοχος.

Της Εύας Αλιβιζάτου

​Οι φράσεις «και τι έγινε», «πόσο θα μείνει μέσα», «σε δύο χρόνια έξω πάλι τα ίδια θα κάνει», σε οδηγούν ως πολίτη και ως νου στην αναζήτηση της αλήθειας. Και ποια είναι η αλήθεια;

​Η αλήθεια είναι ότι η προσωρινή κράτηση, ή αλλιώς η λεγόμενη «προφυλάκιση», ουσιαστικά δεν αποτελεί ποινή. Δεν επιβάλλεται για να τιμωρήσει τον κατηγορούμενο, ούτε προδικάζει την ενοχή του. Θεωρητικά είναι ένα δίκαιο μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνο όταν συντρέχουν οι αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, και όταν είναι βέβαιο ότι κανένα ηπιότερο μέτρο (όπως οι περιοριστικοί όροι) δεν κρίνεται ασφαλές για να προστατεύσει την ομαλή εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας.

​Κι όμως, στη δημόσια συζήτηση η έννοια της προφυλάκισης συγχέεται συχνά με την καταδίκη. Η ανακοίνωση ότι κάποιος «κρίθηκε προφυλακιστέος» δημιουργεί στην κοινή γνώμη την εντύπωση ότι η Δικαιοσύνη έχει ήδη αποφανθεί τελεσίδικα για την ενοχή του. Ας είμαστε δίκαιοι εμείς όμως, ως κοινωνία. Στην πραγματικότητα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, κάθε κατηγορούμενος εξακολουθεί να απολαμβάνει το τεκμήριο της αθωότητας κάτι το οποίο είναι θεμελιώδες αν θέλουμε να αποκαλούμαστε Κράτος Δικαίου.

​Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί προστασία. Ιδίως όταν πρόκειται για εγκλήματα που προκαλούν αποτροπιασμό ή έντονη ανασφάλεια, η απαίτηση για άμεση αντίδραση της Δικαιοσύνης είναι ισχυρή. Εκεί ακριβώς αναδεικνύεται η δυσκολία του δικαστικού έργου: Πώς θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία του κοινωνικού συνόλου και στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου;

​Η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί να λειτουργεί ως μέσο κοινωνικής εκτόνωσης, ούτε ως απάντηση στη δημόσια κατακραυγή. Οι αντιδράσεις του λαού είναι συνήθως οι ίδιες: «Να τιμωρηθεί παραδειγματικά» και «αν όχι ο νόμος, θα πάρουμε τον νόμο στα χέρια μας». Όχι, δεν είναι αυτό το σωστό συμπέρασμα, ούτε αυτά τα συνθήματα συνάδουν με τη δικαίωση των συναισθημάτων του αδικημένου. Την απόφαση οφείλει να την ορίζει αποκλειστικά ο νόμος. ​Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν κάποιος «πρέπει να μπει φυλακή». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, πριν ακόμη δικαστεί, υπάρχουν εκείνες οι αυστηρές προϋποθέσεις που δικαιολογούν τον περιορισμό του σημαντικότερου ίσως αγαθού μετά τη ζωή: της προσωπικής ελευθερίας.

​Η δικαιοσύνη απονέμεται στις δικαστικές αίθουσες, με βάση τον νόμο. Γι’  αυτό, πριν «αλέκτωρ λαλήσει» και οδηγηθούμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα, οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι και ηθικοί, διατηρώντας ζωντανό έναν εσωτερικό κώδικα δεοντολογίας.



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ