Η ένταση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος με το Ιράν δεν περιορίζεται μόνο στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, έχει μεταφερθεί και στο εσωτερικό της δυτικής συμμαχίας, φέρνοντας το ΝΑΤΟ μπροστά σε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας του. Στο επίκεντρο αυτής της κρίσης βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ και η αυξανόμενη δυσαρέσκειά του απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Η βασική αιτία της έντασης είναι η άρνηση πολλών ευρωπαϊκών χωρών να στηρίξουν ενεργά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις στο Ιράν. Η απροθυμία αυτή δεν είναι απλώς μια διπλωματική διαφωνία, αλλά έχει εξελιχθεί σε βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης. Ο Τραμπ έχει εκφράσει ανοιχτά την οργή του, θεωρώντας ότι οι σύμμαχοι δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, κάτι που τον έχει οδηγήσει ακόμη και στο να εξετάζει την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ.
Η προοπτική αυτή, ακόμη και ως απλή απειλή, έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Ευρώπη. Διπλωμάτες και αναλυτές προειδοποιούν ότι πρόκειται για τη βαθύτερη κρίση στη συμμαχία από την ίδρυσή της το 1949. Η αβεβαιότητα για το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν αξιόπιστος σύμμαχος έχει αρχίσει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκές χώρες αντιλαμβάνονται την ασφάλειά τους.
Παράλληλα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά και στρατηγικό. Το ΝΑΤΟ βασίζεται στην αρχή της συλλογικής άμυνας, όμως η σύγκρουση με το Ιράν δεν ενεργοποίησε αυτόν τον μηχανισμό. Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τη στρατιωτική επιχείρηση χωρίς ευρεία διαβούλευση με τους συμμάχους, γεγονός που ενίσχυσε την αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον ενεργεί μονομερώς.
Από την πλευρά τους, οι ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται διστακτικές να εμπλακούν σε έναν πόλεμο που δεν θεωρούν δικό τους. Πολλές κυβερνήσεις εκφράζουν ανησυχίες για την έλλειψη σαφών στόχων και για τον κίνδυνο κλιμάκωσης. Η στάση αυτή έχει εξοργίσει τον Τραμπ, ο οποίος έχει επανειλημμένα κατηγορήσει το ΝΑΤΟ ότι δεν ανταποκρίνεται όταν οι ΗΠΑ το χρειάζονται.
Το αποτέλεσμα είναι μια συμμαχία που δείχνει πιο διχασμένη από ποτέ. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν χώρες που επιδιώκουν να διατηρήσουν τη συνοχή και να αποφύγουν τη ρήξη. Από την άλλη, ενισχύεται η συζήτηση για μια πιο αυτόνομη ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική, σε περίπτωση που η αμερικανική στήριξη δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.
Την ίδια στιγμή, ακόμη κι αν υπάρχουν νομικά εμπόδια που δυσκολεύουν μια άμεση αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, καθώς σύμφωνα με νόμο που ψηφίστηκε το 2023 στις ΗΠΑ, ένας πρόεδρος δεν μπορεί να αποχωρήσει από τη συμμαχία χωρίς τη συγκατάθεση των δύο τρίτων της Γερουσίας των ΗΠΑ – ένα σχεδόν αδύνατο όριο, ο πρόεδρος διατηρεί σημαντική επιρροή ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε, στην πράξη, να περιορίσει τη στήριξη προς τους συμμάχους, αποδυναμώνοντας τη λειτουργία της συμμαχίας χωρίς επίσημη αποχώρηση.
Σε τελική ανάλυση, η κρίση στο ΝΑΤΟ αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται τις διεθνείς συμμαχίες. Ο πόλεμος με το Ιράν λειτουργεί ως καταλύτης για αυτή τη μετατόπιση, φέρνοντας στην επιφάνεια διαφωνίες που υπήρχαν ήδη.
Το ερώτημα που προκύπτει πλέον δεν είναι μόνο πώς θα εξελιχθεί ο πόλεμος, αλλά και αν το ΝΑΤΟ μπορεί να διατηρήσει τη συνοχή του σε μια εποχή όπου τα κοινά συμφέροντα δεν θεωρούνται πλέον αυτονόητα.
Ακόμα κι αν ο Τραμπ και οι Ευρωπαίοι βρουν έναν τρόπο να παραμείνουν ενωμένοι στο ΝΑΤΟ, λένε διπλωμάτες, αναλυτές και αξιωματούχοι, η διατλαντική συμμαχία που έχει κεντρική θέση στην παγκόσμια τάξη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μπορεί να μην είναι ποτέ η ίδια.
«Πιστεύω πράγματι ότι γυρίζουμε σελίδα 80 ετών συνεργασίας», δήλωσε η Τζούλιαν Σμιθ, πρέσβειρα των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ υπό την προεδρία του Δημοκρατικού προέδρου Τζο Μπάιντεν.
«Δεν νομίζω ότι αυτό σημαίνει το τέλος της διατλαντικής σχέσης, αλλά βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας συμμαχίας που θα έχει διαφορετική εμφάνιση και αίσθηση».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Κινήσεις πανικού από την Κυβέρνηση Τραμπ. Απολύθηκαν ο αρχηγός Στρατού και η Υπουργός Δικαιοσύνης
FT: Η Κομισιόν βλέπει «μακρά ενεργειακή κρίση» – Εξετάζει ακόμη και δελτίο καυσίμων
PLUS


