Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του ανιψιού του 68χρονου θύματος και του 22χρονου καθ’ ομολογίαν συνεργού – Τα κομμάτια που συνθέτουν το παζλ του στυγερού εγκλήματος – Οι περιγραφές, οι συμπτώσεις, τα πρόσωπα-κλειδιά
Tων Ελένης Καρανικόλα – Κοντορούση, Τζένης Μάρκου
Για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα οι εξελίξεις στο θρίλερ που εκτυλίχθηκε στις 5 Οκτωβρίου σε κάμπινγκ στη Μεσσηνία, με θύματα τον 68χρονο ιδιοκτήτη Κώστα Τομαρά και τον 61χρονο σύντροφό του επί χρόνια και επιστάτη στην επιχείρηση Βασίλη Γιαννόπουλο, συνεχίζονται με μορφή χιονοστιβάδας. Οι Αρχές έχουν εστιάσει τώρα το ενδιαφέρον τους σε ένα πρόσωπο-κλειδί στην υπόθεση της Φοινικούντας -όπως τουλάχιστον προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις των εμπλεκόμενων προσώπων, και ερευνάται από τους αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών που χειρίζονται την υπόθεση-, που είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του ανιψιού του 68χρονου θύματος και του 22χρονου καθ’ ομολογίαν συνεργού.
Η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» ξετυλίγοντας το μυστήριο του κάμπινγκ αποκαλύπτει ποιες είναι οι σχέσεις των εμπλεκόμενων προσώπων: μια γνωριμία το 2022, που όπως αποδείχτηκε ήταν η αρχή του κακού, ένα ταξίδι στην Αθήνα και μια συνάντηση λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία, καθώςκαι ένα τηλεφώνημα λίγα λεπτά μετά το διπλό φονικό είναι μόνο μερικά από τα κομμάτια που συνθέτουν το παζλ του στυγερού εγκλήματος που κρύβει ακόμη πολλά μυστικά.

Ο ανιψιός του θύματος, ως ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας της διπλής δολοφονίας, προσήλθε στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής προκειμένου να αναγνωρίσει τον φερόμενο ως δράστη του εγκλήματος, που συνελήφθη λίγο μετά την αυτόβουλη παρουσία του συνεργού του στις Αρχές. Πράγματι αναγνώρισε τον 22χρονο συλληφθέντα ως το πρόσωπο που αφαίρεσε τη ζωή του θείου του Κωνσταντίνου Τομαρά και του επιστήθιου φίλου του Βασίλη Γιαννόπουλου. Δεν ήταν όμως ο μόνος που αναγνώρισε. Ο 31χρονος ανιψιός, όπως προέκυψε, αναγνώρισε και τον καθ’ ομολογίαν συνεργό ως παλιό του γνώριμο. Ο ίδιος εξήγησε στους αστυνομικούς τη σχέση του με τον 22χρονο συνεργό αλλά και με τον αδελφικό του φίλο Γιώργο (ο οποίος, ω του θαύματος, τυγχάνει να είναι και ο εργοδότης του 22χρονου), τον οποίο και κάλεσε αμέσως μετά το διπλό φονικό.Γεγονότα, όμως, που οι αστυνομικοί ήδη γνώριζαν και σίγουρα μέρος τους θα αποκαλυπτόταν και από τις άρσεις απορρήτου των επικοινωνιών.
«Τον κατηγορούμενο (σ.σ. καθ’ ομολογίαν συνεργό) τον γνώρισα τον χειμώνα του 2021 με 2022 σε μια καφετέρια στην Αθήνα στην οποία δούλευε. Το καλοκαίρι του 2022 μου ζήτησε να έρθει στο κάμπινγκ για λίγες ημέρες και τον έβαλα να μείνει δωρεάν δίπλα στη ρεσεψιόν». Ο 22χρονος όπως αποκαλύφθηκε όμως είχε πάει και το προηγούμενο καλοκαίρι στο κάμπινγκ, όπως άλλωστε ο ανιψιός του θύματος παραδέχτηκε στους αστυνομικούς: «Από όσο θυμάμαι, είχε έρθει και πέρυσι και τον πέτυχα τυχαία. Είχαμε πει ένα βράδυ να βρεθούμε, αλλά τελικά δεν τον είδα ποτέ».

Οι συμπτώσεις, ωστόσο, δεν σταματούν εδώ. Ο 31χρονος ανιψιός, όπως ο ίδιος είπε, είχε συναντήσει τον 22χρονο καθ’ ομολογίαν συνεργό στην Αθήνα λίγες ημέρες πριν από τη διπλή δολοφονία, γεγονός που αν μη τι άλλο αποτελεί είτε μια τραγική σύμπτωση είτε κάτι περισσότεροπου οι αστυνομικοί θα κληθούν να ερευνήσουν.«Τον είδα, όμως, και πριν από λίγες ημέρες στην Αθήνα. Αυτόν τον καιρό δουλεύει σε ένα μαγαζί με δερμάτινα, το οποίο έχει ένας αδελφικός μου φίλος. Ο Γιώργος μάλιστα έχει και την καφετέρια που δούλευε ο κατηγορούμενος και στην οποία τον είχα γνωρίσει».
Όμως οι σχέσεις των συγκεκριμένων προσώπων γίνονται ακόμη πιο περίπλοκες, αφού ο ανιψιός λίγα λεπτά μετά τις δύο δολοφονίες κάλεσε στο τηλέφωνο τον αδελφικό του φίλο Γιώργο στην Αθήνα, στα μαγαζιά του οποίου εργαζόταν ο 22χρονος συνεργός.«Για να καταλάβετε τι σχέση έχω με τον Γιώργο, μετά την επίθεση ήταν το πρώτο άτομο που ζήτησα από την κοπέλα μου να καλέσει και να ενημερώσει, γιατί εγώ ήμουν σε σοκ και δεν μπορούσα να μιλήσω. Τον κάλεσε από το κινητό της, γιατί το δικό μου βρισκόταν στο σημείο της δολοφονίας».
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός πως ο αδελφικός φίλος του ανιψιού και εργοδότης του καθ’ ομολογίανσυνεργού σχηματίζει έναν κύκλο γνωριμιών που πλέον βρίσκεται στο μικροσκόπιο των Αρχών. Πόσο τυχαίες ήταν τελικά αυτές οι «συναντήσεις» και ποιος γνώριζε τι, λίγο πριν από το μοιραίο βράδυ στη Φοινικούντα, είναι μερικά από τα αναπάντητα ερωτήματα στα οποία καλούνται να απαντήσουν οι Αρχές.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι πως η εταιρεία με τα δερμάτινα που ανήκει στον στενό φίλο του ανιψιού του θύματος απέχει μόλις τρία λεπτά με τα πόδια από την οδό Αρριανού, που αναφέρεται στην κατάθεση του καθ’ ομολογίαν συνεργού ως το σημείο που πήραν το μηχανάκι στο κέντρο της Αθήνας πριν φύγουν για τη Φοινικούντα.
Η ομολογία του συνεργού
Ο 22χρονος που προσήλθε αυτοβούλως την περασμένη Τρίτη στη ΓΑΔΑ -πράξη την οποία οι αξιωματικοί δεν θεωρούν καθόλου τυχαία- και ομολόγησε πως ήταν ο συνεπιβάτης του λευκού σκούτερ και συνεργός στη διπλή δολοφονία, περιέγραψε λεπτό προς λεπτό το ταξίδι προς τη Μεσσηνία, τη διαδρομή που ακολούθησαν με τον συγκατηγορούμενό του, αλλά και όσα είδε και άκουσε λίγες ώρες πριν από τη μοιραία στιγμή.

«Ξεκινήσαμε για την Καλαμάτα και πηγαίναμε μόνο από την παλιά εθνική και καθόλου από την καινούργια. Όπως ακριβώς είχα κάνει εγώ την προηγούμενη φορά που είχα πάει στη Φοινικούντα. Ρώτησα τον συγκατηγορούμενό μου αν έχουμε θέμα με την πινακίδα και μου είπε “μην αγχώνεσαι, είναι τακτοποιημένο το θέμα”», είπε συγκεκριμένα ο 22χρονος στις Αρχές.
Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε, οι δύο άνδρες φτάνουν στην Καλαμάτα, όπου διανυκτερεύουν σε ξενοδοχείο: «Αφού λοιπόν οδηγήσαμε περίπου 6-7 ώρες, φτάσαμε στην Καλαμάτα. Εκεί δεν είχαμε κανονίσει πού θα μείνουμε. Πήραμε τηλέφωνο και βρήκαμε δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο και το κλείσαμε στο όνομα του συγκατηγορούμενου. Αφού φτάσαμε στο ξενοδοχείο, κοιμηθήκαμε περίπου μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής (5 Οκτωβρίου). Μαζί μας είχαμε μόνο μια τσάντα και είχαμε βάλει τα πράγματά μας σε αυτήν. Ήταν μια θήκη κιθάρας η οποία είναι δική μου και τη χρησιμοποιώ σαν σακίδιο πλάτης γιατί με βολεύει αρκετά».
Το επόμενο μεσημέρι ο 22χρονος αναφέρει πως είδε για πρώτη φορά τα αντικείμενα που θα χρησιμοποιούνταν λίγες ώρες αργότερα. «Επειδή είχαμε τα πράγματά μας μαζί, άνοιξα τη θήκη αυτή να πάρω κάτι και τότε είδα για πρώτη φορά ένα περίστροφο, ασημί χρώματος, σαν αυτά που έχουν οι καουμπόηδες, και μια ξανθιά περούκα».Όταν, όπως λέει, ρώτησε τον συγκατηγορούμενό του τι τα θέλει, εκείνος του απάντησε με φράση που σοκάρει:«Με αυτό θα ρίξω μία στον αέρα και μόλις το ακούσει ο γέρος όχι μόνο θα μου δώσει όλα τα λεφτά του, μέχρι και τη μάνα του θα μου δώσει».
Στη συνέχεια πήραν τον δρόμο προς τη Φοινικούντα, κάνοντας, όπως λέει, αρκετές στάσεις στη διαδρομή, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο: «Περίπου το μεσημέρι ξεκινήσαμε να πάμε προς τη Φοινικούντα. Σταματήσαμε σε ένα βενζινάδικο να βάλουμε βενζίνη και να πάρουμε κάτι να πιούμε. Έξω από την Καλαμάτα, κοντά στο χωριό Πιπερίτσα, μπήκαμε σε έναν χωματόδρομο και κάναμε στάση περίπου δύο ωρών, δική του πρωτοβουλία. Δεν μου είπε τον λόγο».
Στη συνέχεια περιγράφει ακόμη μία σύντομη στάση λίγο πριν από τη Φοινικούντα, όπου, όπως τονίζει, ο συγκατηγορούμενός του μεταμφιέστηκε: «Μετά τη δίωρη στάση συνεχίσαμε και κάναμε άλλη μία στάση κοντά στη Φοινικούντα, για περίπου είκοσι λεπτά. Εκείνος φόρεσε την ξανθιά περούκα που είχε μαζί του στη θήκη και ξεκινήσαμε για το κάμπινγκ».
Ο 22χρονος περιγράφει τη στιγμή που έμεινε έξω από το κάμπινγκ, ενώ ο συγκατηγορούμενος μπήκε μέσα και λίγα λεπτά μετά άκουσε πυροβολισμούς. «Αφού φτάσαμε, σταθμεύσαμε το σκούτερ στην είσοδο του κάμπινγκ και ο συγκατηγορούμενος πήγε προς τα μέσα, ενώ εγώ περίμενα στο σκούτερ. Λίγο αργότερα άκουσα όχι έναν, αλλά πέντε με έξι πυροβολισμούς και έναν άντρα να φωνάζει “βοήθεια”. Τότε πάγωσα ολόκληρος. Αμέσως το μυαλό μου πήγε στο κακό».
Όπως περιγράφει, μέσα σε πανικό βλέπει τον συγκατηγορούμενο να επιστρέφει τρέχοντας και να του λέει: «“Κάτσε πίσω, εγώ οδηγάω”.Ξεκινήσαμε γρήγορα να φύγουμε. Τον ρώτησα τι έγινε και αυτός μου είπε ότι μόλις μπήκε μέσα στη ρεσεψιόν είδε τρεις άνδρες αντί για έναν και πήγαν προς το μέρος του. Αυτός πυροβόλησε όπου να ’ναι, αλλά κάποιοι πρέπει να τραυματίστηκαν».
Ο 22χρονος περιγράφει ακόμη πως, σοκαρισμένος, ζήτησε από τον φίλο του να σταματήσει στην άκρη του δρόμου: «Εγώ τα έπαιξα με αυτά που άκουσα. Του ζήτησα να σταματήσει στην άκρη, όπως και έκανε. Πρέπει να είχαμε διανύσει περίπου 500 μέτρα με 2 χιλιόμετρα από το κάμπινγκ. Κατέβηκα, έβγαλα τη βερμούδα και το μπουφάν τύπου δερμάτινου που φορούσα».
Όταν ρωτήθηκε τι τον ώθησε να ταξιδέψει με τον συγκατηγορούμενό του έως τη Φοινικούντα, είπε πως ο λόγος ήταν ότι ήθελε να εκβιάσει τον 68χρονο ώστε να του αποσπάσει χρήματα. Όπως εξήγησε ο 22χρονος στην προανακριτική του απολογία στους αστυνομικούς του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, το καλοκαίρι του 2022 ο 68χρονος τον είχε κακοποιήσει σεξουαλικά – ισχυρισμός που έχει προκαλέσει ερωτήματα στις Αρχές, καθώς ο 22χρονος τότε ήταν ήδη 19 ετών και δεν είχε προβεί σε καταγγελία.
Όπως περιέγραψε στους αστυνομικούς:«Το 2022 γνωρίστηκα με τον ανιψιό του 68χρονου σε καφέ στην Αθήνα όπου εργαζόμουν. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους του ζήτησα να με φιλοξενήσει στο κάμπινγκ του στη Φοινικούντα. Όσο έμεινα εκεί, το τρίτο βράδυ με προσέγγισε ο θείος του και ιδιοκτήτης του κάμπινγκ και παρά τη θέλησή μου μπήκε μέσα στη σκηνή μου και με κακοποίησε σεξουαλικά, χωρίς να μπορώ να το αποτρέψω. Μετά από όσα μου έκανε ήμουν πολύ αναστατωμένος και φώναζα ότι θα καλέσω την Αστυνομία και πως θα μάθουν όλοι τι έγινε. Τότε βγάζοντας από την τσέπη του αρκετά χαρτονομίσματα, μου πέταξε μέσα στη σκηνή 400 ευρώ λέγοντάς μου «πάρε αυτά για να μη μιλήσεις». Εγώ δεν μπορούσα να πιστέψω τι έχει συμβεί και συνέχισα να λέω σε όλους τι μου έκανε. Τότε άρχισε να μου λέει ‘‘ποιον θα πιστέψουν, εσένα που είσαι 18 χρόνων ή εμένα που είμαι πενήντα χρόνια εδώ;».
Πάντως, αστυνομικές πηγές με γνώση της υπόθεσης αναφέρουν πως «πρόκειται για έναν ισχυρισμό που εξετάζεται, ωστόσο είμαστε επιφυλακτικοί ως προς το εάν τα γεγονότα έγιναν όπως τα περιέγραψε ο 22χρονος». Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο νεαρός φαίνεται να είχε έντονη ερωτική δραστηριότητα -τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες- ήδη από το 2022, όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά το κάμπινγκ στη Φοινικούντα.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του 22χρονου, την επόμενη ημέρα της φερόμενης σεξουαλικής του κακοποίησης αποχώρησε από το κάμπινγκ και επέστρεψε στην Αθήνα, καταφεύγοντας στη χρήση ναρκωτικών ώστε να αντιμετωπίσει τα όσα του είχαν συμβεί, όπως ισχυρίστηκε στην απολογία του. Όταν μετά από κάποια χρόνια χρειάστηκε και πάλι χρήματα αποφάσισε, όπως ο ίδιος ανέφερε,να εκβιάσει τον Κώστα Τομαρά.
«Έψαχνα να δω τι θα κάνω. Τότε μου ήρθε η εικόνα μέσα στη σκηνή με τον ηλικιωμένο να βγάζει το μασούρι με τα πολλά λεφτά από την τσέπη του και να μου πετάει τα 400 ευρώ. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να πάω να τον απειλήσω να μου δώσει λεφτά, αλλιώς θα αποκαλύψω ότι βιάζει αγόρια».
Ο 22χρονος παραδέχτηκε ακόμη πως ήταν το πρόσωπο πίσω από τιςεπιθέσεις προς τον 68χρονο ιδιοκτήτη τον περασμένο Σεπτέμβριο.«Στις 7 Σεπτέμβρη πήγα στη Φοινικούντα με το μαύρο μου σκούτερ έξω από το σπίτι του 68χρονου.Είχα πάρει ένα αεροβόλο πιστόλι από τον συγκατηγορούμενο θέλοντας να εκβιάσω τον 68χρονο και να του πάρω χρήματα.Μετά την επίθεση επέστρεψα στην Αθήνα χωρίς να έχω καταφέρει να αποσπάσω χρήματα και στις 10 Σεπτέμβρη επέστρεψα και πάλι στη Φοινικούντα έχοντας μαζί μου το αεροβόλο και την κουκούλα full face και στάθμευσα το σκούτερ στο ίδιο σημείο με την προηγούμενη φορά.
Τότε είδα ότι στον δρόμο είχαν συγκεντρωθεί τρία οχήματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του θύματος, και αφού κατάλαβα ότι έγινα αντιληπτός, γκάζωσα και προσπάθησα να ξεφύγω. Αφού με καταδίωξαν μέχρι κάποιο σημείο, στη συνέχεια κατάφερα να τους ξεφύγω», υπογράμμισε.
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
PLUS


