Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΡΙΑΝΤΗ
Απίστευτα πράγματα καταγγέλλουν οι συγγενείς του αδικοχαμένου οδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας αναφορικά με την εξέταση του καταγραφικού – σκληρού δίσκου με τα ηχητικά αρχεία των επικοινωνιών του ΟΣΕ το βράδυ της τραγωδίας των Τεμπών.
Πρόκειται για τις συνομιλίες που η οικογένεια του νεκρού μηχανοδηγού έχει καταγγείλει σε μήνυση την οποία έχει καταθέσει ότι έχει «διαγραφεί ένα 11λεπτο συνομιλιών» μεταξύ του μηχανοδηγού και του σταθμάρχη Λάρισας λίγο πριν από το φονικό δυστύχημα.
Σύμφωνα με όσα καταγγέλλουν μέσω του δικηγόρου τους Βασίλη Ζησιμάτου στην «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ», ο ειδικός εφέτης ανακριτής Σωτήρης Μπακαΐμης που χειρίζεται την υπόθεση των Τεμπών εξέδωσε διάταξη με την οποία απέκλεισε τον τεχνικό σύμβουλο της οικογένειας από την εξέταση του κατασχεμένου υλικού, με την αιτιολογία ότι ο διορισθείς από τον ανακριτή πραγματογνώμονας έχει ήδη ολοκληρώσει την πραγματογνωμοσύνη του.
Ωστόσο, οι συγγενείς του μηχανοδηγού καταγγέλλουν ότι από τον περασμένο Οκτώβριο είχαν καταθέσει αίτημα ενώπιον του ανακριτή προκειμένου να παρευρίσκεται κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και ο τεχνικός σύμβουλος της οικογένειας, ώστε να εξετάσει και ο ίδιος το κατασχεμένο υλικό. Ο τεχνικός σύμβουλος όμως ουδέποτε ενημερώθηκε για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης από τον διορισμένο πραγματογνώμονα. Γι’ αυτόν τον λόγο, όπως αποκαλύπτει σήμερα η «Μ», κατέθεσαν προσφυγή κατά της απορριπτικής διάταξης του εφέτη ανακριτή στο Συμβούλιο Εφετών, ενώ καταγγέλλουν ότι η πραγματογνωμοσύνη έγινε «εν κρυπτώ», διατυπώνοντας παράλληλα «αμφιβολίες αναφορικά με το εάν κύρια στόχευση του ανακριτή είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας».
Το καταγραφικό του ΟΣΕ κατασχέθηκε το περασμένο καλοκαίρι κατόπιν εντολής του ανακριτή και ενώ είχε υποβάλει σχετικό αίτημα η οικογένεια του μηχανοδηγού. Ο ανακριτής διέταξε στη συνέχεια τον διορισμό ειδικού πραγματογνώμονα, προκειμένου να εξετάσει το υλικό και να συντάξει πραγματογνωμοσύνη ώστε να διαπιστωθεί εάν πράγματι είχαν διαγραφεί συνομιλίες με στόχο την ενοχοποίηση του νεκρού μηχανοδηγού.
Πράγματι, αναπληρωτής καθηγητής της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) διορίστηκε ως πραγματογνώμονας. Στις 4 Οκτωβρίου η οικογένεια του νεκρού μηχανοδηγού κατέθεσε αίτημα ενώπιον του ανακριτή, με το οποίο ζήτησε να εξετάσει το κατασχεμένο υλικό και ο τεχνικός τους σύμβουλος, καθώς επίσης και να παρευρίσκεται κατά την εξέταση του υλικού από τον διορισμένο πραγματογνώμονα. Στη συνέχεια ο τεχνικός σύμβουλος της οικογένειας επισκέφθηκε τρεις φορές το γραφείο του κ. Μπακαΐμη προκειμένου αφενός να λάβει αντίγραφα της δικογραφίας και αφετέρου «να συνομιλήσει μαζί του σχετικά με τις διαδικασίες της πραγματογνωμοσύνης που θα ακολουθούσαν», όπως αναφέρεται στην προσφυγή.
Δεν τους ενημέρωσαν ποτέ
Η οικογένεια λοιπόν του νεκρού μηχανοδηγού ανέμενε να ειδοποιηθεί ο τεχνικός τους σύμβουλος από τον διορισμένο πραγματογνώμονα προκειμένου να παραστεί στην πραγματογνωμοσύνη. Κάτι τέτοιο ωστόσο όχι μόνο δεν έγινε ποτέ, αλλά πριν από λίγες ημέρες έκπληκτοι οι συγγενείς ειδοποιήθηκαν ότι με την υπ’ αριθμόν 2/2025 διάταξή του ο ανακριτής απέρριψε το αίτημα που είχαν καταθέσει τον περασμένο Οκτώβριο ως «αβάσιμο». Ο λόγος ήταν ότι ο διορισμένος πραγματογνώμονας είχε διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη στον
εξωτερικό σκληρό δίσκο, στον οποίο αποθηκεύονταν τα ψηφιακά αρχεία καταγραφής του Σιδηροδρομικού Σταθμού Λάρισας, δίχως ποτέ να ενημερωθούν, και επομένως δεν είχε πλέον δικαίωμα να εξετάσει το υλικό.
«…Ο ειδικός εφέτης ανακριτής επιλέγει να μη μας ενημερώσει για τον ακριβή τόπο και χρόνο που θα λάβει χώρα η πραγματογνωμοσύνη, ως όφειλε εκ της θέσεώς του, όπως γίνεται σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης στο στάδιο της κυρίας ανακρίσεως και παρότι είναι ενήμερος και γνωρίζει ότι επιθυμούμε να ασκήσουμε τα δικονομικά μας δικαιώματα από την πρώτη κιόλας στιγμή προ έξι ολόκληρων μηνών, μας τα αποστερεί με έναν σιωπηρό-ύποπτο τρόπο, ‘‘ενημερώνοντάς’’ μας εκ των υστέρων ότι η πραγματογνωμοσύνη ολοκληρώθηκε και ως εκ τούτου δεν δύναται ο τεχνικός μας σύμβουλος πλέον να εξετάσει το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης συμφώνως και με το άρθρο 207 παρ. 2 ΚΠΔ», επισημαίνεται στην αίτηση προσφυγής που κατέθεσε ο κ. Ζησιμάτος.
Β. Ζησιμάτος: «Όλα εν κρυπτώ, ανησυχούν μήπως μάθουμε την αλήθεια»
Σε δήλωση του στην «Μ» ο δικηγόρος Βασίλης Ζησιμάτος τονίζει χαρακτηριστικά: «Οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν στο πλαίσιο της διενεργούμενης ανάκρισης, σχετικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η πραγματογνωμοσύνη σε ένα USB με ηχητικά που κατασχέθηκε στα γραφεία του ΟΣΕ στην Αθήνα, κατόπιν δικού μας αιτήματος, καταδεικνύουν και τις προθέσεις κάποιων στην εν λόγω υπόθεση. Ο επί 6 μήνες, νομίμως διορισμένος, τεχνικός μας σύμβουλος ανέμενε την ειδοποίησή του από τον πραγματογνώμονα ή τον κ. ανακριτή, προκειμένου να είναι παρών κατά την εξέταση του υλικού φορέα. Αυτό απαιτεί και η δικονομία μας. Αναγκαστήκαμε και καταθέσαμε εκ νέου αίτηση για την τήρηση της δικονομίας, τον Οκτώβριο του 2024. Δυστυχώς, ουδέποτε ειδοποιήθηκε για την ημέρα διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης, ώστε να παραστεί κατά την εξέταση του εξωτερικού δίσκου, ουδέποτε του επετράπη να εξετάσει και ο ίδιος τυχόν αλλοιώσεις και διαγραφές συνομιλιών. Όλα εν κρυπτώ! Ο κ. ανακριτής επέλεξε να εκδώσει μια διάταξη προ ολίγων ημερών, με την οποία απέκλεισε τον τεχνικό μας σύμβουλο με την αιτιολογία ότι το πόρισμα του διορισθέντος από τον ίδιο πραγματογνώμονα είναι έτοιμο προς κατάθεση! Αποδέχθηκε έτσι μια άκυρη πραγματογνωμοσύνη, η οποία σαφώς διενεργήθηκε ενάντια σε όλες τις σχετικές δικονομικές διατάξεις. Έχουμε ήδη προσφύγει στο Συμβούλιο Εφετών και αναμένουμε το αυτονόητο. Να διαφυλαχθούν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της οικογένειας σε ένα ζήτημα που η ίδια το ανέδειξε: τη διερεύνηση των ηχητικών συνομιλιών εκείνης της μοιραίας νύχτας που κάποιοι φαίνεται να ανησυχούν μήπως και μάθουμε ποτέ την αλήθεια! Από την πλευρά μας θα εξαντλήσουμε κάθε δικονομικό μας δικαίωμα και θα συνεχίσουμε να ελπίζουμε στην αποκάλυψη όλης της αλήθειας».
Οπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Μπαμ στο Ρεπορτάζ
PLUS


