Το σχέδιο της κυβέρνησης Νετανιάχου στοχεύει στην εκδίωξη 1,7 εκατομμυρίου Παλαιστινίων και στην επαναφορά εβραϊκών εποικισμών!
Του ΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ
Έχουν περάσει 19 μήνες από την έναρξη του ισραηλινού πολέμου στη Γάζα. Στο διάστημα αυτό το Διεθνές Δικαστήριο διερευνά μια «πιθανή γενοκτονία», ενώ έχει εκδώσει εντάλματα σύλληψης για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου και τον πρώην υπουργό Άμυνας ΓιοάβΓκάλαντ για εγκλήματα πολέμου.
Ακαδημαϊκοί, μεγάλες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εμπειρογνώμονες των Ηνωμένων Εθνών έχουν χαρακτηρίσει αυτό που συμβαίνει στη Γάζα γενοκτονία, με εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να έχουν διαδηλώσει για να καλέσουν τη διεθνή κοινότητα να δράσει για να τη σταματήσουν.
Το σχέδιο όλεθρος
Και όμως, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις για να σταματήσει η αιματοχυσία, η κυβέρνηση Νετανιάχου προχωρεί από τις 15 Μαΐου στην πλήρη κατάληψη και ισοπέδωση όλων των κτισμάτων που απομένουν στη Λωρίδα της Γάζας, ενώ σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός των 2 εκατομμυρίων Παλαιστινίων θα μετακινηθεί σε μία και μόνο «ανθρωπιστική ζώνη» υπό ισραηλινό έλεγχο.
Το σχέδιο με την κωδική ονομασία «Άρματα του Γεδεών» ικανοποιεί ένα πάγιο αίτημα τόσο των ακροδεξιών συμμάχων του που επιθυμούν την εκδίωξη 1,7 εκατομμυρίου Παλαιστινίων και την επαναφορά εβραϊκών εποικισμών, όσοκαι ορισμένων στρατιωτικών κύκλων που υποστηρίζουν πως μόνο μια πλήρης κατάληψη και μακροχρόνια επιχείρηση αντιμετώπισης ανταρτών μπορεί να εξαλείψει τη Χαμάς.
Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί κάποιος δεν στέκεται εμπόδιο στον τερματισμό αυτής της γενοκτονίας, υπάρχει μια εξήγηση και αυτή ονομάζεται Ηνωμένες Πολιτείες. Η άνευ όρων υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ φαίνεται να είναι ένα δόγμα που το πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ δεν είναι πρόθυμο να αγγίξει.
Φιλία από παλιά
Στις αρχές του 1948 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Σ. Τρούμαν έπρεπε να αποφασίσει για την προσέγγισή του στην Παλαιστίνη. Η χώρα βρισκόταν στη δίνη της αιματοχυσίας μεταξύ Εβραίων και Αράβων Παλαιστινίων μετά από τρεις δεκαετίες αποικιακής κυριαρχίας από τη Βρετανία, η οποία είχε ανακοινώσει την πρόθεσή της να αποχωρήσει.
Η κυβέρνηση Τρούμαν ήταν βαθιά διχασμένη σχετικά με το αν έπρεπε να υποστηρίξει ένα εβραϊκό κράτος. Η CIA και το υπουργείο Εξωτερικών προειδοποίησαν κατά της αναγνώρισης ενός εβραϊκού κράτους. Φοβούνταν μια αιματηρή σύγκρουση με τις αραβικές χώρες που θα μπορούσε να εμπλέξει τις ΗΠΑ, διακινδυνεύοντας την κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου με τους Σοβιετικούς.
Δύο ημέρες πριν από την προγραμματισμένη αποχώρηση της Βρετανίας από την Παλαιστίνη, ξέσπασε μια εκρηκτική διαμάχη στο Οβάλ Γραφείο. Ο εσωτερικός σύμβουλος του Τρούμαν, Κλαρκ Κλίφορντ, τάχθηκε υπέρ της αναγνώρισης ενός εβραϊκού κράτους. Από την άλλη πλευρά της συζήτησης ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ, στρατηγός του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον οποίο ο Τρούμαν θεωρούσε «τον σπουδαιότερο εν ζωή Αμερικανό».
Ο άνθρωπος που ο Τρούμαν θαύμαζε τόσο πολύ ήταν σθεναρά αντίθετος στην άμεση αναγνώριση από τον πρόεδρο ενός εβραϊκού κράτους λόγω των φόβων του για έναν περιφερειακό πόλεμο – και μάλιστα έφτασε στο σημείο να πει στον Τρούμαν ότι δεν θα τον ψήφιζε στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές αν υποστήριζε την αναγνώριση.
Αλλά παρά την ένταση, ο Τρούμαν αναγνώρισε αμέσως το κράτος του Ισραήλ όταν αυτό ανακηρύχθηκε ενώπιον 250 ατόμων στο Μουσείο του Τελ Αβίβ δύο ημέρες αργότερα, στις 14 Μαΐου 1948, από τον Μπεν-Γκουριόν, τον πρώτο πρωθυπουργό του Ισραήλ.
Για τους Άραβες, που αποτελούσαν την πλειονότητα των κατοίκων της Παλαιστίνης, ήταν η «Ημέρα της Καταστροφής» («Nakba»), η δική τους Έξοδος από τα πατρογονικά εδάφη τους. Ακριβώς 11 λεπτά αργότερα,την ιστορική ανακοίνωση ακολούθησε μια άλλη: η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε αναγνωρίσει το κράτος με την ονομασία Ισραήλ.
Μάλιστα ορισμένα μέλη της αμερικανικής αντιπροσωπείας στα Ηνωμένα Έθνη εξεπλάγησαν τόσο πολύ από την απόφαση του προέδρου Χάρι Σ. Τρούμαν που ξέσπασαν σε γέλια: Γιατί ο Τρούμαν -γνωστός αντισημίτης- επέλεξε να γίνει ο Αμερικανός «νονός» της ισραηλινής κρατικής υπόστασης;
Η προφανής απάντηση είναι πως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είχαν εν μέρει ενωθεί χάρη σε κοινές πολιτισμικές συνδέσεις, κάτι που ενίσχυε το σιωνιστικό κίνημα με επικεφαλής ανθρώπους ευρωπαϊκής και αμερικανικής καταγωγής. Έτσι από το 1948 και μετά οι Παλαιστίνιοι είχαν ένα κρίσιμο διπλωματικό μειονέκτημα στις ΗΠΑ, με το αίτημά τους για εθνική αυτοδιάθεση να παραγκωνίζεται αφού οι Άραβες δεν είχαν τίποτα παρόμοιο και δεν ήταν εξοικειωμένοι με τις κοινωνίες, τους πολιτισμούς, τις πολιτικές ηγεσίες των χωρών που αποφάσιζαν για την τύχη της Παλαιστίνης.
Ο σημαντικός σύμμαχος
Αυτή η βαθιά συμμαχία που ισχύει σήμερα μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ εδραιώθηκε κατά τον Εχούντ Ολμέρτ (πρωθυπουργό του Ισραήλ από το 2006 έως το 2008) στον πόλεμο του 1967, στον οποίο το Ισραήλ, μετά από εβδομάδες κλιμάκωσης των φόβων για εισβολή από τους γείτονές του, νίκησε τις αραβικές χώρες σε έξι ημέρες, τριπλασιάζοντας ουσιαστικά το μέγεθος της επικράτειάς του και εξαπολύοντας τη στρατιωτική του κατοχή (εκείνη την εποχή) σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο απάτριδες Παλαιστινίους στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα. Ήταν για τον Εχούντ Ολμέρτ «η πρώτη φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάλαβαν τη σημασία του Ισραήλ ως σημαντικής στρατιωτικής και πολιτικής δύναμης στη Μέση Ανατολή».
Με την πάροδο των ετών το Ισραήλ έγινε ο μεγαλύτερος αποδέκτης αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας στον κόσμο, καθώς καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η Δυτική Ευρώπη και το Ισραήλ ήταν οι σημαντικοί εταίροι των ΗΠΑ στην αντιπαράθεσή τους με τη Σοβιετική Ένωση στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή. Η ισχυρή αμερικανική διπλωματική υποστήριξη, ιδίως στα Ηνωμένα Έθνη, υπήρξε βασικό στοιχείο της συμμαχίας, ενώ διαδοχικά οι πρόεδροι των ΗΠΑ προσπάθησαν επίσης να μεσολαβήσουν για την ειρήνη μεταξύ του Ισραήλ και των Αράβων γειτόνων του.
Να θυμίσουμε τη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών του Τζο Μπάιντεν, Άντονι Μπλίνκεν, στην επίσκεψή του στο Τελ Αβίβ τον Οκτώβριο του 2023 που επί λέξει δήλωσε πως «το μήνυμα που φέρνω στο Ισραήλ είναι το εξής:Μπορεί να είσαι αρκετά δυνατός μόνος σου για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, αλλά όσο υπάρχει η Αμερική δεν θα χρειαστεί ποτέ, ποτέ. Θα είμαστε πάντα εκεί, δίπλα σας».
«Ελευθέρας» στον Νετανιάχου
Την ίδια ακριβώς πολιτική ακολουθεί και η κυβέρνηση Τραμπ, η οποία μάλιστα διά του προέδρου της προχώρησε και σε πιο ριζοσπαστικές ιδέες, με το σχέδιο του Τραμπ να θέλει περισσότερους από 2 εκατομμύρια ανθρώπους να σταλούν μόνιμα εκτός Γάζας και τις ΗΠΑ να αποκτούν την κυριότητα του θυλάκου, με στόχο να επιβλέψουν μια μακρά διαδικασία καθαρισμού και να αναπτύξουν τη Γάζα ως realestate, τη λεγόμενη «Ριβιέρα της Μέσης Ανατολής». Μάλιστα πολλοί συνδέουν την επίσκεψη του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή με επισκέψεις στη Σαουδική Αραβία, στο Κατάρ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα την επόμενη εβδομάδα για την επίτευξη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και την απελευθέρωση ομήρων, αν και επισήμως ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εμπλέκεται άμεσα στις προσπάθειες και έχει ουσιαστικά δώσει το πράσινο φως στον Νετανιάχου να δράσει κατά βούληση.
Ουσιαστικά αυτό αληθεύει, αφού κατά γενική ομολογία η Ουάσιγκτον δείχνει να έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας και στις συνομιλίες για τα πυρηνικά με το Ιράν, αφήνοντας τη Γάζα σε δεύτερη μοίρα. Αλλά αφού η κυβέρνηση Τραμπ δεν ασκεί καμία πίεση στο Ισραήλ, ο Νετανιάχου μπορεί να προχωρήσει ανενόχλητος για να κλιμακώσει τον πόλεμο και να φροντίσει για την πολιτική του επιβίωση – πάνω από την τύχη των 59 ομήρων που παραμένουν στη Γάζα, καθώς και πάνω από τη θέληση της πλειοψηφίας των Ισραηλινών που στηρίζουν μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των ομήρων που παραμένουν στη Γάζα.
Παλαιότερα οι ΗΠΑ ήταν ο αρχιτέκτονας των Συμφωνιών του Καμπ Ντέιβιντ του 1978, που έφεραν την ειρήνη μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου, και την ειρήνη Ισραήλ-Ιορδανίας του 1994. Τρεις δεκαετίες πριν, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Γιτζάκ Ράμπιν και ο Γιάσερ Αραφάτ, ο πρόεδρος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, έδωσαν τα χέρια στο γκαζόν του Λευκού Οίκου στο όνομα της ειρήνης
Τώρα ο κόσμος και οι κύριοι εχθροί του Ισραήλ έχουν αλλάξει, με το Ιράν, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ να υπάρχουν ουσιαστικά πέρα από τις δυνατότητες της αμερικανικής διπλωματίας που υπό οποιαδήποτε προεδρία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ένα εβραϊκό κράτος του οποίου η ύπαρξη αμφισβητήθηκε όλο και περισσότερο τον περασμένο χρόνο, από τις αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις μέχρι τους δρόμους ευρωπαϊκών πόλεων.
Βολική αυτή η χρονική συγκυρία για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό,καθώς η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία τού επιτρέπει να αποτινάξει τα περιοριστικά «αναχώματα» που του είχε επιβάλει ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν κατά τους πρώτους 15 μήνες του πολέμου και επιλέγει τον δρόμο που αναμένεται να συγκλονίσει τη Λωρίδα της Γάζας και να μεταβάλει για πάντα τη μοίρα περισσότερων από 2εκατομμυρίωνΠαλαιστινίων αλλά και των εναπομεινάντων 59 Ισραηλινών ομήρων.
PLUS


