Με ιδιαίτερη προσοχή παρακολουθούν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ελληνική κυβέρνηση την ομιλία του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, σε μια χρονική συγκυρία όπου το διπλωματικό και εμπορικό μπρα ντε φερ ΗΠΑ – Ευρώπης κλιμακώνεται, με αιχμή το ζήτημα της Γροιλανδίας.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος αναχωρεί σήμερα το μεσημέρι για το Νταβός, έχει τοποθετηθεί ξεκάθαρα υπέρ του «αυτονόητου δικαιώματος» της Δανίας και των πολιτών της Γροιλανδίας να αποφασίσουν οι ίδιοι για το μέλλον τους, επαναλαμβάνοντας τη σταθερή ελληνική θέση ότι η μόνη οδός επίλυσης διεθνών διαφορών είναι το Διεθνές Δίκαιο.
Μιλώντας χθες για «ταραγμένες θάλασσες» και για μια περίοδο κατά την οποία «αμφισβητούνται βασικές σταθερές» πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική ειρήνη και ευημερία, ο κ. Μητσοτάκης εξέφρασε την προσδοκία «να πρυτανεύσει η λογική», ο διάλογος και οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας. Όπως υπογράμμισε, στόχος είναι οι σχέσεις Ε.Ε. – ΗΠΑ «να μη διαβούν το Ρουβίκωνα» μέσα από κινήσεις από τις οποίες δεν θα υπάρχει εύκολη επιστροφή.
Κρίσιμο crash test στις διατλαντικές σχέσεις
Στο Μέγαρο Μαξίμου αναγνωρίζουν ότι η τρέχουσα συγκυρία συνιστά ένα εξαιρετικά κρίσιμο crash test για τις διατλαντικές σχέσεις, ικανό να δοκιμάσει ακόμη και τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Πρόκειται για μια ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί, που απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς, ψυχραιμία αλλά και αποφασιστικότητα, ώστε να μη σταλεί το μήνυμα μιας αδύναμης Ευρώπης ή μιας υποχώρησης που θα μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνα προηγούμενα για άλλες εδαφικές διεκδικήσεις.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν κατηγορηματικός τονίζοντας ότι οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής του status quo της Γροιλανδίας, ως εδάφους κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, θα ήταν «καταστροφική», καθώς θα συνιστούσε «ευθεία αμφισβήτηση» της Συμμαχίας. Μια τέτοια εξέλιξη, όπως σημείωσε, θα μπορούσε να αποτελέσει τη «σταγόνα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι» σε μια ήδη δύσκολη σχέση της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα επιχειρεί να αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο δίαυλο επικοινωνίας με πρόσωπα-κλειδιά της δεύτερης θητείας Τραμπ, επιδιώκοντας να μεταφέρει το μήνυμα ότι μια πορεία απομόνωσης των ΗΠΑ από την Ευρώπη θα έπληττε τελικά και τα αμερικανικά συμφέροντα, ενισχύοντας τους ανταγωνιστές και τους αντιπάλους τόσο της Ε.Ε. όσο και των ΗΠΑ.
Η ελληνική κυβέρνηση συντάσσεται πλήρως με τη θέση της Προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ότι «η ασφάλεια της Αρκτικής είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί από όλους μαζί», μέσα από συνεργασία και όχι μονομερείς κινήσεις.
Ενόψει και της αυριανής έκτακτης Συνόδου Κορυφής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συντονίζει τα βήματά του με τους Ευρωπαίους εταίρους, φορώντας ταυτόχρονα το «καπέλο» του στρατηγικού συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ευρωπαίου ηγέτη. Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρίσκεται η αρχή ότι δεν μπορεί η ισχύς να υπερισχύει του Διεθνούς Δικαίου, ούτε να αμφισβητείται η εδαφική ακεραιότητα οποιασδήποτε χώρας.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της Αθήνας, οι ανησυχίες των ΗΠΑ για την ασφάλεια της Αρκτικής μπορούν να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της συμφωνίας που έχουν συνάψει οι Ηνωμένες Πολιτείες με τη Δανία από το 1951. Αυτή προβλέπει τη δυνατότητα δημιουργίας περισσότερων βάσεων, αποστολής επιπλέον στρατευμάτων ή εγκατάστασης νέων ραντάρ στη Γροιλανδία, αλλά και –υπό προϋποθέσεις– την οικονομική αξιοποίηση του νησιού, χωρίς αμφισβήτηση της κυριαρχίας του.
Την ίδια στιγμή, η ένταση εντείνεται από τις παράλληλες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών σε οκτώ χώρες που εναντιώθηκαν ανοιχτά και με ένταση στα σχέδιά του για την προσάρτηση της Γροιλανδίας. Στην Ε.Ε. εξετάζεται ήδη το ενδεχόμενο μιας «ενωμένης και αναλογικής» απάντησης, με το λεγόμενο «εμπορικό μπαζούκα» να βρίσκεται στο τραπέζι των συζητήσεων.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το κλίμα είναι σαφώς πιο συγκρουσιακό σε σχέση με την περσινή κρίση, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η Ευρώπη εμφανίζεται αυτή τη φορά πιο έτοιμη να απαντήσει. Το τίμημα της ανοχής απέναντι στις πιέσεις Τραμπ, όπως σημειώνουν, αρχίζει να καθίσταται πολιτικά και στρατηγικά δυσβάσταχτο, διαμορφώνοντας μια νέα, πιο απαιτητική πραγματικότητα για τις διατλαντικές σχέσεις.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
PLUS


